Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιαπωνία… Ποιες χώρες κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος του αμερικανικού χρέους;
Καθώς το αμερικανικό δημόσιο χρέος έφτασε στις αρχές του 2026 σε ιστορικό υψηλό- τα 38 τρισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με το Forbes- ο Λευκός Οίκος θέλησε να στείλει ένα σαφές μήνυμα προειδοποίησης προς τους ξένους πιστωτές του.
Με δημόσιο χρέος που φτάνει τα 38 τρισεκατομμύρια δολάρια, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαρτώνται περισσότερο από ποτέ από τους πιστωτές τους – συμπεριλαμβανομένων και των ξένων.
«Έχουμε όλα τα χαρτιά στα χέρια μας». Από το Νταβός και μετά, ο Ντόναλντ Τραμπ ανέβασε τους τόνους, απειλώντας με «ισχυρά αντίποινα» τις ευρωπαϊκές χώρες που σχεδιάζουν να πωλήσουν αμερικανικούς τίτλους χρέους προκειμένου να ασκήσουν πίεση στην Ουάσινγκτον. Η απειλή λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, καθώς οι νέες εμπορικές εντάσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση –η οποία αρνείται να παραχωρήσει τη Γροιλανδία στις ΗΠΑ– έχουν ωθήσει τις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων σε νέα ρεκόρ. Ιδίως από τη στιγμή που αρκετά ευρωπαϊκά επενδυτικά ταμεία ανακοίνωσαν τις τελευταίες ημέρες ότι απαλλάχθηκαν από ένα περιουσιακό στοιχείο που θεωρείται ολοένα και λιγότερο αξιόπιστο.
Καθώς το αμερικανικό δημόσιο χρέος έφτασε στις αρχές του 2026 σε ιστορικό υψηλό- τα 38 τρισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με το Forbes- ο Λευκός Οίκος θέλησε να στείλει ένα σαφές μήνυμα προειδοποίησης προς τους ξένους πιστωτές του. Αλλά ποιοι είναι αυτοί στην πραγματικότητα; Και έχει όντως ο Ντόναλντ Τραμπ «όλα τα χαρτιά στα χέρια του» απέναντί τους;
Κυρίως εσωτερικό το χρέος
Σε αντίθεση με ό,τι συχνά πιστεύεται, το μεγαλύτερο μέρος του χρέους αντιστοιχεί σε χρήματα που οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν… στον ίδιο τους τον εαυτό. Αν εξαιρεθεί το λεγόμενο «ενδοκυβερνητικό» χρέος –εκείνο δηλαδή που το αμερικανικό κράτος χρωστά στον εαυτό του μέσω των δικών του ταμείων και οργανισμών–, το μερίδιο του χρέους που κατέχεται από τρίτους ανερχόταν στο τέλος του 2025 σε λίγο πάνω από 28 τρισεκατομμύρια δολάρια. Από αυτό, το 70% έως 75% βρίσκεται στα χέρια Αμερικανών πολιτών.
Μέσα σε αυτό το ποσοστό, περίπου το ένα πέμπτο διαχειρίζεται από ομοσπονδιακές υπηρεσίες, όπως τα ταμεία Κοινωνικής Ασφάλισης ή το Medicare, το 13% κατέχεται από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Federal Reserve), ενώ το υπόλοιπο –μεταξύ 42% και 50%– ανήκει σε Αμερικανούς ιδιώτες: συνταξιοδοτικά ταμεία, τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς ή τοπικές αρχές.
Όσο για το υπόλοιπο 25% έως 30%, αυτό βρίσκεται στα χέρια ξένων πιστωτών, μέσω των ομολόγων του αμερικανικού Δημοσίου (Treasury bonds), τίτλων χρέους που εκδίδονται τακτικά και πωλούνται στις αγορές από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση για τη χρηματοδότησή της. Τα λεγόμενα «Treasuries», ιδιαίτερα περιζήτητα επειδή θεωρούνται από τα ασφαλέστερα και πιο ρευστά στον κόσμο, κατέχονται κατά 44% (3,8 τρισ. δολάρια) από κυβερνήσεις και κατά 55% (4,8 τρισ. δολάρια) από ιδιώτες επενδυτές, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Κογκρέσου των ΗΠΑ.
Ιαπωνία, Ηνωμένο Βασίλειο και Κίνα στην πρώτη τριάδα
Παρότι οι ευρωπαϊκές χώρες συγκαταλέγονται στους σημαντικούς πιστωτές, η Ιαπωνία –στενός πολιτικός και στρατηγικός σύμμαχος της Ουάσινγκτον στην Ασία– παραμένει μακράν ο μεγαλύτερος ξένος δανειστής των Ηνωμένων Πολιτειών, με περίπου 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια αμερικανικού χρέους στην κατοχή του στο τέλος του 2025. Τα ιαπωνικά πιστωτικά ιδρύματα εκτιμούν αυτό το «ασφαλές καταφύγιο», το οποίο συμβάλλει και στη σταθεροποίηση του εθνικού νομίσματος, του γεν. Πρόκειται για μια άνετη αλληλεξάρτηση για την Ουάσινγκτον, η οποία όμως τη καθιστά ευάλωτη: μια αιφνίδια αποχώρηση του Τόκιο θα οδηγούσε αυτόματα σε άνοδο των αμερικανικών επιτοκίων.
Στη δεύτερη θέση βρίσκεται μια ευρωπαϊκή χώρα: το Ηνωμένο Βασίλειο. Με περίπου 890 δισ. δολάρια αμερικανικού χρέους, το Λονδίνο ξεπέρασε πρόσφατα το Πεκίνο, το οποίο υποχώρησε στην τρίτη θέση. Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική διευκρίνιση: το ποσό αυτό αντανακλά λιγότερο μια βρετανική πολιτική στρατηγική και περισσότερο τον κεντρικό ρόλο του City του Λονδίνου στη διεθνή χρηματοοικονομική σκηνή, καθώς μεγάλο μέρος των ομολόγων που «εμφανίζονται» στο Ηνωμένο Βασίλειο κατέχεται στην πραγματικότητα για λογαριασμό διεθνών ιδιωτικών ή δημόσιων επενδυτών.
Η Κίνα, επί μακρόν ο μεγαλύτερος πιστωτής των Ηνωμένων Πολιτειών και βασικός στρατηγικός αντίπαλος του Ντόναλντ Τραμπ, κατέχει σήμερα σχεδόν 680 δισ. δολάρια σε αμερικανικό χρέος. Μέσα σε ένα πλαίσιο γεωπολιτικών εντάσεων, εμπορικών συγκρούσεων και αυξημένων εσωτερικών αναγκών ρευστότητας, το Πεκίνο έχει μειώσει σταδιακά την έκθεσή του. Παρ’ όλα αυτά, οι κινεζικές τοποθετήσεις παραμένουν σημαντικές και τροφοδοτούν συχνά φόβους για το ενδεχόμενο χρηματοοικονομικής πίεσης της Κίνας προς την Ουάσινγκτον. Σημερινό δημοσίευμα του Bloomberg κάνει λόγο για προειδοποίηση των κινεζικών ρυθμιστικών αρχών προς τις τράπεζες της χώρας να μειώσουν την έκθεσή τους σε αμερικανικά ομόλογα. Στην πράξη, όμως, μια μαζική πώληση θα ήταν εξίσου επικίνδυνη για το Πεκίνο όσο και για την αμερικανική οικονομία, επισημαίνουν οι ειδικοί.
Η Γαλλία όγδοος κάτοχος αμερικανικού χρέους
Οι τρεις αυτές χώρες κατέχουν από μόνες τους σχεδόν 2,8 τρισεκατομμύρια δολάρια σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα, δηλαδή σχεδόν το 10% του συνολικού ομοσπονδιακού δημόσιου χρέους. Ακολουθεί το Βέλγιο στην τέταρτη θέση, με περίπου 480 δισ. δολάρια, και ο Καναδάς, με σχεδόν 470 δισ. δολάρια.
Ενώ μικρότερες χώρες που λειτουργούν επίσης ως μεγάλα χρηματοπιστωτικά κέντρα –όπως τα Νησιά Κέιμαν και το Λουξεμβούργο– ανταγωνίζονται για την έκτη και έβδομη θέση, η Γαλλία, με σχεδόν 380 δισ. δολάρια, κατατάσσεται όγδοη. Σχεδόν όλο το αμερικανικό δημόσιο χρέος που «κατέχεται από τη Γαλλία» ανήκει στην πραγματικότητα σε ιδιώτες επενδυτές, όπως τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, διαχειριστές κεφαλαίων και συνταξιοδοτικά ταμεία. Έτσι, ένα μεγάλο μέρος των Γάλλων αποταμιευτών είναι, έμμεσα και χωρίς καν να το γνωρίζει, εκτεθειμένο στο αμερικανικό χρέος.
Η υπόλοιπη κατάταξη περιλαμβάνει την Ιρλανδία, την Ελβετία, την Ταϊβάν και άλλες χώρες, όπως η Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ –που θα μπορούσε ουσιαστικά να προστεθεί στο «κινεζικό αντίβαρο»– ή η Νότια Κορέα. Σε άλλα μέρη του κόσμου, η Ινδία, η Βραζιλία, η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ κατέχουν η καθεμία πάνω από 100 δισ. δολάρια σε αμερικανικούς τίτλους.
Το κόστος του χρέους, η αχίλλειος πτέρνα της Ουάσινγκτον-880 δις για τόκους
Έχει πράγματι κάτι να φοβηθεί η Ουάσινγκτον από αυτή την, εν τέλει περιορισμένη, εξάρτηση από τους ξένους πιστωτές της; Περισσότερο από το ύψος και το ποσοστό του χρέους που κατέχεται από το εξωτερικό, αυτό που προκαλεί ανησυχία είναι το κόστος του. Το 2024, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέβαλαν περίπου 880 δισ. δολάρια μόνο για τόκους –ένα ιστορικό ρεκόρ– ενώ η Ουάσινγκτον αναγκάζεται να δανείζεται διαρκώς για να καλύπτει ένα ετήσιο έλλειμμα της τάξης των 1,6 τρισ. δολαρίων. Με αυτούς τους ρυθμούς, ο λογαριασμός θα μπορούσε να φτάσει το 1 τρισ. δολάρια ετησίως έως το 2026, δηλαδή πάνω από 83 δισ. δολάρια τον μήνα.
Με αυτά τα δεδομένα, τι θα συνέβαινε αν οι ξένοι επενδυτές άρχιζαν να μειώνουν τις θέσεις τους σε αμερικανικά ομόλογα; Οι συνέπειες θα ήταν άμεσες: μια άνοδος των επιτοκίων θα αύξανε ακαριαία και μόνιμα το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Σε ένα ιδιαίτερα εύθραυστο περιβάλλον στις αγορές, ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται σε κατάσταση συναγερμού. Με την απόδοση του 30ετούς να αγγίζει το υψηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο την ώρα που αρκετά δανέζικα και σουηδικά επενδυτικά ταμεία δήλωσαν ότι σκοπεύουν να πουλήσουν τα χαρτοφυλάκια αμερικανικών ομολόγων τους, ο Αμερικανός πρόεδρος έκανε στροφή στο ζήτημα των βαρύτερων δασμών και η κατάσταση εκτονώθηκε.
Έχει, λοιπόν, ο Αμερικανός πρόεδρος «όλα τα χαρτιά στα χέρια του»; Τίποτα δεν είναι λιγότερο βέβαιο.