Τα γονίδιά μας καθορίζουν το πόσο θα ζήσουμε; Ένα ερώτημα που προκαλεί την ανθρώπινη ανησυχία και αποτελεί αντικείμενο μεγάλης συζήτησης στην επιστήμη εδώ και δεκαετίες. Για χρόνια, η απάντηση φαινόταν να έχει δοθεί - τα γονίδια ευθύνονται για περίπου το 20% με 25% της διακύμανσης της ανθρώπινης διάρκειας ζωής, με το υπόλοιπο να οφείλεται στον τρόπο ζωής και το περιβάλλον.
Ωστόσο, μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Science έρχεται να αμφισβητήσει αυτή την άποψη, υποδηλώνοντας ότι το αποτύπωμα των γονιδίων στην ανθρώπινη διάρκεια ζωής είναι σημαντικά υψηλότερο.
Ο λόγος, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι ότι οι προηγούμενες εκτιμήσεις δεν έλαβαν υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι αιτίες θανάτου έχουν αλλάξει με την πάροδο του χρόνου. Πριν από έναν αιώνα, περισσότεροι άνθρωποι πέθαιναν από αυτό που οι επιστήμονες ονομάζουν εξωγενείς αιτίες, δηλαδή ατυχήματα, λοιμώξεις και άλλες εξωτερικές απειλές.
Τα γονίδια έχουν μεγαλύτερο ρόλο
Σήμερα, πάντα σύμφωνα με την ίδια μελέτη, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις ανεπτυγμένες χώρες, οι περισσότεροι θάνατοι οφείλονται σε εγγενείς αιτίες: τη σταδιακή φθορά του σώματος μέσω της γήρανσης και ασθενειών που σχετίζονται με την ηλικία, όπως η άνοια και οι καρδιακές παθήσεις.
Όπως εξηγεί στο περιοδικό The Conversation, η Karin Modig, αναπληρώτρια καθηγήτρια επιδημιολογίας στο Ινστιτούτο Καρολίνσκα στη Στοκχόλμη, οι ερευνητές ανέλυσαν μεγάλες ομάδες διδύμων από σκανδιναβικές χώρες, αποκλείοντας προσεκτικά τους θανάτους από εξωγενείς αιτίες. Μελέτησαν επίσης δίδυμα που μεγάλωσαν χωριστά και αδέλφια υπεραιωνόβιων (ανθρώπων που έχουν φτάσει τουλάχιστον τα 100 έτη) στις ΗΠΑ.
Όταν αφαίρεσαν τους θανάτους από ατυχήματα και λοιμώξεις, η συμβολή των γονιδίων αυξήθηκε δραματικά - από το γνωστό 20 με 25% σε περίπου 50 με 55%.
Το μοτίβο έχει νόημα όταν εξετάζουμε μεμονωμένες ασθένειες. Η γενετική εξηγεί μεγάλο μέρος της διακύμανσης της διάρκειας ζωής στον κίνδυνο άνοιας, έχει μια ενδιάμεση επίδραση στις καρδιακές παθήσεις και παίζει πιο περιορισμένο ρόλο στον καρκίνο.
Καθώς τα περιβάλλοντα γίνονται πιο ευνοϊκά, οι πληθυσμοί γερνούν και οι ασθένειες που προκαλούνται από την ίδια τη διαδικασία γήρανσης γίνονται πιο συχνές, η γενετική συνιστώσα εμφανίζεται φυσιολογικά μεγαλύτερη.
Τα γονίδιά μας δεν έχουν γίνει πιο ισχυρά
Στο σημείο αυτό όμως χρειάζεται μία κρίσιμη διευκρίνιση. Δεν σημαίνει ότι σήμερα τα γονίδια έχουν ξαφνικά γίνει πιο ισχυρά, ούτε σημαίνει ότι μπορούμε πλέον να επηρεάσουμε τις μισές πιθανότητες να φτάσουμε στα γηρατειά. Αυτό που έχει αλλάξει είναι το περιβάλλον, όχι το DNA μας.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ανθρώπινο ύψος. Πριν από εκατό χρόνια, το πόσο ψηλώναμε εξαρτιόταν σε μεγαλύτερο βαθμό από το αν είχαμε αρκετή τροφή και από το αν οι παιδικές ασθένειες εμπόδιζαν την ανάπτυξή μας.
Σήμερα, στις ανεπτυγμένες χώρες, η διαμόρφωση του ύψους δεν εξαρτάται τόσο από την επάρκεια τροφής. Επειδή η επίδραση των εξωγενών παραγόντων έχει μειωθεί, το μεγαλύτερο μέρος της εναπομένουσας διακύμανσης στο ύψος εξηγείται πλέον από γενετικές διαφορές - όχι επειδή η διατροφή έχει πάψει να έχει σημασία, αλλά επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι πλέον φτάνουν στο γενετικό τους δυναμικό. Ωστόσο, πρέπει να είναι αυτονόητο ότι ένα υποσιτισμένο παιδί δεν θα μπορέσει να ψηλώσει, ανεξάρτητα από τα γονίδιά του.
Σύμφωνα με την μελέτη, η ίδια αρχή ισχύει και για τη διάρκεια ζωής. Καθώς έχουμε βελτιώσει τον εμβολιασμό, λαμβάνουμε καλύτερη τροφή, έχουμε υιοθετήσει πιο ποιοτικούς τρόπους ζωής -σε σχέση με 100 χρόνια πριν- έχουμε μειώσει τη συνολική επίδραση των περιβαλλοντικών παραγόντων.
Όταν η επίδραση των περιβαλλοντικών παραγόντων συρρικνώνεται, το ποσοστό της εναπομένουσας διακύμανσης που αποδίδεται στη γενετική -αυτό που οι επιστήμονες αποκαλούν «κληρονομικότητα»- μαθηματικά αυξάνεται.
Η κληρονομικότητα αλλάζει μέσα στην ιστορία
Οι προηγούμενες επιστημονικές εκτιμήσεις δεν ήταν λανθασμένες. Απλώς αντανακλούσαν διαφορετικές ιστορικές συνθήκες.
Αυτό αποκαλύπτει κάτι ακόμα πιο σημαντικό: η κληρονομικότητα δεν είναι μια σταθερή βιολογική ιδιότητα, αλλά ένα μέτρο που εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τον πληθυσμό και τις συνθήκες που εξετάζουμε. Το παραδοσιακό ποσοστό 20-25% περιέγραφε τη διάρκεια ζωής όπως αυτή βιωνόταν στην πραγματικότητα σε ιστορικούς πληθυσμούς, όπου οι εξωτερικές απειλές ήταν μεγάλες.
Η νέα εκτίμηση 50-55% περιγράφει ένα διαφορετικό «σενάριο» όπου αυτές οι απειλές έχουν σε μεγάλο βαθμό εξαλειφθεί - ουσιαστικά περιγράφοντας ένα διαφορετικό χαρακτηριστικό. Το ποσοστό αυτό βέβαια μπορεί να διαμορφωθεί καθοριστικά ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες σε κάθε γωνιά του πλανήτη αλλά και το πόσο αλλάζουν οι εξωγενείς παράγοντες οπουδήποτε (κλιματική αλλαγή, ανθρωπιστικές και επισιτιστικές κρίσεις).
Οι αμέτρητοι διαφορετικοί δρόμοι
Ο βασικός αριθμός της διάρκειας ζωής που κυμαίνεται γύρω στο «50% κληρονομικότητα» κινδυνεύει να παρερμηνευτεί, καθώς δεν σημαίνει ότι τα γονίδια καθορίζουν τις μισές από τις πιθανότητες ζωής ενός ατόμου. Στην πραγματικότητα, η γενετική συμβολή για οποιοδήποτε συγκεκριμένο άτομο μπορεί να είναι από πολύ μικρή έως πολύ μεγάλη, ανάλογα με τις περιστάσεις του.
Υπάρχουν αμέτρητοι δρόμοι για μια μακρά ζωή: ορισμένοι άνθρωποι έχουν ισχυρά γενετικά προφίλ που τους προστατεύουν ακόμη και σε δύσκολες συνθήκες, ενώ άλλοι αντισταθμίζουν τη λιγότερο ευνοϊκή γενετική μέσω εξαιρετικής διατροφής, άσκησης και υγειονομικής περίθαλψης. Κάθε άτομο αντιπροσωπεύει έναν μοναδικό συνδυασμό και πολλοί διαφορετικοί συνδυασμοί μπορούν να οδηγήσουν σε εξαιρετική μακροζωία.
Το ποιοι συνδυασμοί αποδεικνύονται πιο συνηθισμένοι εξαρτάται αποκλειστικά από τον πληθυσμό και τις συνθήκες υπό τις οποίες ζουν και γερνούν οι άνθρωποι.
Κλειδί ο συνδυασμός γονιδίων και περιβάλλοντος
Οι συγγραφείς αυτής της τελευταίας μελέτης παραδέχονται ότι περίπου το ήμισυ της διακύμανσης της διάρκειας ζωής εξακολουθεί να εξαρτάται από το περιβάλλον, τον τρόπο ζωής, την υγειονομική περίθαλψη και τυχαίες βιολογικές διεργασίες, όπως η ανεξέλεγκτη διαίρεση των κυττάρων στον καρκίνο.
Η εργασία τους, υποστηρίζουν, θα πρέπει να ανανεώσει τις προσπάθειες για τον εντοπισμό των γενετικών μηχανισμών που εμπλέκονται στη γήρανση και τη μακροζωία. Η κατανόηση του πώς διαφορετικοί γενετικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν με διαφορετικά περιβάλλοντα, είναι πιθανώς το κλειδί ώστε να εξηγηθεί γιατί ορισμένοι άνθρωποι ζουν πολύ περισσότερο από άλλους.
Η μελέτη προσφέρει πολύτιμες γνώσεις για το πώς διαφορετικοί τύποι θνησιμότητας έχουν διαμορφώσει την κατανόησή μας για τη διάρκεια ζωής. Αλλά τα αποτελέσματά της γίνονται καλύτερα κατανοητά ως ένδειξη του πώς η κληρονομικότητα αλλάζει σε διαφορετικά πλαίσια και δεν συνδέεται με μια ενιαία, καθολική γενετική συμβολή.
Τελικά, όπως τονίζει η Modig, τόσο τα γονίδια όσο και το περιβάλλον έχουν σημασία. Και, ίσως το πιο σημαντικό, έχουν σημασία μαζί.
Έτσι, είτε είναι καλό ή κακό νέο, πιθανότατα δεν θα λάβουμε ποτέ μια απλή απάντηση στο πόσο μεγάλο μέρος της διάρκειας ζωής καθορίζεται μόνο από τα γονίδια.