«Οι φωνές μου έλεγαν να τους τελειώσω»: Δις ισόβια στον 24χρονο για τη διπλή δολοφονία στο Αίγιο
Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συρροή, καθώς και για επικίνδυνη σωματική βλάβη.
Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηλείας επέβαλε ποινή δις ισόβιας κάθειρξης στον 24χρονο που τον Απρίλιο του 2025 είχε δολοφονήσει τον θείο του και έναν ακόμη άνδρα στο Αίγιο, σε μια υπόθεση που είχε προκαλέσει σοκ.
Με ομόφωνη απόφαση, το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συρροή, καθώς και για επικίνδυνη σωματική βλάβη. Για τις δύο ανθρωποκτονίες του επιβλήθηκαν δύο ποινές ισόβιας κάθειρξης, ενώ για το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους. Αντίθετα, αθωώθηκε από την κατηγορία της οπλοχρησίας.
Σύμφωνα με το patrisnews, η ακροαματική διαδικασία διήρκεσε όλη τη χθεσινή ημέρα, από το πρωί έως αργά το απόγευμα, με το δικαστήριο να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είχε πλήρη αντίληψη των πράξεών του κατά τον χρόνο τέλεσης των εγκλημάτων.
Παράλληλα, απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης περί μειωμένου καταλογισμού, παρά το γεγονός ότι ο 24χρονος αντιμετωπίζει ψυχιατρικά προβλήματα και παρακολουθείται από ειδικούς.
Οι τακτικοί δικαστές και οι ένορκοι υιοθέτησαν πλήρως την εισαγγελική πρόταση ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, οδηγώντας στην επιβολή της βαρύτερης δυνατής ποινής για τη διπλή ανθρωποκτονία.
Πράξη πρωτοφανούς αγριότητας
Στην αγόρευσή της, η εισαγγελική λειτουργός έκανε λόγο για μια πράξη πρωτοφανούς αγριότητας, επισημαίνοντας ότι ο δράστης είχε στοχοποιήσει τον 64χρονο θείο του, ενώ σημείωσε ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου είναι «ασυνάρτητοι και χωρίς λογική».
Σε άλλο σημείο, επεσήμανε ότι δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να αρθεί ο καταλογισμός, σχολιάζοντας μια σειρά από γεγονότα που κατά την κρίση της μαρτυρούν το αντίθετο.
«Ο κατηγορούμενος είχε κοινωνικές σχέσεις. Γινόταν βίαιος όταν δεν έβρισκε χρήματα για να προμηθευτεί ναρκωτικά και γενικότερα όταν δεν έπαιρνε αυτό που επιθυμούσε. Η επιθετικότητά του είχε κλιμακωθεί το τελευταίο διάστημα και ο ίδιος ήξερε ότι αυτό οφείλεται στην χρήση ναρκωτικών. Είχε στοχοποιήσει το θείο του και αυτό δεν επιτέθηκε σε άλλα μέλη της οικογένειας» ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην πρότασή της η Εισαγγελέας, βάσει των όσων προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τονίζοντας ότι ο δράστης είχε πλήρη συνείδηση.
«Ήθελε να κάνει κακό στην οικογένειά μου»
Απολογούμενος ο 24χρονος ομολόγησε την πράξη του, μιλώντας με περισσότερες λεπτομέρειες για τη διπλή δολοφονία, σε σχέση με την προανακριτική του απολογία.
Με ψυχραιμία, την οποία διατήρησε καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, περιέγραψε τα γεγονότα της 11ης Απριλίου του 2025, όπου κραδαίνοντας το μεταλλικό πόδι ενός τραπεζιού, σκότωσε με αλλεπάλληλα χτυπήματα στο κεφάλι τον 64χρονο θείο του και τον 44χρονο φίλο του συγγενούς του.
Ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε στην κατάθεσή του ενώπιον του δικαστηρίου τα ψυχιατρικά του προβλήματα, αλλά το γεγονός ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών, αποδίδοντας τις πράξεις του σε «φωνές» και «δαίμονες», που όπως υποστήριξε, άκουγε μέσα στο κεφάλι του.
Μάλιστα, ανέφερε ότι ο ίδιος δέχθηκε επίθεση από τα θύματά του, πριν τα δολοφονήσει, ισχυριζόμενος ότι μια «φωνή» του είπε να τους «τελειώσει», προτού ξεκληρίσουν την οικογένειά του.
Για πρώτη φορά στο δικαστήριο αποκάλυψε πως τους σκότωσε γιατί τον προσέβαλαν και του επιτέθηκαν χτυπώντας με τα χέρια αλλά και με βέλη από βαλλίστρα, που βρισκόταν στην κατοχή του θείου του. Ακόμα, σημείωσε ότι απειλήθηκε η ζωή του και κατά τη διάρκεια συμπλοκής που, κατά τους ισχυρισμούς του προηγήθηκε, τα δύο θύματα τον πέταξαν πάνω στο τραπέζι, το οποίο έσπασε από το βάρος του και έτσι πήρε το πόδι και τους χτύπησε μέχρι θανάτου, προσθέτοντας ωστόσο ότι ένα από τα θύματα προσπάθησε να τον κακοποιήσει σεξουαλικά προηγουμένως, κατεβάζοντάς του το παντελόνι.
Αναφερόμενος στο θείο του, τον χαρακτήρισε «τρελό» και υπογράμμισε ότι «ήθελε να κάνει κακό στην οικογένειά μου», όμως μίλησε για τις καλές σχέσεις που είχαν γενικότερα και πως τον επισκεπτόταν συχνά στο σπίτι του, τον τόπο της άγριας δολοφονίας, όπου έκαναν μαζί χρήση ναρκωτικών ουσιών.
Ερωτηθείς από την Πρόεδρο του ΜΟΔ σχετικά με το γεγονός ότι αναφέρθηκε για πρώτη φορά στις συνθήκες του εγκλήματος, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι τότε βρισκόταν σε σοκ, δε θυμόταν τι έγινε και πως μετά τους πρώτους έξι μήνες εγκλεισμού στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλό η ψυχική του υγεία βελτιώθηκε με τη χρήση φαρμακευτικής αγωγής.
Να σημειωθεί ότι η υπερασπιστική πλευρά του κατηγορούμενου στάθηκε ιδιαίτερα στα προβλήματα της ψυχικής του υγείας και στη διαγνωσμένη σχιζοφρένεια από την οποία πάσχει ο 24χρονος.
Όμως το δικαστήριο απέρριψε τόσο την χορήγηση ελαφρυντικών περιστάσεων, όσο και του αυτοτελείς ισχυρισμούς.