Ανάλυση CNN: Γιατί το αμερικανικό χρέος έφτασε το ιστορικό υψηλό των 40 τρισ. δολαρίων
Ποιοι είναι οι βασικοί παράγοντας που δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο ο οποίος πιέζει την αμερικανική οικονομία.
Σε αχαρτογράφητα νερά κινείται η αμερικανική οικονομία, καθώς το ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε για πρώτη φορά το αστρονομικό όριο των 40 τρισ. δολαρίων, σύμφωνα με τα στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών.
Πρόκειται για ένα ορόσημο με σημαντικές προεκτάσεις, καθώς το αμερικανικό χρέος διογκώνεται με ολοένα ταχύτερους ρυθμούς, την ώρα που οι δαπάνες για την εξυπηρέτησή του έχουν εκτοξευθεί λόγω των υψηλότερων επιτοκίων.
Σύμφωνα με ανάλυση που δημοσιεύτηκε στο CNN, το μέγεθος του προβλήματος γίνεται ακόμη πιο εμφανές από την ταχύτητα με την οποία αυξάνεται το χρέος. Μόλις τους τελευταίους πέντε μήνες προστέθηκε περίπου 1 τρισ. δολάρια, ενώ σύμφωνα με ειδικούς, με τον σημερινό ρυθμό αύξησης το αμερικανικό χρέος θα μπορούσε να φτάσει τα 50 τρισ. δολάρια μέσα στα επόμενα έξι χρόνια.
«Σε λιγότερο από δέκα χρόνια, το χρέος αυξήθηκε από τα 20 στα 40 τρισ. δολάρια», σημείωσε ο Μάικλ Πίτερσον, επικεφαλής του Peter G. Peterson Foundation, προειδοποιώντας ότι η συγκεκριμένη πορεία θέτει σε κίνδυνο την οικονομία και το μέλλον των Ηνωμένων Πολιτειών.
Γιατί διογκώνεται το αμερικανικό χρέος
Ένας από τους βασικούς παράγοντες πίσω από την εκρηκτική αύξηση του χρέους είναι η δημογραφική γήρανση του αμερικανικού πληθυσμού. Περίπου 10.000 Baby Boomers συνταξιοδοτούνται καθημερινά, ενώ το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται, με αποτέλεσμα να μεγαλώνει διαρκώς το κόστος για την Κοινωνική Ασφάλιση και το Medicare.
Την ίδια στιγμή, το Κογκρέσο έχει εγκρίνει τα τελευταία χρόνια σειρά μέτρων που συνδυάζουν φορολογικές περικοπές με αυξημένες δημόσιες δαπάνες. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο φορολογικός νόμος του 2017, το «One Big Beautiful Bill Act» του 2025 επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και τα μεγάλης κλίμακας πακέτα στήριξης που υιοθετήθηκαν κατά την πανδημία του κορονοϊού. Τα συγκεκριμένα μέτρα αναμένεται να προσθέσουν τρισεκατομμύρια δολάρια στο ομοσπονδιακό χρέος σε βάθος χρόνου.
Ενδεικτικό της ταχύτητας με την οποία εξελίσσεται η κατάσταση είναι ότι το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου προέβλεπε τον Μάιο του 2023 πως το χρέος των ΗΠΑ θα ξεπερνούσε τα 40 τρισ. δολάρια κατά το οικονομικό έτος 2028. Το όριο αυτό επιτεύχθηκε αρκετά νωρίτερα.
Παράλληλα, οι ομοσπονδιακές δαπάνες εξακολουθούν να υπερβαίνουν σημαντικά τα έσοδα. Μόνο στους πρώτους δέκα μήνες του τρέχοντος οικονομικού έτους, το δημοσιονομικό έλλειμμα έχει φτάσει περίπου τα 1,8 τρισ. δολάρια.
Εκτοξεύονται οι τόκοι
Το ολοένα μεγαλύτερο χρέος, σε συνδυασμό με τα υψηλότερα επιτόκια, έχει προκαλέσει εκρηκτική αύξηση του κόστους εξυπηρέτησής του.
Για χρόνια, τα χαμηλά επιτόκια επέτρεπαν στην αμερικανική κυβέρνηση να δανείζεται με σχετικά περιορισμένο κόστος. Η κατάσταση άλλαξε μετά την πανδημία, όταν η Federal Reserve άρχισε να αυξάνει τα επιτόκια προκειμένου να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό. Οι δαπάνες για την πληρωμή τόκων αναμένεται να ξεπεράσουν το 1 τρισ. δολάρια μέσα στο τρέχον οικονομικό έτος, καταγράφοντας ιστορικό υψηλό.
Μάλιστα, σύμφωνα με τον Μαρκ Γκόλντγουαϊν του Committee for a Responsible Federal Budget, το κόστος των τόκων έχει υπερτριπλασιαστεί μέσα σε μόλις πέντε χρόνια και πλέον βρίσκεται σχεδόν στα ίδια επίπεδα με τις δαπάνες για το Medicare. Αυτό σημαίνει ότι οι ΗΠΑ δαπανούν πλέον περισσότερα για την εξυπηρέτηση του χρέους από όσα διαθέτουν για την εθνική άμυνα, ενώ οι σχετικές δαπάνες είναι περίπου 50% υψηλότερες από τα προγράμματα που αφορούν παιδιά.
Η κατάσταση δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: όσο αυξάνεται το χρέος, τόσο μεγαλώνουν οι τόκοι, γεγονός που με τη σειρά του απαιτεί ακόμη μεγαλύτερο δανεισμό.
Στο στόχαστρο και η αγορά ομολόγων
Η εκρηκτική αύξηση του χρέους δεν αποτελεί πρόβλημα μόνο για τα δημόσια ταμεία, αλλά έχει άμεσο αντίκτυπο στις αγορές και στο κόστος δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου έφτασε την Τρίτη στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007, ενώ η απόδοση του 10ετούς κινήθηκε κοντά στο υψηλότερο επίπεδο της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. Οι επενδυτές ζητούν υψηλότερες αποδόσεις προκειμένου να αναλάβουν το ρίσκο δανεισμού προς την αμερικανική κυβέρνηση, γεγονός που μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος χρηματοδότησης για ολόκληρη την οικονομία.
Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου επηρεάζει άμεσα τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων, των δανείων για αυτοκίνητα αλλά και τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Όσο υψηλότερες είναι οι αποδόσεις, τόσο αυξάνεται το κόστος δανεισμού, γεγονός που μπορεί να περιορίσει την κατανάλωση και τις επενδύσεις.
Παράλληλα, η άνοδος των αποδόσεων αυξάνει ακόμη περισσότερο το κόστος με το οποίο δανείζεται το αμερικανικό Δημόσιο, επιβαρύνοντας έναν ήδη διογκωμένο λογαριασμό.
Υποβάθμιση από τη Moody's
Η δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται και στις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας. Το 2025, η Moody's υποβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών, αφαιρώντας από τη χώρα την τελευταία κορυφαία αξιολόγηση «ΑΑΑ» που εξακολουθούσε να διατηρεί.
Παρά την υποβάθμιση, το αμερικανικό χρέος εξακολουθεί να θεωρείται εξαιρετικά υψηλής πιστοληπτικής ποιότητας και να βρίσκεται πάνω από εκείνο άλλων μεγάλων οικονομιών, όπως η Γαλλία και η Ιαπωνία.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν αφορά αποκλειστικά τις ΗΠΑ. Η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιαπωνία αντιμετωπίζουν επίσης αυξανόμενες πιέσεις, με τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων τους να βρίσκονται κοντά σε υψηλά πολλών ετών, καθώς οι αγορές ανησυχούν για τις δημόσιες δαπάνες και τα διευρυνόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα.
Το ιστορικό ορόσημο των 40 τρισ. δολαρίων λειτουργεί έτσι ως ηχηρή υπενθύμιση ότι το αμερικανικό χρέος δεν αποτελεί πλέον ένα μακρινό δημοσιονομικό ζήτημα, αλλά έναν παράγοντα που επηρεάζει ολοένα πιο άμεσα την οικονομία, τις αγορές και τελικά την τσέπη των πολιτών.