Η Ελλάδα μπορεί να μην είναι η «ποδοσφαιρομάνα», ούτε η χώρα που έχει φέρει πολλούς αστέρες του ποδοσφαίρου. Ωστόσο, αυτοί που έχουν «πατήσει» Ελλάδα και ήταν όντως αξιόλογοι, έχουν γράψει τη δική τους ιστορία. Ένας από αυτούς είναι σίγουρα ο Τζιοβάνι Σίλβα Ντε Ολιβέιρα, γνωστότερος ως Τζιοβάνι. Είναι γεγονός πως στην Ελλάδα ο Βραζιλιάνος αγαπήθηκε και αγάπησε πολύ τη χώρα μας. Άλλωστε, για αυτό το λόγο μακροημέρευσε (1999-2005).

Στην αυτοβιογραφία του με τίτλο: «Τζιοβάνι-Ο Θρύλος-Η αυτοβιογραφία μου», την οποία επιμελήθηκε ο Αλέξανδρος Λοθάνο ξετυλίγονται πολλές ανέκδοτες ιστορίες.

Μια από τις αυτές αφορά στην παραδοχή του πρωταγωνιστή ότι η τελευταία χρονιά στους Πειραιώτες δεν κύλησε ακριβώς ρόδινα. Ο λόγος; Ένα συμβάν με μια… καραμέλα που είχε αποδέκτη τον προπονητή «Ντούσκο» Μπάγεβιτς ή για πολλούς Μπάεβιτς (ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια που παραμένουν άλυτα).

«Είχαμε συνεργαστεί χωρίς προβλήματα πριν από πέντε χρόνια, αλλά τώρα, δεν ξέρω γιατί, φάνηκε από την αρχή πως η σχέση μας θα είναι διαφορετική. Ίσως θεωρούσε πάντα πως ήμουν μεταγραφή του προέδρου, πως εκείνος δεν είχε ανάμειξη και τώρα έβρισκε την ευκαιρία να μου το επισημάνει με τη στάση του.

Τα προβλήματα άρχισαν με το ‘’καλημέρα’’ της σεζόν. Και έφταιγα εγώ, αν και άθελά μου. Πάμε στην Ιταλία για να παίξουμε ένα φιλικό με την Παλέρμο. Κατεβαίνουμε προς την έξοδο του ξενοδοχείου, για να πάμε μια βόλτα πριν από το φαγητό. Οι πλάκες μεταξύ των παικτών πάντα έδιναν και έπαιρναν, πόσο μάλλον στην περίοδο της προετοιμασίας, όπου τα πειράγματα σε βοηθούν να αντιμετωπίσεις πιο ανώδυνα την κούραση από τις προπονήσεις και την έλλειψη των δικών σου ανθρώπων.

«Αδελφέ είμαστε νεκροί»

Έχω δύο καραμέλες στο στόμα και παίζω. Φέρνω τη μια από εδώ, την άλλη από εκεί. Και πάλι από την αρχή. Δεξιά η μία, αριστερά η άλλη, πάντα με οδηγό τη γλώσσα.

Όπως κατεβαίνουμε, λοιπόν, μου έρχεται μια ιδέα. Τι θα γινόταν αν μια από τις δύο καραμέλες προσγειωνόταν στο κεφάλι ενός συμπαίκτη που περπατούσε αμέριμνος, λίγα μέτρα πιο κάτω από εμένα; Προφανώς το χολ του ξενοδοχείου θα γέμιζε από το τρανταχτό γέλιο μερικών ποδοσφαιριστών που πάντα είχαν διάθεση για αστεία.

Αφού έχω βαρεθεί να τις πηγαίνω πέρα δώθε μέσα στο στόμα μου, αφήνω τη μια να αρχίσει την ελεύθερη πτώση προς τον κάτω όροφο, καθώς εγώ βρισκόμουν ακόμα στον επάνω.

Τι το ήθελα; Η καραμέλα προσγειώθηκε επάνω σε κεφάλι, αλλά αυτό ήταν του Μπάγεβιτς! Αμέσως αντιλήφθηκε την… επίθεση και, εμφανώς ενοχλημένος έστρεψε το βλέμμα του προς τα επάνω. ‘’Ποιος το έκανε;’’ φώναζε. Όπως κοίταξε προς τα επάνω, όμως, είδε τον Νέρι Καστίγιο και όχι εμένα. Ακόμα και έτσι, ωστόσο, ήξερα τι μας περίμενε. ‘’Αδελφέ, είμαστε νεκροί’’ είπα στον Νέρι, με τον οποίο μοιραζόμασταν το ίδιο δωμάτιο.

«Εσύ ήσουν, έτσι;»

Σε αυτό ήρθε, μετά τη βόλτα, και με προφανή σκοπό να αναζητήσει εξηγήσεις, ο προπονητής. Ο Καστίγιο τού άνοιξε την πόρτα. ‘’Πες μου, εσύ ήσουν, έτσι;’’ τον ρωτάει, προσπαθώντας να εκμαιεύσει το ‘’ναι’’ που έψαχνε. Ο Νέρι απάντησε αρνητικά και το ίδιο έκανα και εγώ. Αυτό τον εξόργισε. Επέμενε να μάθει οπωσδήποτε.

Εγώ του είπα ψέματα, όχι γιατί τον φοβόμουν ή γιατί δεν ήθελα να αναλάβω τις ευθύνες μου. Πάντα το έκανα στη ζωή μου, δεν θα άλλαζα στα 32 μου χρόνια. Απλώς ήταν η τελευταία μου σεζόν στην ομάδα και ήξερα, ήμουν σίγουρος, ότι αν το έκανα, θα το έλεγε στον Τύπο και έτσι θα έβρισκε την καλύτερη αφορμή για να με αφήσει εκτός ομάδας. Όχι ότι δεν το έκανε ούτως ή άλλως. Φρόντισα να αποκλείσω κάθε πιθανότητα να το μάθει και το ξεκαθάρισα στον Αλεσάντρε Ντακόλ, έναν νεαρό Βραζιλιάνο που είχε φέρει στην ομάδα ο Μπάγεβιτς. ‘’Ξέρεις ποιος το έκανε, αλλά δεν θα πεις τίποτα, συνεννοηθήκαμε;’’. Το κατάλαβε και δεν χρειάστηκε δεύτερη κουβέντα. Η ανάποδη αρχή, ωστόσο είχε γίνει.

(…} Στα χρόνια της παρουσίας μου στον Ολυμπιακό, είχα εναλλάξει τη θέση του πιο προωθημένου επιθετικού με αυτή του δεύτερου φορ ή του επιτελικού μέσου. Στην τελευταία μου σεζόν, πολύ φοβόμουν ότι θα γνώριζα μια νέα θέση. Αυτήν στην… άκρη του πάγκου».

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις