Αποχώρησε ο Σταύρος Μπένος από την Επιτροπή Ανασυγκρότησης Έβρου: «Λόγοι προσωπικής αξιοπρέπειας»
Προειδοποίησε ότι αν δεν υπάρξουν ολιστική προσέγγιση του προγράμματος και ενιαίο επιχειρησιακό κέντρο, μέσα σε λίγα χρόνια αυτό θα έχει εκφυλιστεί.
Την αποχώρησή του για λόγους «προσωπικής αξιοπρέπειας» από την Ειδική Επιτροπή για την Ανάπτυξη και Ανασυγκρότηση του κατεστραμμένου από τις πυρκαγιές Έβρου ανακοίνωσε ο Σταύρος Μπένος. Σε συνέντευξη Τύπου που πραγματοποιήθηκε το μεσημέρι της Τετάρτης 2 Σεπτεμβρίου στο Σουφλί, ο πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ προειδοποίησε ότι αν δεν υπάρξουν ολιστική προσέγγιση του προγράμματος και ενιαίο επιχειρησιακό κέντρο, μέσα σε λίγα χρόνια αυτό θα έχει εκφυλιστεί.
Η επίσημη αποχώρησή του έρχεται σε συνέχεια της 14ης συνεδρίασης της Ειδικής Επιτροπής που πραγματοποιήθηκε στις 27 Ιουλίου στη Νέα Βύσσα και στην οποία αναδείχθηκαν πολύ σοβαρές αποκλίσεις από το αρχικό master plan που είχε κατατεθεί από τον κ. Μπένο και το μη κερδοσκοπικό σωματείο του, «Διάζωμα». Συγκεκριμένα, το σχέδιό του έχει αντικατασταθεί από μια Ολοκληρωμένη Χωρική Επένδυση 108 έργων με προϋπολογισμό 309,9 εκατ. ευρώ, απόκλιση 2,69 δισ. από τις αρχικές κυβερνητικές δεσμεύσεις.
«Στην αρχή μου τα έδωσε όλα, μετά τα πήρε όλα πίσω», είχε πει τότε ο κ. Μπένος, συνοψίζοντας τη συνεργασία του με τον πρωθυπουργό για την ανασυγκρότηση του Έβρου. «Να είμαι εθελοντής, να δίνω τα πάντα, να με έχει καλέσει ο πρωθυπουργός να βοηθήσω, και ξαφνικά να έρχεται μια αντιπρόταση που ακυρώνει τη δική μου». Σημείωσε, δε, πως έναν μήνα μετά, ακόμη προσπαθεί να καταλάβει ποιος «έχτισε ένα τέτοιο μεγάλο πραξικόπημα» που κινείται «στα όρια της βλακείας».
Στην χθεσινή συνέντευξη Τύπου, ο Σταύρος Μπένος τόνισε πως, παρά τη δική του αποχώρηση, το «Διάζωμα» θα παραμείνει ενεργό στην περιοχή ως ανεξάρτητος πυλώνας, χωρίς κρατική ή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και σημείωσε πως με μια απλή κίνηση μπορεί να αναταχθεί το έργο. «Θα είμαι ευτυχής και θα επανέλθουμε δριμύτεροι αν γίνει αυτό». Απηύθυνε τέλος έκκληση και στην αντιπολίτευση να αντιμετωπίσει την υπόθεση ως εθνική και όχι ως κομματική, γιατί «όλοι θα χάσουμε στο τέλος».