Τιτανικός 1912: Το μεγαλύτερο και πολυτελέστερο κρουαζιερόπλοιο της εποχής του, χτυπά σε παγόβουνο στον Ατλαντικό Ωκεανό, μόλις την τέταρτη ημέρα του παρθενικού ταξιδιού του. Βυθίζεται 2 ώρες και 40 λεπτά αργότερα, παρασύροντας στο θάνατο 1.514 ανθρώπους με τους υπόλοιπους 700 να βρίσκονται στις σωσίβιες λέμβους και να παρακολουθούν το τραγικό γεγονός. Με πλοίαρχο τον Έντουαρντ Σμιθ, οι επιβάτες του περιελάμβαναν μερικούς από τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου, καθώς και εκατοντάδες μετανάστες από την Μεγάλη Βρετανία και την Ιρλανδία, τη Σκανδιναβία και άλλες περιοχές σε όλη την Ευρώπη, οι οποίοι αναζητούσαν μια καινούρια ζωή στη Βόρεια Αμερική.

Το ναυάγιο του Τιτανικού παραμένει στο βυθό, σπασμένο στα δύο, και σταδιακά αποσυντιθέμενο σε βάθος 12.415 ft (3.784 m). Από την ανακάλυψή του, το 1985, χιλιάδες αντικείμενα έχουν ανασυρθεί και εκτίθενται σε μουσεία σε όλο τον κόσμο. Ο Τιτανικός έχει γίνει ένα από τα διασημότερα πλοία στην ιστορία και η μνήμη του διατηρείται ζωντανή από πολυάριθμα βιβλία, τραγούδια, ταινίες, εκθέματα και μνημεία.

Η ναυπήγηση

Η απόφαση για τη ναυπήγηση του Τιτανικού πάρθηκε στα μέσα του 1907 από τον πρόεδρο της βρετανικής ναυτιλιακής εταιρείας White Star Line, Μπρους Ισμέι, και τον αμερικανό τραπεζίτη Τζον Πίερποντ Mόργκαν (J. P. Morgan), ιδιοκτήτη της μητρικής εταιρείας International Mercantile Marine. Η White Star Line αντιμετώπιζε οξύ ανταγωνισμό από την αμερικανική Cunard Line και τις γερμανικές Hamburg America και Norddeutscher Lloyd, οι οποίες διέθεταν ταχύτερα επιβατηγά πλοία για τα υπερατλαντικά ταξίδια.

Ο Ισμέι ήθελε να «χτυπήσει» τους ανταγωνιστές του στο μέγεθος παρά στην ταχύτητα και πρότεινε να κατασκευαστεί μια νέα κλάση επιβατηγών πλοίων, που θα ήταν αρκετά μεγαλύτερα από τα ήδη υπάρχοντα και κατασκευασμένα με την τελευταία λέξη της άνεσης και της πολυτέλειας. Η ναυπήγηση του Τιτανικού (RMS Titanic), όπως και των αδελφών πλοίων Ολυμπιακός (RMS Olympic) και Βρετανικός (RMS Britannic) ανατέθηκαν στα ναυπηγεία Harland &Wolff, που έδρευαν στο Μπέλφαστ της Ιρλανδίας και με τα οποία η White Star Line είχε μακρά περίοδο συνεργασίας.

Στις 29 Ιουλίου 1908, τα ναυπηγεία παρουσίασαν τα τελικά σχέδια στους επιτελείς της White Star Lines, τα οποία εγκρίθηκαν από τον Ισμέι. Δύο ημέρες αργότερα υπογράφηκαν τα τελικά συμβόλαια για την κατασκευή των τριών πλοίων. Το πλοίο που θα ονομαζόταν αργότερα Τιτανικός έλαβε την κωδική ονομασία Αριθμός 401 και η ναυπήγησή του άρχισε στις 31 Μαρτίου 1909.

Η κατασκευή του Τιτανικού απαίτησε 26 μήνες μέχρι την καθέλκυσή του. Το μέγεθος του πλοίου ήταν μεγάλη κατασκευαστική πρόκληση για τα ναυπηγεία Harland & Wolff, που χρειάστηκε να επενδύσουν μεγάλα ποσά για τη βελτίωση του τεχνολογικού τους εξοπλισμού. Οι εργασίες κατασκευής ήταν δύσκολες και επικίνδυνες, με αποτέλεσμα 7 εργαζόμενοι να χάσουν τη ζωή τους και 246 να τραυματισθούν, από τους οποίους οι 28 πολλοί σοβαρά. Ο Τιτανικός καθελκύστηκε στις 12:15 μ.μ. της 31ης Μαΐου 1911, παρουσία του Ισμέι, του τραπεζίτη Μόργκαν, καθώς κι ενός πλήθους, που ξεπερνούσε τις 100.000.

Ο Τιτανικός ήταν για την εποχή του ένα θαύμα της ναυπηγικής. Με μήκος 269 μέτρων και ύψος 53,3 μ. αποτελούσε ένα πρωτοποριακό τύπο πλοίου, που ενσωμάτωνε πολλές καινοτομίες: ανελκυστήρες για γρήγορη πρόσβαση στα διάφορα καταστρώματα, χαμάμ, γυμναστήριο, πισίνα, ταχυδρομείο και υπέρμετρη πολυτέλεια, ιδιαίτερα το σέρβις και το φαγητό που πρόσφερε σε επιβάτες της Α’ θέσης ήταν πολύ πλουσιότερο και από τα αντίστοιχα των σύγχρονων ξενοδοχείων 5 αστέρων. Ήταν διπλοπύθμενο, με 16 στεγανά διαμερίσματα. Δεδομένου ότι τα τέσσερα από αυτά μπορούσαν να κατακλυσθούν χωρίς να απειλήσουν την πλευστότητα του πλοίου, είχε επικρατήσει η αντίληψη ότι ήταν αβύθιστο. Παρόλα τα προηγμένα μέτρα ασφαλείας, δεν διέθετε επαρκή αριθμό σωστικών λέμβων, λόγω των απαρχαιωμένων κανονισμών λειτουργίας. Οι βάρκες του έφθαναν μόλις για 1.178 από τους 2.224 επιβαίνοντες του υπερωκεανείου.

Στις 6 το πρωί της 2ας Απριλίου 1912, ημέρα Δευτέρα, ξεκίνησαν οι δοκιμαστικοί πλόες του, οι οποίοι ολοκληρώθηκαν μέσα σε δύο ημέρες. Όλα πήγαν καλά και ο Τιτανικός ήταν έτοιμος για το παρθενικό του ταξίδι από το Σαουθάμπτον της Μεγάλης Βρετανίας στη Νέα Υόρκη.

Το μοιραίο ταξίδι

Την Τετάρτη, 10 Απριλίου 1912, ο Τιτανικός θα ξεκινούσε για το πρώτο και τελευταίο ταξίδι του. Το πολυτελές υπερωκεάνιο, με καπετάνιο τον 62χρονο εγγλέζο Έντουαρντ Σμιθ (αρχικαπετάνιο της White Star Line) και πλήρωμα 885 άνδρες και γυναίκες, θα μετέφερε 1.339 επιβάτες, με δυο ενδιάμεσες σταθμεύσεις, στον τελικό προορισμό του, που ήταν το λιμάνι της Νέας Υόρκης. Η άφιξή του ήταν προγραμματισμένη για τις 17 Απριλίου.

Από τις 9:30 το πρωί άρχισαν να καταφθάνουν στο Σαουθάμπτον οι πρώτοι επιβάτες, με ειδικούς συρμούς από το Λονδίνο. Πρώτοι άρχισαν να επιβιβάζονται οι επιβάτες της Γ’ Θέσης, άνθρωποι του μόχθου και τυχοδιώκτες απ’ όλη την Ευρώπη, που αναζητούσαν το «αμερικάνικο όνειρο» και έπρεπε πρώτα να περάσουν από έλεγχο για τυχόν λοιμώδεις αρρώστιες. Οι επιβάτες της Α’ και Β’ θέσης ήσαν, ως επί το πλείστον, πλούσιοι τουρίστες, που επιβιβάστηκαν στον Τιτανικό μία ώρα πριν από την αναχώρηση του.

Ο Τιτανικός με 922 επιβάτες αναχώρησε στις 12 το μεσημέρι, με κατεύθυνση το Χερβούργο της Γαλλίας, πρώτο σταθμό του ταξιδιού του. Στο λιμάνι του Σαουθάμπτον παραλίγο να εμπλακεί σε ατύχημα, όταν το κύμα που προκάλεσε το τεράστιο εκτόπισμά του, έσπασε τους κάβους του αγκυροβολημένου πλοίο City of New York, το οποίο παραλίγο να συγκρουσθεί με τον Τιτανικό.

Με καλό, αλλά κρύο καιρό, ο Τιτανικός προσέγγισε την ίδια ημέρα το γαλλικό λιμάνι του Χερβούργου, όπου παρέλαβε 274 επιβάτες και αποβίβασε 24. Με πορεία προς την Ιρλανδία, έφθασε στο λιμάνι του Κορκ στις 11:30 το πρωί της 11ης Απριλίου, όπου παρέλαβε άλλους 120 επιβάτες, ενώ αποβίβασε επτά, ανάμεσά τους και τον πατέρα Φράνσις Μπράουν, ιησουίτη μοναχό και δεινό φωτογράφο, στον οποίο οφείλουμε πολλές από τις φωτογραφίες, που τραβήχτηκαν στα καταστρώματα του Τιτανικού.

Μετά την αναχώρησή του από το Κορκ, το πολυτελές υπερωκεάνειο χάραξε πορεία προς τη Νέα Υόρκη δια μέσου του Βορείου Ατλαντικού. Οι πρώτες τρεις μέρες του ταξιδιού πέρασαν χωρίς απρόοπτα. Παρά τις προειδοποιήσεις για επιπλέοντα παγόβουνα στην περιοχή του Νιουφάουντλαντ, το πολυτελές υπερωκεάνειο έπλεεε με πρόσω τις μηχανές, καθώς όπως πίστευε ο καπετάνιος Σμιθ τα παγόβουνα δεν αποτελούσαν ιδιαίτερο κίνδυνο για ένα πλοίο της κλάσης του Τιτανικού.

Όμως στις 11:40 μ.μ. της 14ης Απριλίου συνέβη το μοιραίο. Ο Τιτανικός, πλέοντας με σχετικά υψηλή ταχύτητα των 22 κόμβων και χωρίς καμιά προφύλαξη, προσέκρουσε σε παγόβουνο, 37 δευτερόλεπτα αφότου έγινε αντιληπτό από το πλήρωμα. Πέντε από τα στεγανά του πλοίου αρχίζουν να μπάζουν νερά και η πλώρη άρχισε να καταβυθίζεται.

Πλήρωμα και επιβάτες ήταν ανέτοιμοι για μια τέτοια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Οι σωστικές λέμβοι επαρκούσαν μόνο για τους μισούς επιβαίνοντες. Επικράτησε πανικός. Στις 12:05 π.μ. της 15ης Απριλίου ο καπετάνιος διατάσσει να ετοιμαστούν οι σωσίβιοι λέμβοι. Στις 12:45 π.μ. η πρώτη σωσίβια λέμβος με γυναικόπαιδα, όπως επιτάσσει το πρωτόκολλο, «κατεβαίνει» στη θάλασσα.

Στις 2:20 μ.μ. ο Τιτανικός βυθίζεται, λίγα δευτερόλεπτα αφότου έσπασε στα δύο. Οι εναπομείναντες επιβάτες και μέλη του πληρώματος πηδούν στα παγωμένα νερά του Β. Ατλαντικού για να σωθούν, αλλά βρίσκουν σχεδόν ακαριαίο θάνατο από υποθερμία ή καρδιακή προσβολή, καθώς η θερμοκρασία του νερού είναι στους -2 βαθμούς Κελσίου.

Τα σήματα κινδύνου του βυθιζόμενου Τιτανικού δεν απέδωσαν αμέσως, καθώς παραπλέοντα πλοία δεν υπήρχαν. Στις 4:10 π.μ. το υπερωκεάνειο Καρπάθια της Cunard Line βρέθηκε στον τόπο του ναυαγίου και περισυνέλεξε τους πρώτους ναυαγούς. Στις 8:30 π.μ. περισυλλέγονται και οι επιβάτες της τελευταίας σωστικής λέμβου και το Καρπάθια με τους 711 διασωθέντες θα καταπλεύσει στο λιμάνι της Νέας Υόρκης στις 18 Απριλίου 1912.

Σήμερα κανένας επιζών δεν βρίσκεται στην ζωή. Η τελευταία επιζήσασα από το ναυάγιο, Μιλβίνα Ντιν, απεβίωσε στις 31 Μαϊου 2009, σε ηλικία 97 ετών.

Η καταστροφή του Τιτανικού προκάλεσε γενικευμένη δημόσια κατακραυγή για την έλλειψη σωστικών λέμβων, τους χαλαρούς κανόνες ασφάλειας, και την άνιση μεταχείριση των διαφορετικών Θέσεων στις οποίες ανήκαν οι επιβάτες που επέβαιναν στο πλοίο. Οι έρευνες που έγιναν στον απόηχο της καταστροφής επέφεραν σαρωτικές αλλαγές στους κανόνες ναυσιπλοΐας. Αυτό οδήγησε στην δημιουργία το 1914 της Σύμβασης SOLAS, η οποία ακόμα διέπει την ναυτική ασφάλεια σήμερα.

Οι Έλληνες του ναυαγίου

Οι Ελληνες που μπάρκαραν με τον «Τιτανικό» είχαν καταγωγή από το μικρό χωριό Άγιος Σώστης του δήμου Οιχαλίας, στη Μεσσηνία. Επρόκειτο για τους Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Απόστολο Χρονόπουλο, Δημήτρη Χρονόπουλο και Βασίλειο Καταβέλη. Ο 33χρονος Παναγιώτης Λυμπερόπουλος ζούσε αρκετά χρόνια στη Νέα Υόρκη. Είχε, μάλιστα, ανοίξει εργαστήριο μεταλλικών χειροτεχνημάτων. Στην πατρίδα του είχε γυρίσει τον Απρίλιο του 1912, το Πάσχα, προκειμένου να βαφτίσει τον γιο του Κώστα. Παρά τα παρακάλια της συζύγου του, λίγες ημέρες μετά αποφάσισε να επιστρέψει και πάλι στη «Γη της Επαγγελίας».

Αυτός, όμως, ήταν αποφασισμένος και όταν πλέον έφτασαν στο λιμάνι της Μασσαλίας με τον Βασίλη Καταβέλο της έγραψε πως «θα ταξιδέψουμε με το καλύτερο ατμόπλοιο του κόσμου» προκειμένου να την καθησυχάσει. Στον «Τιτανικό» επιβιβάστηκε από το λιμάνι του Χερβούργου με αριθμό εισιτηρίου 2683 Γ’ Θέση. Οταν το πλοίο χτύπησε το παγόβουνο, ο Λυμπερόπουλος εγκατέλειψε την Γ΄ θέση. Με τη βοήθεια των αγγλικών που γνώριζε, φόρεσε ένα σωσίβιο και έπεσε στα παγωμένα νερά. Κολύμπησε μέχρι μια σωσίβια λέμβο, όπου βρίσκονταν άλλα τρία άτομα. Δυστυχώς, η λέμβος παρασύρθηκε από τα νερά και δεν βρέθηκε παρά δύο μήνες μετά σε μια ακτή του Καναδά.

Οι ναυαγοί ήταν νεκροί και είχαν δεθεί στη λέμβο με τις ζώνες των παντελονιών τους. Τα σωσίβιά τους ήταν σκισμένα με τα δόντια τους, πιθανώς σε μια προσπάθεια να ξεγελάσουν την πείνα τους. Η γυναίκα του και ο γιος του Παναγιώτη Λυμπερόπουλου παρέλαβαν τα αντικείμενα που βρέθηκαν στις τσέπες του: τη βέρα του, μια χρυσή καρφίτσα, ένα ρολόι, μια ατζέντα και κάποια χρήματα. Ο ίδιος ετάφη σε νεκροταφείο του Καναδά.

Σε ό,τι αφορά τον 19χρονο Βασίλειο Καταβέλη, που ήλπιζε να καταφέρει να φτάσει στο Μιλγουόκι των ΗΠΑ, η σορός του εντοπίστηκε από τα σωστικά συνεργεία και πάνω της βρέθηκε ένα εισιτήριο τρένου από την Νέα Υόρκη προς το Μιλγουόκι, ένας μικρός καθρέπτης, δύο σημειωματάρια, μια χτένα και ένα κλειδί. Μάλιστα, τα προσωπικά του αντικείμενα παραδόθηκαν στα αδέλφια του Πέτρο, Παναγιώτη και Λαμπρινή στο λιμάνι του Πειραιά λίγο καιρό αργότερα.

O Απόστολος Χρονόπουλος, 26 ετών, είχε πάει πρώτη φορά στην Αμερική σε ηλικία 18 ετών και δούλευε διερμηνέας σε μια βιοτεχνία. Γύρισε στην Ελλάδα για να πάρει μαζί τον αδελφό του Δημήτρη, ο οποίος ήταν τότε 19 ετών. Αρχικά, τα δύο αδέλφια επρόκειτο να ταξιδέψουν στην Αμερική με κάποιο άλλο υπερωκεάνιο, αλλά, όταν έφτασαν στη Μασσαλία με τον Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και τον Βασίλη Καταβέλο, ο πρώτος τούς έπεισε να αλλάξουν τα εισιτήριά τους και να ταξιδέψουν με τον «Τιτανικό» για να φτάσουν πιο γρήγορα.

Καθότι και τα δύο αδέλφια ήταν επιβάτες της τρίτης θέσης, οι σοροί τους δεν βρέθηκαν ποτέ. Καθότι και τα δύο αδέλφια ήταν επιβάτες της τρίτης θέσης, οι σοροί τους δεν βρέθηκαν ποτέ.

Στο ορεινό χωριό του Αγίου Σώστη στη Μεσσηνία, υπάρχει ένα μικρό μνημείο για τους τέσσερις άντρες-θύματα του «Τιτανικού». «Εις μνήμην των τεσσάρων Ελλήνων θυμάτων του “Τιτανικού” του έτους 1912 αναζητούντων καλυτέραν τύχην εις ΗΠΑ δι’ εαυτούς και οικογενείας των. Βασιλείου Γ. Καταβέλου – Παναγιώτου Κ. Λυμπερόπουλου – Αποστόλου Μ. Χρονόπουλου – Δημητρίου Μ. Χρονόπουλου» γράφει το μνημείο, που δημιουργήθηκε το 2001.

Πηγές: sansimera.gr, ert

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις