Οι διαδηλώσεις εναντίον του ρατσισμού και της αστυνομικής βαρβαρότητας συνεχίζονται στις ΗΠΑ, παρά τις λεηλασίες, τις συγκρούσεις με την αστυνομία και τον πολεμικό τόνο του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, που δηλώνει αποφασισμένος να αποκαταστήσει την τάξη, αναπτύσσοντας εάν κρίνει πως απαιτείται στρατό. Εννέα ημέρες μετά τον θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ στη Μινεάπολη, όπου ο 46χρονος Αφροαμερικανός υπέστη ασφυξία κατά τη διάρκεια της βίαιης προσαγωγής του από λευκούς αστυνομικούς, το ιστορικό κύμα διαδηλώσεων και αμφισβήτησης δεν κοπάζει.

Τουλάχιστον 60.000 άνθρωποι απέτισαν χθες φόρο τιμής στον εκλιπόντα σε ειρηνική συγκέντρωση στο Χιούστον, την πόλη του Τέξας όπου μεγάλωσε και αναμένεται να κηδευτεί την επόμενη εβδομάδα. «Ο Τζορτζ δεν πέθανε μάταια», διαβεβαίωσε ο δήμαρχος της πόλης Σιλβέστερ Τέρνερ, Αφροαμερικανός και Δημοκρατικός. Ο αρχηγός της αστυνομίας του Χιούστον πήρε μέρος στη διαδήλωση. Στο Λος Άντζελες, ο δήμαρχος Έρικ Γκαρσέτι πόζαρε μαζί με αστυνομικούς καθώς γονάτιζαν, κίνηση που από το 2016 έχει μετατραπεί σε μορφή διαμαρτυρίας εναντίον της αστυνομικής βίας σε βάρος της αφροαμερικανικής μειονότητας.

Στην Ουάσινγκτον πολλές χιλιάδες άνθρωποι, ανάμεσά τους η Δημοκρατική γερουσιάστρια Ελίζαμπεθ Γουόρεν, διαδήλωναν ως αργά το βράδυ, αψηφώντας την απαγόρευση της κυκλοφορίας που τέθηκε σε ισχύ στις 19:00 (τοπική ώρα). Ο χώρος γύρω από τον Λευκό Οίκο ήταν αποκλεισμένος με μεταλλικά κιγκλιδώματα, κάτι που απέτρεψε άμεση εμπλοκή με τις δυνάμεις επιβολής της τάξης.

Η αμερικανική ομοσπονδιακή πρωτεύουσα, στην οποία συνελήφθησαν πάνω από 300 διαδηλωτές τη νύχτα της Δευτέρας, «ήταν η ασφαλέστερη τοποθεσία του πλανήτη την περασμένη νύχτα», ανέφερε ικανοποιημένος ο Τραμπ μέσω Twitter, που αυτοανακηρύχθηκε πρόεδρος «του νόμου και της τάξης».

Η ηρεμία αποκαταστάθηκε στη Μινεάπολη, επίκεντρο του ξεσπάσματος της οργής. «Θέλω να αποδοθεί δικαιοσύνη γι’ αυτόν επειδή ήταν καλός», είπε η Ρόξι Ουάσινγκτον, η μητέρα της εξάχρονης κόρης του Τζορτζ Φλόιντ. Δακρυσμένη, η Ουάσινγκτον τόνισε πως «η Τζιάνα δεν έχει πια πατέρα» και ο σύντροφός της «δεν θα τη δει ποτέ να μεγαλώνει, να αποφοιτά».

Την τελευταία εβδομάδα, διαδηλώσεις και ταραχές έχουν καταγραφεί σε πάνω από εκατό αμερικανικές πόλεις Έχουν αναφερθεί χιλιάδες συλλήψεις και θάνατοι. Ο Τραμπ απέτισε φόρο τιμής χθες βράδυ σε έναν πρώην αστυνομικό που σκοτώθηκε σε χώρο όπου έγινε λεηλασία στο Σεντ Λούις (Μιζούρι).

Στη Νέα Υόρκη, όπου πολλά καταστήματα στην περίφημη 5η Λεωφόρο λεηλατήθηκαν το βράδυ της Δευτέρας, η απαγόρευση κυκλοφορίας τέθηκε σε ισχύ νωρίτερα, στις 20:00, ενώ ανακοινώθηκε πως η ισχύς του μέτρου παρατείνεται ως την Κυριακή.

Αυτό δεν εμπόδισε πολλές εκατοντάδες διαδηλωτές, λευκούς και μαύρους, να διαδηλώσουν φωνάζοντας το όνομα του εκλιπόντα ή ακόμη «Black Lives Matter» («οι ζωές των μαύρων μετράνε»), σύνθημα καταγγελίας της βίας της αστυνομίας σε βάρος των Αφροαμερικανών και ονομασία ενός ολόκληρου κινήματος που έχει γεννηθεί γι’ αυτό.

Η απαγόρευση της κυκλοφορίας «είναι ένα εργαλείο για να εμποδιστεί ο κόσμος να διαδηλώσει ώστε να σταματήσει αυτούς που διαπράττουν εγκλήματα», έκρινε η 29χρονη Ταζιάνα Γκόρντον, αφροαμερικανίδα νοσοκόμα.

Στο διάγγελμά του τη Δευτέρα ο αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε πως θα αναπτύσσονταν «χιλιάδες βαριά οπλισμένοι στρατιώτες» και αστυνομικοί στην Ουάσινγκτον, για να δοθεί τέλος στις «ταραχές» και «στις λεηλασίες». Απαίτησε οι κυβερνήτες και οι δήμαρχοι να αναπτύξουν δυνάμεις ικανές να ανακτήσουν «την κυριαρχία» του κράτους «στους δρόμους» της χώρας, και απείλησε να στείλει τον αμερικανικό στρατό να «λύσει το πρόβλημα αντ’ αυτών», εάν δεν εισακουστεί.

Ενώ μίλαγε, οι δυνάμεις επιβολής της τάξης διέλυσαν, κάνοντας εκτεταμένη χρήση δακρυγόνων και προχωρώντας σε έφοδο, τους συγκεντρωμένους διαδηλωτές, ώστε ο Τραμπ να μπορέσει κατόπιν να πάει με τα πόδια σε μια εμβληματική εκκλησία που είχε υποστεί μικρής έκτασης φθορές την προηγουμένη και να φωτογραφηθεί κρατώντας ένα αντίτυπο της Αγίας Γραφής. Τη χειρονομία καταδίκασαν πνευματικοί ηγέτες των προτεσταντών και των καθολικών, βλέποντας μια «ηθικά αποκρουστική» επικοινωνιακή κίνηση.

Η δήμαρχος της Ουάσινγκτον Μιούριελ Μπάουζερ, Αφροαμερικανή και Δημοκρατική, διαμαρτυρήθηκε εναντίον της αποστολής του στρατού «στους αμερικανικούς δρόμους εναντίον του αμερικανικού λαού», κάτι που καταδίκασαν πολλοί Δημοκρατικοί κυβερνήτες και κοινοβουλευτικοί.

Η κρίση, σε μια χώρα ήδη βαθιά διχασμένη, παίρνει ολοένα περισσότερο πολιτικές προεκτάσεις.

Ο υποψήφιος των Δημοκρατικών Τζο Μπάιντεν κατηγόρησε τον πρόεδρο Τραμπ ότι «μεταμόρφωσε τη χώρα σε πεδίο μάχης», ότι ανακινεί παλιά μίση και ανακινεί νέους φόβους. Σε προεκλογική εκδήλωση στη Φιλαδέλφεια, υποσχέθηκε να «επουλώσει τις πληγές» που έχουν ανοίξει οι φυλετικές εντάσεις εδώ και «πολύ καιρό».

Ο πρώην πρόεδρος Τζορτζ Ου. Μπους εκτίμησε από την πλευρά του πως είναι «καιρός» η Αμερική «να εξετάσει τις τραγικές αποτυχίες» της στο ζήτημα του ρατσισμού.

Αντιμέτωπος με τις μαζικές κινητοποιήσεις, που ξέσπασαν ενώ στις ΗΠΑ οι κοινωνικές και φυλετικές ανισότητες είχαν ήδη επιδεινωθεί εξαιτίας του αντίκτυπου της πανδημίας του κορονοϊού, ο Τραμπ παραμένει σιωπηλός ως τώρα όσον αφορά τα ζητήματα που εγείρουν οι διαδηλωτές.

Ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι δεν ζήτησε να απομακρυνθούν από την Πλατεία Λαφαγιέτ της Ουάσινγκτον οι διαδηλωτές προκειμένου να πάει ο ίδιος σε μια ιστορική εκκλησία που είχε υποστεί ζημιές την προηγούμενη ημέρα και να φωτογραφηθεί εκεί, μαζί με κορυφαίους συνεργάτες του, κρατώντας στο χέρι μια Βίβλο. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο ραδιόφωνο του δικτύου Fox ο πρόεδρος διέψευσε ότι οι δυνάμεις ασφαλείας χρησιμοποίησαν δακρυγόνα εναντίον των διαδηλωτών, όπως αναφέρουν πολλοί από αυτούς αλλά και δημοσιογράφοι που ήταν παρόντες. «Όταν πήγα (σ.σ. στην εκκλησία) δεν είπα: Διώξτε τους. Δεν ήξερα ποιος ήταν εκεί», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με την εφημερίδα Washington Post, ο υπουργός Δικαιοσύνης Μπιλ Μπαρ ήταν εκείνος που ζήτησε να απωθηθούν οι διαδηλωτές από την Πλατεία Λαφαγιέτ, αφού διαπίστωσε προηγουμένως ότι δεν είχε εφαρμοστεί η απόφαση να διευρυνθεί η περίμετρος ασφαλείας γύρω από τον Λευκό Οίκο. Η απόφαση αυτή είχε ληφθεί αργά το βράδυ της Κυριακής ή νωρίς το πρωί της Δευτέρας, σύμφωνα με δύο αξιωματούχους των υπηρεσιών επιβολής του νόμου. Όταν έφτασε ο Μπαρ στο πάρκο απέναντι από τον Λευκό Οίκο, το απόγευμα της Δευτέρας, είδε ότι δεν την είχαν εφαρμόσει και ζήτησε από την αστυνομία να αναλάβει δράση, είπε ένας αξιωματούχος του υπουργείου Δικαιοσύνης στην εφημερίδα.

Στη συνέντευξή του στη ραδιοφωνική εκπομπή του Μπράιν Κίλμιντ στο Fox News ο Τραμπ ρωτήθηκε πώς μπορεί να λυθεί το πρόβλημα της φυλετικής αδικίας και απάντησε ότι πρόκειται για ένα «λυπηρό πρόβλημα».

Για επιθεώρηση στο καταφύγιο

Ο Τραμπ διέψευσε επίσης ότι τον μετέφεραν σε ένα ασφαλές καταφύγιο λόγω των διαδηλώσεων που ήταν σε εξέλιξη έξω από τον Λευκό Οίκο, λέγοντας ότι πήγε όντως εκεί αλλά απλώς για να επιθεωρήσει τον χώρο. Σύμφωνα με την εφημερίδα New York Times το βράδυ της περασμένης Παρασκευής άνδρες της Μυστικής Υπηρεσίας συνόδευσαν τον Αμερικανός πρόεδρο σε αυτό το καταφύγιο. «Πρόκειται για ψευδή πληροφορία», είπε ο Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι ήταν μέρα όταν πήγε στο καταφύγιο. Πρόσθεσε ότι έχει πάει «δύο ή τρεις φορές» τις τελευταίες ημέρες, όμως πάντα για να κάνει «επιθεώρηση». «Μια ομάδα ανθρώπων ήρθε μαζί μου», συνέχισε.

Σε αυτό το ασφαλές καταφύγιο είχε οδηγηθεί ο τότε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Ντικ Τσένεϊ μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.