Υπουργείο Οικονομικών: Πάνω από 40 δισ. το κόστος του προγράμματος Τσίπρα
Το Υπουργείο Οικονομικών αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο κοστολογήθηκε το πρόγραμμα του Αλέξη Τσίπρα και υποστηρίζει ότι το πραγματικό κόστος ξεπερνά τα 40 δισ.
Το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δημοσιοποίησε την κοστολόγηση των μέτρων που ανακοίνωσε ο Αλέξης Τσίπρας, υποστηρίζοντας ότι ο τρόπος παρουσίασής τους από την πλευρά του πρώην πρωθυπουργού είναι «πλήρως παραπλανητικός».
Σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών, ο Αλέξης Τσίπρας υποστηρίζει ότι το κόστος του προγράμματός του ανέρχεται σε 7,5 δισ. ευρώ στην τετραετία. Το υπουργείο, ωστόσο, υποστηρίζει ότι μέτρα με συγκεκριμένο ετήσιο κόστος εμφανίζονται στις ετήσιες κατανομές διαιρεμένα διά του τέσσερα, ενώ το κόστος τους αφορά κάθε έτος.
Παράλληλα, αντί να αποτυπώνεται το σωρευτικό κόστος κάθε έτους, όπως γίνεται στους ετήσιους προϋπολογισμούς και στον πολυετή δημοσιονομικό προγραμματισμό, σύμφωνα με το ΥΠΕΘΟ εμφανίζεται μόνο το επιπλέον οριακό κόστος κάθε χρονιάς.
Όπως επισημαίνει το υπουργείο, όμως, ο δημοσιονομικός χώρος που επικαλείται ο κ. Τσίπρας αντιστοιχεί σε σωρευτικό κόστος τετραετίας και όχι στο επιπλέον κόστος κάθε έτους.
Οι υπολογισμοί για υγεία, εκπαιδευτικούς και φοιτητές
Το Υπουργείο Οικονομικών θέτει σειρά ερωτημάτων για τις ποσοτικοποιήσεις που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα.
Για την αύξηση κατά 500 ευρώ τον μήνα στους εργαζόμενους στη δημόσια υγεία, το υπουργείο διερωτάται πώς προκύπτει κόστος 225 εκατ. ευρώ κατ’ έτος. Όπως αναφέρει, 128.000 εργαζόμενοι επί 500 ευρώ επί 12 μήνες αντιστοιχούν σε 768 εκατ. ευρώ και, μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές, σε 900 εκατ. ευρώ ετησίως, σύμφωνα με τον ίδιο τον κ. Τσίπρα.
Το ΥΠΕΘΟ υποστηρίζει ότι πρόκειται για ετήσιο κόστος, το οποίο δεν μπορεί να διαιρείται διά του τέσσερα. Στην ομιλία του, ο Αλέξης Τσίπρας είχε αναφέρει ότι αυξάνονται αρχικά κατά μέσο όρο 500 ευρώ τον μήνα οι αποδοχές γιατρών και νοσηλευτών, άρα, σύμφωνα με το υπουργείο, το κόστος ανέρχεται σε 900 εκατ. ευρώ από το 2027 και κάθε έτος έως το 2030.
Για τη μηδενική συμμετοχή στα φάρμακα, το ΥΠΕΘΟ αναφέρει ότι ακόμη και στην περίπτωση που προβλεπόταν μείωση κατά 50% το 2029 και πλήρης κατάργηση το 2030, ο πίνακας θα έπρεπε να εμφανίζει κόστος 450 εκατ. ευρώ για το 2029 και 900 εκατ. ευρώ για το 2030.
Σε ό,τι αφορά την Εθνική Εγγύηση Φροντίδας, το υπουργείο σημειώνει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για το πώς ποσοτικοποιείται, αλλά υποστηρίζει πως το ετήσιο κόστος θα έπρεπε να αποτυπώνεται στα 336 εκατ. ευρώ το 2030, καθώς πρόκειται για σωρευτικό κόστος.
Αντίστοιχη είναι η κριτική για την αύξηση κατά 300 ευρώ τον μήνα στους εκπαιδευτικούς. Το ΥΠΕΘΟ υπολογίζει ότι 200.000 εργαζόμενοι επί 500 ευρώ επί 12 μήνες αντιστοιχούν σε 720 εκατ. ευρώ, ποσό που, με τις εργοδοτικές εισφορές, φτάνει τα 840 εκατ. ευρώ ετησίως, σύμφωνα με την ίδια την παρουσίαση του κ. Τσίπρα.
Το υπουργείο υποστηρίζει ότι το ποσό αυτό αφορά κάθε έτος από το 2027 έως το 2030 και δεν μπορεί να διαιρείται διά του τέσσερα.
Για τις προσλήψεις μόνιμων εκπαιδευτικών, το ΥΠΕΘΟ αναφέρει ότι ακόμη και εάν πραγματοποιούνταν 15.000 προσλήψεις το 2029 και άλλες 15.000 το 2030, το κόστος το 2030 θα έπρεπε να είναι 150 εκατ. ευρώ και όχι 75 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, σημειώνει ότι το κόστος για 30.000 προσλήψεις ανέρχεται σε 569 εκατ. ευρώ ετησίως και όχι σε 150 εκατ. ευρώ.
Σε ό,τι αφορά τη στήριξη 80.000 φοιτητών με 500 ευρώ τον μήνα για 10 μήνες, το ΥΠΕΘΟ υπολογίζει ετήσιο κόστος 400 εκατ. ευρώ. Όπως υποστηρίζει, αυτό προκύπτει από τον υπολογισμό 80.000 επί 500 επί 10, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας είχε ανακοινώσει στήριξη 80.000 φοιτητών με 500 ευρώ μηνιαίως. Επομένως, σύμφωνα με το υπουργείο, το κόστος ανέρχεται σε 400 εκατ. ευρώ από το 2027 και κάθε έτος έως το 2030.
Προσχολική αγωγή, σχολικά γεύματα και μέτρα που «μηδενίζονται»
Το Υπουργείο Οικονομικών υποστηρίζει επίσης ότι σε σχετικό πίνακα δεν αναφέρεται το σωρευτικό κόστος.
Σύμφωνα με το υπουργείο, αυτό θα έπρεπε να είναι 600 εκατ. ευρώ και όχι 400 εκατ. ευρώ το 2030 για την καθολική προσχολική αγωγή.
Αντίστοιχα, το κόστος για τα δωρεάν σχολικά γεύματα θα έπρεπε, κατά το ΥΠΕΘΟ, να είναι 165 εκατ. ευρώ αντί για 90 εκατ. ευρώ το 2029 και 165 εκατ. ευρώ αντί για μηδέν το 2030.
Παράλληλα, το υπουργείο θέτει σειρά ερωτημάτων για μέτρα τα οποία εμφανίζονται να έχουν κόστος σε ένα έτος και στη συνέχεια να μηδενίζονται.
Ενδεικτικά, διερωτάται εάν ο νέος μόνιμος μηχανισμός για τον ΕΛΓΑ θα σταματήσει το 2029, αφού υπάρχει κόστος το 2028 και στη συνέχεια μηδενίζεται.
Ανάλογα ερωτήματα θέτει για τους εποχικούς πυροσβέστες, καθώς, όπως αναφέρει, δεν εξηγείται γιατί το κόστος μηδενίζεται από το 2028, αλλά και για τις δωρεάν αστικές μετακινήσεις, οι οποίες εμφανίζονται να έχουν κόστος το 2027 και να μηδενίζονται από το 2028.
ΦΠΑ, φορολογικές ελαφρύνσεις και έσοδα από μερίσματα
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει το ΥΠΕΘΟ και στη μείωση του ΦΠΑ στο 6% για επιλεγμένα βασικά προϊόντα.
Το κόστος του συγκεκριμένου μέτρου, σύμφωνα με το υπουργείο, ποσοτικοποιείται σε 400 εκατ. ευρώ, ενώ η μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα και τα είδη υγιεινής υπολογίζεται σε 1,8 δισ. ευρώ.
Το ΥΠΕΘΟ διερωτάται, ως εκ τούτου, ποια ακριβώς προϊόντα αφορά η προτεινόμενη μείωση και γιατί το κόστος εξαφανίζεται το 2028. «Το 2028 θα επανέλθουν στο 13%;», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Για τη διπλάσια έκπτωση φόρου για παιδιά, το υπουργείο υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να αφορά μόνο το 2028, αλλά θα έπρεπε να εμφανίζονται 830 εκατ. ευρώ και για τα έτη 2029 και 2030. Παράλληλα, εκτιμά ότι το κόστος ανέρχεται σε 1,04 δισ. ευρώ κάθε έτος και όχι σε 830 εκατ. ευρώ για μία μόνο χρονιά.
Σε ό,τι αφορά την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, το ΥΠΕΘΟ θέτει το ερώτημα γιατί, ενώ το μέτρο κοστολογείται σε 240 εκατ. ευρώ, το κόστος εξαφανίζεται από το 2028.
Παράλληλα, ζητά διευκρινίσεις για τη μείωση της προκαταβολής φόρου στα νομικά πρόσωπα και διερωτάται εάν αυτή θα φτάσει στο 5% το 2030.
Για τα έσοδα, το ΥΠΕΘΟ επικεντρώνεται μεταξύ άλλων στη φορολόγηση των μερισμάτων. Σύμφωνα με την παρουσίαση του Αλέξη Τσίπρα, αναμένονται επιπλέον 400 εκατ. ευρώ, δηλαδή υπερδιπλασιασμός σε σχέση με τα 360 εκατ. ευρώ που εισπράχθηκαν το προηγούμενο έτος.
Το υπουργείο υπενθυμίζει ότι ο φόρος στα μερίσματα αυξήθηκε το 2017 από την κυβέρνηση Τσίπρα από το 10% στο 15%, ενώ τα αντίστοιχα έσοδα μειώθηκαν από 196 εκατ. ευρώ το 2016 σε 193 εκατ. ευρώ το 2017.
Το 2019, σύμφωνα με το ΥΠΕΘΟ, ο φόρος στα μερίσματα μειώθηκε εκ νέου από την κυβέρνηση Τσίπρα, από το 15% στο 10%, ενώ τα δηλωθέντα εισοδήματα παρέμειναν σχεδόν σταθερά.
Το 2020, εν μέσω της πανδημίας του COVID-19, η φορολογία των μερισμάτων μειώθηκε από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας από το 10% στο 5%. Τα δηλωθέντα εισοδήματα αυξήθηκαν από 1,44 δισ. ευρώ σε 5,48 δισ. ευρώ και τα φορολογικά έσοδα από 144 εκατ. ευρώ σε 274 εκατ. ευρώ.
Σήμερα, σύμφωνα με το υπουργείο, τα έσοδα διαμορφώνονται στα 361 εκατ. ευρώ έναντι 144 εκατ. ευρώ το 2019.
Το Υπουργείο Οικονομικών υποστηρίζει ότι η φορολογία των μερισμάτων παρουσιάζει μεγάλη ελαστικότητα, καθώς βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του επιχειρηματία εάν θα διανείμει μέρισμα, και διερωτάται πώς μπορεί να αναμένεται υπερδιπλασιασμός των σχετικών εσόδων.
Για τα επιπλέον 300 εκατ. ευρώ από την αύξηση του συμπληρωματικού φόρου ΕΝΦΙΑ στα νομικά πρόσωπα, το υπουργείο θέτει επίσης το ερώτημα πόσο σκοπεύει να αυξήσει τον φόρο ο κ. Τσίπρας και πώς αναμένεται αυτή η αλλαγή να επηρεάσει τις επενδύσεις.
Αναφορά γίνεται και στα έσοδα από τον αναβαλλόμενο φόρο, τα οποία υπολογίζονται σε 900 εκατ. ευρώ το 2030.
Το Υπουργείο Οικονομικών υποστηρίζει ότι κάτι τέτοιο είναι ανεφάρμοστο, επικαλούμενο και την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς, όπως αναφέρει, πλήττει άμεσα και σημαντικά τα απαραίτητα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών.
Παράλληλα, θέτει ζήτημα χρονισμού, καθώς, σύμφωνα με την κριτική του υπουργείου, προβλέπεται να χρηματοδοτηθούν δαπάνες του 2027 και του 2028 με έσοδα που θα εισπραχθούν το 2030.
Τα μέτρα που, σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών, δεν κοστολογήθηκαν
Το υπουργείο υποστηρίζει ακόμη ότι από την κοστολόγηση του προγράμματος απουσιάζουν εντελώς μέτρα που ανακοίνωσε ο Αλέξης Τσίπρας.
Μεταξύ αυτών είναι η εξαγγελία για τη δημιουργία 50.000 νέων προσιτών στεγαστικών επιλογών μέσα σε τέσσερα χρόνια. Το ΥΠΕΘΟ εκτιμά το ετήσιο κόστος σε 1,5 δισ. ευρώ, με βάση υπολογισμό 1.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για 50.000 κατοικίες των 80 τ.μ. Συνολικά, το κόστος στην τετραετία υπολογίζεται σε τουλάχιστον 6 δισ. ευρώ, ενώ, σύμφωνα με το υπουργείο, ο κ. Τσίπρας το θεωρεί μηδενικό.
Στα μέτρα που, κατά το ΥΠΕΘΟ, δεν έχουν υπολογιστεί περιλαμβάνεται και η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 1.000 ευρώ από το 2027.
Το υπουργείο υπολογίζει σε 859 εκατ. ευρώ το ετήσιο κόστος για ένα πλήρες έτος, λόγω της αύξησης των μισθών στο Δημόσιο, οι οποίοι, βάσει του νόμου, ακολουθούν την αύξηση του κατώτατου μισθού. Και σε αυτή την περίπτωση, αναφέρει, το κόστος αντιμετωπίζεται ως μηδενικό.
Ακόμη, το ΥΠΕΘΟ αναφέρεται στην απόδοση του συνόλου του τέλους ανθεκτικότητας στους δήμους, με εκτιμώμενο ετήσιο κόστος 0,59 δισ. ευρώ.
Όπως υποστηρίζει, το ποσό έχει ήδη δεσμευτεί για εγκεκριμένα έργα και αποζημιώσεις που πρέπει να καταβληθούν μέσω του Προγράμματος Φυσικών Καταστροφών μέσα στην επόμενη τριετία, με το μεγαλύτερο μέρος να αφορά χρηματοδότηση δήμων και περιφερειών.
Κατά συνέπεια, η απόδοση επιπλέον ποσού στους δήμους από ήδη ενταγμένα έργα αποτελεί, σύμφωνα με το υπουργείο, πρόσθετη δαπάνη, ενώ στην κοστολόγηση του κ. Τσίπρα το κόστος εμφανίζεται ως μηδενικό.
Ανάλογη κριτική διατυπώνεται για την αύξηση των επενδυτικών πόρων που διαθέτει το Πράσινο Ταμείο στους δήμους. Το ΥΠΕΘΟ υπολογίζει το ετήσιο κόστος σε 0,16 δισ. ευρώ και υποστηρίζει ότι και αυτό εμφανίζεται με μηδενικό κόστος.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται ο νέος «Φιλόδημος», με χρήση 250 εκατ. ευρώ από το Εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και 450 εκατ. ευρώ από δάνεια της ΕΤΕΠ ετησίως, συνολικά 700 εκατ. ευρώ τον χρόνο και 3,5 δισ. ευρώ στην πενταετία.
Το Υπουργείο Οικονομικών εκτιμά το ετήσιο κόστος σε 0,7 δισ. ευρώ και επισημαίνει ότι το Εθνικό ΠΔΕ διαθέτει ήδη προκαθορισμένα όρια κατανομής για περιφέρειες, δήμους και έργα υποδομών μέσω των αρμόδιων υπουργείων.
Σύμφωνα με το υπουργείο, επιπλέον 250 εκατ. ευρώ σημαίνουν αύξηση των ορίων του ΠΔΕ και, ως εκ τούτου, πρόσθετη δαπάνη.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι ο δανεισμός από την ΕΤΕΠ δεν αποτελεί δημοσιονομικό έσοδο αλλά χρηματοοικονομικό πόρο, ενώ η δαπάνη του δήμου προσμετράται στον στόχο πρωτογενών δαπανών και στο πρωτογενές αποτέλεσμα. Και εδώ, κατά το ΥΠΕΘΟ, το κόστος εμφανίζεται ως μηδενικό.
Τέλος, το υπουργείο αναφέρεται στην πρόταση για 1,5 δισ. ευρώ τον χρόνο από το εθνικό σκέλος των δημοσίων επενδύσεων για το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης.
Το εκτιμώμενο ετήσιο κόστος, σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών, ανέρχεται σε 1,5 δισ. ευρώ, καθώς θα απαιτηθεί επιπλέον αύξηση των ορίων του Εθνικού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Και αυτό, υποστηρίζει το υπουργείο, παρουσιάζεται με μηδενικό κόστος στην κοστολόγηση του προγράμματος.
«Πάνω από 40 δισ. και όχι 7,5 δισ.»
Συμπερασματικά, το Υπουργείο Οικονομικών υποστηρίζει ότι το πλήρες «κοστολογημένο» πρόγραμμα του Αλέξη Τσίπρα δεν ανέρχεται σε 7,5 δισ. ευρώ στην τετραετία, αλλά ξεπερνά τα 40 δισ. ευρώ.
Το υπουργείο αναφέρει ότι δεν γνωρίζει εάν η συγκεκριμένη κοστολόγηση έγινε σκόπιμα ή από άγνοια και καλεί εκ νέου τον Αλέξη Τσίπρα να καταθέσει τις παρεμβάσεις του στο Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο και να αναγνωρίσει, όπως υποστηρίζει, τα λάθη του.