Υπάρχουν ταινίες που θέλουν να σου πουν κάτι, να περάσουν ένα μήνυμα. Και υπάρχουν ταινίες σαν το Apex, που θέλουν απλώς να σε φέρουν στο χείλος του γκρεμού για να τεστάρουν την αντίδρασή σου. Το νέο πόνημα του Baltasar Kormákur είναι αυτή η δεύτερη κατηγορία που δεν προσποιείται ότι είναι ιδιαίτερα «βαθύ».
Ναι μεν υπάρχει το στοιχείο της ψυχολογίας, αλλά κυρίως είναι ένα απολαυστικό παιχνίδι καταδίωξης στην άγρια φύση.
Δυνατό ξεκίνημα που σε πετάει κατευθείαν στο κενό
Η ταινία ανοίγει με ένα κλισέ: Η Sasha (Charlize Theron) και ο σύντροφός της βρίσκονται κυριολεκτικά στο κενό. Είναι το είδος της εικόνας που σου λέει αμέσως τι θα ακολουθήσει: εντυπωσιακά πλάνα, φύση, κίνδυνος, αγωνία. Η εισαγωγή δεν χάνει χρόνο. Η τραγωδία έρχεται γρήγορα, σχεδόν απότομα, και ακολούθως το φιλμ κάνει ένα χρονικό άλμα προς την Αυστραλία. Εκεί η Sasha, η οποία κουβαλά πλέον το βάρος της απώλειας μπαίνει σε νέες περιπέτειες προσπαθώντας να αποκαταστήσει τη σχέση της με τη φύση.
Ο Kormákur κάνει καλά και αξιοποιεί την αυστραλιανή ενδοχώρα, που είναι πιο επικίνδυνη από όσο φαντάζεσαι. Τα πλάνα είναι μεγάλα, καθαρά, σαν διαφήμιση τουριστικού προορισμού. Όμως πίσω από κάθε σχηματισμό της φύσης υπάρχει και ένας κίνδυνος. Οι ντόπιοι είναι και αυτοί πηγή κινδύνου και στην αντίστιξη αυτή (φύση-άνθρωπος, ποιος είναι πιο επικίνδυνος;) χτίζεται όλη η ταινία.
Ο Taron Egerton και το παιχνίδι της διπλής όψης
Και επειδή ταινία με έναν πρωταγωνιστή είναι συνήθως μονότονη, ο Kormákur χτίζει τον χαρακτήρα του Ben (Taron Egerton). Στην αρχή μοιάζει απλός, το καλό παιδί της επαρχίας που είναι πρόθυμο να βοηθήσει, αλλά που σίγουρα ξέρεις ότι θα κάνει το αντίθετο. Ο Ben δεν είναι καρικατούρα κακού, ούτε όμως και πλήρως ανθρώπινος. Είναι κάτι ενδιάμεσο, και αυτό κάνει τα πράγματα πιο συναρπαστικά.
Η Charlize Theron σε γνώριμα νερά
Η Theron εδώ βρίσκεται σε ένα πεδίο που γνωρίζει καλά. Σκληρή, σχεδόν ακούραστη, αποδίδει τη Sasha ως μια γυναίκα που δεν είναι θύμα, αλλά ούτε και υπερήρωας. Σκαρφαλώνει, τρέχει, τραυματίζεται, αποφασίζει και κυρίως αντέχει. Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις πως η ερμηνεία είναι κάτι που έχει εύκολα, αλλά αυτό δεν μειώνει την αποτελεσματικότητα της παρουσίας της. Η ταινία δεν ζητά ψυχολογικό βάθος, ζητά δράση και η Theron τη δίνει απλόχερα.
Εκεί που το Apex λειτουργεί καλύτερα είναι στον τομέα του σασπένς. Η καταδίωξη στη φύση έχει ρυθμό, ένταση και κάποιες πραγματικά δυνατές σκηνές επιβίωσης. Ο Kormákur ξέρει να κινηματογραφεί το τοπίο και να το μετατρέπει σε εμπόδιο. Όμως η φόρμουλα δεν αλλάζει. Η ταινία βασίζεται στο ίδιο μοτίβο (κυνηγητό – απόδραση – νέο τέχνασμα), και πιθανώς θα κουράσει τους απαιτητικούς. Παράλληλα, το ανθρώπινο στοιχείο μένει στην απέξω, οι χαρακτήρες είναι πιο επιφανειακοί και από την επιφάνεια, ενώ η συναισθηματική διάσταση των γεγονότων ξεπερνιέται πολύ γρήγορα.
Στα υπέρ του Apex η στιβαρή σκηνοθεσία, η εντυπωσιακή φωτογραφία και η ένταση, που είναι συχνά τόσο αληθοφανής που τρομάζει. Αυτή η περιπέτεια γεμάτη αδρεναλίνη, αποφεύγει τη φλυαρία και πηγαίνει κατευθείαν στη δράση. Έτσι, δεν μένει κάτι να σε στοιχειώσει, όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους.
Είπαμε, το Apex δεν είναι η ταινία που υπόσχεται βάθος. Και αυτό είναι ταυτόχρονα η δύναμη και ο περιορισμός της.