Μετά την τελευταία τρομοκρατική επίθεση στο Παρίσι, κατά την οποία ένας Τσετσένος -σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, φανατικός ισλαμιστής- δολοφόνησε άγρια έναν καθηγητή ιστορίας της μέσης εκπαίδευσης, και σε αντίδραση προς αυτή, οι τοπικοί άρχοντες δύο πόλεων της Γαλλίας, του Μονπελλιέ και της Τουλούζ, αποφάσισαν να προβάλουν επί κάποιες ώρες στους τοίχους των αντίστοιχων δημαρχείων μεγεθυνμένες αναπαραγωγές εξωφύλλων του Charlie Hebdo που γελοιοποιούσαν όχι μόνο το Κοράνι, αλλά και τη Βίβλο και την Τορά, με πρόθεση να διατρανώσουν την ελευθερία του λόγου και την προσήλωση της République στην αρχή αυτή και στην άσκησή της.

Με βάση τον ίδιο αυτόν δεδηλωμένο στόχο, θεωρώ ότι πρόκειται για παροιμιώδη αστοχία και σπασμωδική ενέργεια, η οποία βασίζεται σε αποικιοκρατική υπεροψία και πεισματική αγνόηση του (των) πληθυσμού (-ών) στον οποίο απευθύνεται αυτή η κίνηση.

Μια επιτέλεση στον δημόσιο χώρο συνιστά απεύθυνση, και, ως τέτοια, απευθύνεται βεβαίως σε ένα κοινό (ή περισσότερα). Για να επιτύχει, λοιπόν, δεν αρκεί απλώς να «διατρανώσει» ή να «διακηρύξει» μία πίστη σε κάποιες δεοντολογικές αρχές, όσο σωστές και να είναι αυτές· θα πρέπει και να λάβει υπόψη από ποιους θα ακουστεί, και πώς.

Εν προκειμένω, η επιλογή της προβολής αυτών των εξωφύλλων φαίνεται να βασίζεται στην εντύπωση ότι ο διασυρμός και η γελοιοποίηση της Βίβλου μπορεί να λειτουργήσει ως «αντιστάθμισμα» και να συμψηφιστεί με την αντίστοιχη του Κορανίου προς κατευνασμό της όποιας οργής των μουσουλμάνων, ή κάποιων εξ αυτών. Οι δήμαρχοι σκέφτηκαν ότι έτσι λένε στους μουσουλμάνους: «κοιτάξτε, τηρούμε ίσες αποστάσεις, δεν στοχεύουμε μόνο εσάς αλλά όλες τις [μονοθεϊστικές] θρησκείες. Άρα λοιπόν συμμορφωθείτε και ανεχτείτε την προσβολή».

Όμως, η τακτική αυτή επιλογή βασίζεται σε κακή εκτίμηση του εδάφους και του αντιπάλου.

Και αυτό διότι, για το Ισλάμ, η Βίβλος δεν είναι ένα «αντίπαλο» βιβλίο, αλλά είναι ένα βιβλίο επίσης θεόπνευστο και άξιο σεβασμού. (Πράγμα που, παρενθετικά, δείχνει ότι η δική μας «διαφωτισμένη» αντίληψη είναι πιο απόλυτη και πιο δυιστική: το «μία σου και μία μου» βασίζεται στον αμοιβαίο αποκλεισμό, αλλά το Ισλάμ, παραδόξως για όσους το ταυτίζουν με την μισαλλοδοξία, ως προς αυτό το σημείο είναι πιο συμπεριληπτικό και συμφιλιωμένο με την πολλαπλότητα). Οπότε, η επίθεση και σε αυτό υπάρχει κίνδυνος να αυξήσει την ενόχληση και όχι να την μειώσει.

Δεν αμφισβητώ ότι πρέπει να τονιστεί και να διαφυλαχθεί η αξία της ελευθερίας της γνώμης. Αυτό που αμφισβητώ είναι αν αυτή η μέθοδος είναι η καλύτερη για να γίνει κάτι τέτοιο. Δεν το αμφισβητώ απλώς, αλλά αντιθέτως ισχυρίζομαι ότι αυτή η μέθοδος είναι η καλύτερη για να παροξύνει ακόμα περισσότερο την ενόχληση όποιων ενοχλήθηκαν. Με το να λες σε κάποιον «σου πατάω τον κάλο για να δεις ότι δεν σε φοβάμαι και δεν θα περάσει το δικό σου» είναι σαν να τον προκαλείς να πει και αυτός το ίδιο από τη μεριά του. Και κυρίως, όχι μόνο να πει, αλλά και να κάνει -δηλαδή να πει κάνοντας, με κάποια άλλη μακάβρια επιτελεστική δήλωση στον δημόσιο χώρο.

Το πώς φτάσαμε εδώ είναι γνωστό: κάποιοι έκαναν κάποια σκίτσα. Κάποιοι άλλοι οργίστηκαν και τους δολοφόνησαν. Κάποιος θέλησε να μιλήσει –απ’ ό,τι τουλάχιστον γράφτηκε- γι’ αυτά τα σκίτσα, και θανατώθηκε και αυτός από κάποιον που επίσης θανατώθηκε. Αμέσως μετά, κάποιος –όχι γενικώς κάποιος, αλλά η αυτοδιοικητική αρχή- βγαίνει και κολλάει στα μούτρα των δημοτών της τα ίδια σκίτσα. Η ενέργεια αυτή δεν μου φαίνεται προάσπιση ενός δημόσιου δικαιώματος. Η λογική της ταιριάζει μάλλον με τη βεντέτα, ή με την πρόκληση. Είναι σαν να λέει στον αντίπαλο: «για να δούμε τι θα κάνεις τώρα, για να δούμε ποιος είναι πιο μάγκας»· σαν να τον προκαλεί σε ένα μπρα ντε φερ.

Όταν στην Ευρώπη άρχιζαν να διεξάγονται για πρώτη φορά αγώνες υπέρ της ανεξιθρησκίας και της ελευθερίας του λόγου, σε μια εποχή κατά την οποία άνθρωποι –λευκοί, Ευρωπαίοι- φυλακίζονταν και εκτελούνταν όχι για επιθέσεις, αλλά επειδή είχαν τις λάθος θρησκευτικές πεποιθήσεις, ο Μπαρούχ Σπινόζα, ένας από τους πρώτους που πραγματεύθηκαν θεωρητικά αυτό το θέμα, φρόντισε πολύ προσεκτικά να κάνει τη διάκριση ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την εκδίκηση.

Η δεύτερη βασίζεται στην αγανάκτηση ή/ και στο φόβο, τα οποία είναι και τα δύο αρνητικά πάθη –πάθη μίσους. Η πρώτη, αντίθετα, ακόμη και όταν καταλήγει σε ένα ταυτόσημο υλικό αποτέλεσμα, συνδέεται με τα θετικά πάθη, άρα με την επιθυμία – και ειδικότερα με την επιθυμία των ανθρώπων να συνυπάρχουν σε κοινωνία υπό την κοινή καθοδήγηση του λόγου και υπό κοινούς νόμους.

Η ενέργεια των δημάρχων της Τουλούζ και του Μονπελλιέ, αν βασίζεται σε κάποια επιθυμία, αυτή φαίνεται να είναι μόνο η επιθυμία ανταπόδοσης.

Πάντως η εικόνα του δημαρχείου με το γιγαντιαίο εξώφυλλο, κάτω από το οποίο υπάρχουν μόνο κλούβες της αστυνομίας και πολυάριθμοι ένοπλοι –ορθότερα, πάνοπλοι- εκπρόσωποι των δυνάμεων της τάξης, πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι πολίτες, παραπέμπει μάλλον στο φόβο παρά στην επιθυμία.

Πηγή: nomadicuniversality.com