Πόσο ασφαλές είναι το νερό βρύσης στην Αττική
Το νερό βρύσης στην Ελλάδα θεωρείται από τα ασφαλέστερα στην Ευρώπη, με σχεδόν καθολική πρόσβαση και συνεχείς ελέγχους. Τι δείχνουν τα διεθνή στοιχεία, πού υπάρχουν αστερίσκοι και τι πρέπει να γνωρίζουν οι καταναλωτές.
Με τις αυξήσεις στα τιμολόγια της ΕΥΔΑΠ να επιβαρύνουν τους λογαριασμούς, το νερό παύει να θεωρείται αυτονόητα «φθηνό». Είναι όμως και ασφαλές; Τι δείχνουν τα διεθνή στοιχεία για το νερό βρύσης στην Ελλάδα.
Σε μια χώρα με έντονη τουριστική πίεση, γεωγραφικές ανισότητες και παλαιωμένα δίκτυα, το αν το νερό της βρύσης είναι ασφαλές δεν είναι θέμα άποψης, αλλά δεδομένων. Και τα δεδομένα λένε κάτι ξεκάθαρο: στην Ελλάδα, το νερό βρύσης είναι κατά κανόνα ασφαλές, αλλά όχι παντού και όχι χωρίς αστερίσκους.
Σύμφωνα με το WHO/UNICEF Joint Monitoring Programme, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σχεδόν καθολική πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες πόσιμου νερού. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι ποσοστό που αγγίζει το 100% του πληθυσμού έχει πρόσβαση σε νερό κατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση, ενώ πάνω από 98% εξυπηρετείται από οργανωμένα δίκτυα υψηλής ποιότητας, κυρίως σε αστικές περιοχές.
Απολύτως πόσιμο – τουλάχιστον στις πόλεις
Την ίδια εικόνα επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία της Eurostat, που κατατάσσουν την Ελλάδα στις χώρες με σχεδόν καθολική σύνδεση των νοικοκυριών με δίκτυα ύδρευσης. Στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, αλλά και στα περισσότερα μεγάλα αστικά κέντρα, το νερό της βρύσης ελέγχεται συστηματικά και θεωρείται απολύτως πόσιμο.
Η ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης παρακολουθείται βάσει της European Union Οδηγίας (ΕΕ) 2020/2184, που θέτει αυστηρά όρια για μικροβιολογικές και χημικές παραμέτρους, βαρέα μέταλλα, νιτρικά και υπολείμματα ουσιών. Οι έλεγχοι πραγματοποιούνται τόσο από δημόσιους φορείς όσο και από παρόχους ύδρευσης, όπως η ΕΥΔΑΠ στην Αττική, με χιλιάδες δειγματοληψίες κάθε χρόνο.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε όλη τη χώρα. Σε ορισμένες νησιωτικές και αγροτικές περιοχές, οι ίδιες ευρωπαϊκές και εθνικές εκθέσεις καταγράφουν προκλήσεις που σχετίζονται με:
- αυξημένη αλατότητα,
- παλαιότητα ή φθορά των δικτύων,
- περιορισμένους υδατικούς πόρους,
- ανάγκη για πρόσθετη επεξεργασία ή αφαλάτωση.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, το νερό μπορεί να είναι υγειονομικά ασφαλές, αλλά όχι πάντα ευχάριστο στη γεύση ή οσμή κάτι που εξηγεί και τη διάδοση του εμφιαλωμένου νερού σε συγκεκριμένες περιοχές.
Το νερό βρύσης στην Ελλάδα είναι σε μεγάλο βαθμό ασφαλές και ελεγχόμενο, ειδικά στα αστικά κέντρα. Όμως η κλιματική πίεση, η λειψυδρία και οι ανισότητες στις υποδομές καθιστούν τη συνεχή παρακολούθηση και τις επενδύσεις στα δίκτυα ύδρευσης μονόδρομο. Γιατί το πόσιμο νερό δεν είναι πολυτέλεια είναι δημόσιο αγαθό και βασικό τεστ αντοχής για το κράτος.
Χώρες με υψηλή ποιότητα και αξιοπιστία στο νερό βρύσης
Στην κορυφή των διεθνών δεικτών ποιότητας και ασφάλειας συγκαταλέγονται κράτη με σταθερά υψηλή συμμόρφωση στα πρότυπα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) και της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για το Πόσιμο Νερό (EU Drinking Water Directive).
Η Εσθονία εμφανίζει ποσοστό άνω του 99% πρόσβασης σε ασφαλώς διαχειριζόμενο πόσιμο νερό, σύμφωνα με στοιχεία των Eurostat και OECD. Η χώρα βασίζεται κυρίως σε υπόγεια υδατικά αποθέματα χαμηλής ρύπανσης και εφαρμόζει συστηματικούς ελέγχους σε επίπεδο δικτύου.
Το Λουξεμβούργο καταγράφει επίσης σχεδόν καθολική κάλυψη (99–100%), με συχνές δειγματοληψίες και δημόσια πρόσβαση στα δεδομένα ποιότητας. Η κατανάλωση νερού βρύσης προωθείται επίσημα ως περιβαλλοντική πολιτική, με στόχο τη μείωση του εμφιαλωμένου νερού.
Η Γερμανία διαθέτει ένα από τα αυστηρότερα κανονιστικά πλαίσια παγκοσμίως. Σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Περιβάλλοντος, πάνω από 99% των δειγμάτων νερού βρύσης πληρούν τα εθνικά και ευρωπαϊκά όρια, ενώ το νερό υπόκειται σε περισσότερους ελέγχους από τα εμφιαλωμένα.