Αντιγόνη Κουλουκάκου: «Μαμά σ’ αγαπάω, θέλω να ασχοληθείς περισσότερο μαζί μου»
Η ηθοποιός τονίζει ότι το πιο σημαντικό για εκείνη είναι τα αγαπημένα της πρόσωπα που βρίσκονται στη ζωή της εδώ και πολλά χρόνια.
Η Αντιγόνη Κουλουκάκου που πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Δέντρο που ματώνει» σε μια συνέντευξη εφ' όλης της ύλης, μίλησε στο περιοδικό Marie Claire για την διαδρομή της και τον χώρο του μόντελινγκ, αλλά και για τον τωρινό εαυτό της.
Με το που τελείωσες το σχολείο βρέθηκες στην Ιταλία για σπουδές Νομικής, όπου ξεκίνησες και την πορεία σου στο μόντελινγκ. Τι θυμάσαι έντονα από εκείνα τα χρόνια της μόδας;
Κατ’ αρχάς στην Ιταλία έμαθα ότι στυλ και αισθητική δεν είναι μόνο τα ρούχα, αλλά τα πάντα, δηλαδή ο τρόπος που μιλάμε, που τρώμε, που χαιρετάμε. Τότε έζησα κυρίως στο Μιλάνο, αλλά αν επέστρεφα τώρα στην Ιταλία θα διάλεγα τη Νάπολη, την οποία λατρεύω. Ο πνευματικός, Ιταλός μπαμπάς μου, μού δίδαξε πολλά, γνώρισε τη μητέρα μου, έγιναν φίλοι. Οταν δούλευα στην Ιταλία ως μοντέλο, η μητέρα μου ήταν εκείνη που με στήριζε οικονομικά και τα χρήματα που έβγαζα εγώ ήταν το έξτρα εισόδημά μου για να αγοράζω κυρίως ρούχα, παπούτσια, τσάντες και να κάνω μια ζωή ευχάριστη.
Τα μοντέλα είχαμε ένα pocket money των 50 ευρώ
Είχα πολλές φίλες μοντέλα από άλλες χώρες, που ήταν λιγότερο τυχερές από εμένα, δηλαδή δεν είχαν οικονομική στήριξη από την οικογένειά τους. Γι’ αυτές το σπίτι μου ήταν πάντα ανοιχτό, ήταν το καταφύγιό τους. Το ψυγείο μου ήταν πάντα γεμάτο χάρη στη μητέρα μου που μου έστελνε μέχρι και φαγητό με τα πούλμαν. Τα μοντέλα είχαμε ένα pocket money των 50 ευρώ. Τι να σου κάνουν τα 50 ευρώ; Το σπίτι μου ήταν καθαρό, με γεμάτο ψυγείο, φιλόξενο και ασφαλές για όλες τις φίλες μου. Είναι η μαμά μου και η γιαγιά μου πολύ δοτικές και γενναιόδωρες και έμαθα να είμαι έτσι.
Θυμάμαι όταν ήμουν μικρή, όταν ερχόταν ο ταχυδρόμος του είχαμε πάντα κέρασμα, κι ας μην είχαμε λεφτά για κάτι σπουδαίο, αλλά θα υπήρχε ο ελληνικός καφές κι ένα λουκούμι ή παξιμάδι, αναλόγως με το τι είχαμε στο σπίτι. Στο πατρικό μου το τηλέφωνο χτυπούσε συνέχεια και η πόρτα του σπιτιού ήταν πάντα ανοιχτή για όλους. Θυμάμαι κιόλας όταν ερχόμουν στο πατρικό -ως μικρά διαλείμματα από τη ζωή στην Ιταλία- έλεγα στη μητέρα μου ότι το σπίτι ήταν κέντρο διερχομένων και ότι δεν μπορούσα να ησυχάσω πουθενά. Το έλεγα για να την πικάρω παρότι μου αρέσει αυτή η ζωντάνια, απλώς ένιωθα τότε ότι χάρη σε αυτή την κοινωνικότητα έχανα την αποκλειστικότητα της μαμάς μου και αντί να της πω ευθέως «μαμά σ’ αγαπάω, θέλω να ασχοληθείς περισσότερο μαζί μου» εστίαζα σε αυτό που με ενοχλούσε, που στην πραγματικότητα όμως δεν με ενοχλούσε.
Είναι και το δικό σου σπίτι τόσο ανοιχτό;
Ναι, έτσι είμαι κι εγώ, έτσι είναι και οι φίλες μου. Φροντίζουμε η μία τα παιδιά της άλλης, αν η μία φτιάξει κέικ θα πάει και στις άλλες. Εχω ένα πολύ ωραίο «χωριό» γύρω μου και το θεωρώ αυτό σημαντικό για το παιδί μου. Θα έλεγα κιόλας ότι τα παράσημά μου σε αυτή τη ζωή είναι οι άνθρωποί μου κι ότι έχω ανθρώπους που είναι κοντά μου εδώ και πολλά χρόνια. Την αγαπάω πάρα, μα πάρα πολύ τη δουλειά μου, είμαι τυχερή και απίστευτα ευγνώμων που κάνω αυτή την παράσταση, που είμαι ηθοποιός και ζω από αυτό -πράγμα που δεν είναι αυτονόητο-, όμως στο τέλος της ημέρας, το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι να γυρνάμε σπίτι μας. Δεν έχει σημασία αν στο σπίτι θα είναι ένα άτομο ή δέκα, σημασία έχει το πώς αισθανόμαστε εμείς μέσα σε αυτό. Ολοι οι άνθρωποι θα πρέπει να έχουν μια φωλιά, κάπου που θα νιώθουν ασφάλεια.
Όταν κοιτάς προς τα πίσω νιώθεις μια σύνδεση με τον νεανικό εαυτό σου ή δεν αναγνωρίζεις εκείνο το κορίτσι;
Ναι, νιώθω σύνδεση με τον 20χρονο εαυτό μου. Στα 20 ξεκινάς και μπαίνεις με τα μπούνια στα πράγματα, μπαίνεις με άγνοια κινδύνου για να κατακτήσεις τον κόσμο και αισθάνεσαι ότι μπορείς να καταφέρεις τα πάντα. Στα 20 πετάς, δεν πατάς στο πάτωμα, δεν έχεις όλη αυτή τη γνώση που θα σε κρατήσει κάτω στη γη. Τώρα έχεις τη γνώση, το πάτωμα το νιώθεις γερό στα πόδια σου, είσαι γειωμένος, το κεφάλι σου είναι πάντα στους ώμους σου. Εχεις όμως δύναμη και αυτοπεποίθηση όπως είχες και στα 20 σου, η διαφορά είναι ότι τώρα είναι συνειδητές.