Γιώργος Μαζωνάκης: Ο άνθρωπος πίσω από τον «Μαζώ» - Όσα είχε πει για τη ζωή του
Ντροπαλός πίσω από την πρόκληση, μοναχικός αλλά όχι μόνος. Ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε μιλήσει για όσα τον έφτιαξαν και όσα δεν άντεχε.
Υπήρχε ο «Μαζώ» της πίστας, των μεγάλων επιτυχιών, των ανατρεπτικών εμφανίσεων και της εικόνας ενός ανθρώπου που δεν φοβόταν να προκαλέσει.
Και υπήρχε ο Γιώργος Μαζωνάκης όπως περιέγραφε ο ίδιος τον εαυτό του. Ντροπαλός, μοναχικός αλλά όχι μόνος, βαθιά δεμένος με τους φίλους του, άνθρωπος που πίστευε σε κάτι ανώτερο αλλά δεν ήθελε να μιλά δημόσια γι' αυτό.
Ο άνθρωπος που έλεγε ότι ο έρωτας δεν έπαιξε μεγάλο ρόλο στη ζωή του και ότι η μεγαλύτερη θυσία για την καριέρα του ήταν ο «μοναχισμός» του.
Σε μια μεγάλη αφήγησή του στη LiFO το 2017, ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε μιλήσει για όλα αυτά χωρίς να περιοριστεί στον καλλιτέχνη.
Στα 13 του είπε στη Μαρινέλλα «είμαι συνάδελφός σας»
Τα παιδικά του χρόνια ήταν ευτυχισμένα, παιχνίδι στις γειτονιές, φίλοι και εικόνες μιας άλλης εποχής. Τα εφηβικά του ήταν διαφορετικά.
«Δεν τα έζησα και τόσο πολύ γιατί είχα ξεκινήσει να δουλεύω από τα 15 μου».
Από παιδί ήθελε να γίνει ηθοποιός-τραγουδιστής
Ήταν αυτός που στα 13 του πήγε κρυφά στα καμαρίνια της Μαρινέλλας στο REX και της είπε:
«Γεια σας, είμαι συνάδελφός σας!»
Η Μαρινέλλα υπέγραψε και έριξε λακ πάνω στο αυτόγραφο για να μη σβήσει.
Μαθητής ακόμη, περνούσε από μια μουσική ταβέρνα πηγαίνοντας στο Λύκειο,κατέβηκε, χτύπησε την πόρτα και ζήτησε δουλειά.
Δεν τον πήραν με την πρώτη. Επέμεινε μέχρι να τους πείσει.
Δούλευε έξι ημέρες την εβδομάδα. Τελείωνε στις 6:30 ή στις 7 το πρωί και πήγαινε κατευθείαν στο σχολείο.
Τα αποκαλούσε «πέτρινα χρόνια», αλλά δεν τα θυμόταν ως τέτοια.
«Τότε η τροφή και η δύναμη ήμουν εγώ ο ίδιος».
Από την Πάτρα ξεκίνησε όλο το στόρι του Μαζωνάκη.
Η επαρχία ήταν για εκείνον δεύτερο σχολείο, ένας τόπος όπου οι νέοι τραγουδιστές αποκτούσαν ρεπερτόριο και εμπειρία.
Η γνωριμία με τον Γιώργο Μακράκη άνοιξε τον δρόμο για την πρώτη δισκογραφική δουλειά, ήρθε το «Με τα μάτια να το λες» και το «Μη μου ζητάς να αλλάξω γνώμη».
Τον έλεγαν προκλητικό.. τους έλεγε είμαι καλό παιδί
Τον έλεγαν προκλητικό, εκείνος έλεγε ότι ήταν ντροπαλός,σεμνός και ότι σεβόταν τους ανθρώπους.
Δεν πίστευε ότι όλα αυτά ήταν θέμα τύχης.
«Είμαι περισσότερο τολμηρός απ’ ό,τι τυχερός. Δεν πιστεύω στην τύχη , Τύχη είναι εκεί όπου δεν έχει υπογράψει ο Θεός»,έλεγε
Ήταν περήφανος που ήταν τολμηρός και «υπέρ της αλήθειας».
Ήταν περήφανος για την καριέρα και τα τραγούδια του, αλλά περισσότερο για άλλα πράγματα.
«Είμαι περήφανος γιατί είμαι καλό παιδί, καλός άνθρωπος, γιατί είμαι εργατικός».
Η εικόνα του στη σκηνή ήταν ανατρεπτική. Ο ίδιος όμως δεν πίστευε ότι προκαλούσε.
«Είναι λίγο μύθος το ότι μου αρέσει να προκαλώ».
Δεν του άρεσαν οι ταμπέλες και τα κλισέ. Πίστευε ότι ο καλλιτεχνικός χώρος στην Ελλάδα περιόριζε την έκφραση.
Ήθελε οι εμφανίσεις του να έχουν concept, συνοχή, σκηνοθεσία, αρχή, μέση και τέλος.
«Ποτέ δεν ήμουν “ελληνικό μαγαζί” στη σκηνή».
Είχε κοινό στη Βουλγαρία, στην Τουρκία και στη Ρωσία και συζητούσε διεθνείς συνεργασίες.
Το 2017 ένιωθε ακόμη ότι ήταν στην αρχή.
«Αισθάνομαι πως τώρα τελείωσα το δημοτικό, καλλιτεχνικά. τώρα ξεκινάω».
Η μουσική ήταν για εκείνον κάτι περισσότερο από δουλειά.
«Η μουσική για μένα είναι τα πάντα».
Ήταν «αναπνοή».
Η επιτυχία είχε τίμημα..
Δεν έβλεπε την επιτυχία μόνο μέσα από τα φώτα και την αναγνώριση. Πίστευε ότι χρειάζεται μάχη με τον εαυτό σου για να μπορέσεις να τη διαχειριστείς.
«Αυτός ο αγώνας δεν σταματάει ποτέ μέχρι να κλείσεις τα μάτια σου».
Η επιτυχία είχε τίμημα. Παραδεχόταν ότι έχασε πράγματα από την προσωπική του ζωή, αλλά ήταν δική του επιλογή.
Η μεγαλύτερη θυσία του ήταν ο «μοναχισμός».
«Αισθάνομαι ότι είμαι μοναχός στη δουλειά αυτή, είμαι ταμένος».
Δεν ήξερε αν τελικά αυτή η θυσία ήταν για καλό. Έλεγε ότι ίσως σε μεγαλύτερη ηλικία θα μπορούσε να καταλάβει αν ήταν εκείνος ο τυχερός ή ένας άνθρωπος που είχε ζήσει πιο ελεύθερα και με λιγότερες ανάγκες.
Η αναγνωρισιμότητα ήταν επίσης ένα βάρος που έπρεπε να μάθει να διαχειρίζεται.
Δεν την αντιμετώπιζε ως κάτι αυτονόητο.
Ήταν μοναχικός, αλλά δεν ήταν μόνος
Η μοναχικότητα ήταν επιλογή του.
«Η μοναχικότητα είναι για μένα στάση ζωής, όχι η μοναξιά όμως, έχει διαφορά, δεν είμαι μόνος».
Έβγαινε λιγότερο. Προτιμούσε γνωστά στέκια, σπίτια φίλων, το θέατρο και τον κινηματογράφο.
Ο έρωτας δεν είχε παίξει μεγάλο ρόλο στη ζωή του.
«Ο έρωτας δεν έχει παίξει ιδιαίτερο ρόλο στη ζωή μου».
Τον χαρακτήριζε «παράνοια» και έλεγε ότι στη δική του ζωή είχε παίξει «πολύ ελαφρύ ρόλο».
Οι φίλοι όμως είχαν άλλη θέση.
«Μέσα από αυτούς μορφώθηκα, εξελίχθηκα, αγάπησα».
Από τους φίλους, τους συνεργάτες και τους ανθρώπους γύρω του είχε μάθει να ακούει.
Το θεωρούσε ένα από τα μεγαλύτερα κέρδη της διαδρομής του.
Πίστευε επίσης ότι όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο. Ακόμη και κάτι δυσάρεστο μπορούσε να έρθει για να σου δείξει κάτι.
Τον ενοχλούσαν το ψέμα, η αγένεια και όσοι δεν ακούνε
Του άρεσε να επικοινωνεί, να μαθαίνει, να τραγουδά, να βλέπει θέατρο και κινηματογράφο.
Χαιρόταν που ξυπνούσε υγιής, που είχε τους φίλους του, που μπορούσε να σκέφτεται καθαρά. Χαιρόταν ακόμη και όταν ξυπνούσε και ντυνόταν όμορφα.
Ήξερε όμως πολύ καλά τι τον ενοχλούσε.
«Με ενοχλούν η κακογουστιά, το ψέμα, το ότι οι άνθρωποι δεν ακούνε, η αγένεια».
Δεν ανεχόταν τον ρατσισμό απέναντι στις μειονότητες.
«Ό,τι έχει να κάνει με φτηνά συναισθήματα δεν μου αρέσει».
Είχε ακούσει πολλά άσχημα σχόλια για τον εαυτό του.
Δεν του άρεσε η ευκολία με την οποία οι άνθρωποι ασχολούνται με τη ζωή των άλλων.
«Οι Έλληνες έχουμε αυτό το “προτέρημα”, να ασχολούμαστε με του αλλουνού το πρόβλημα και όχι με το δικό μας».
Ο ίδιος παραδεχόταν τα λάθη του.
Ήταν, όπως έλεγε, από τους πρώτους που μπορούσαν να πουν «έκανα λάθος».
Δεν πίστευε πως για όλα φταίει η νύχτα
Πέρασε τη ζωή του μέσα στη νύχτα, αλλά δεν την κατηγορούσε.
«Όσα μπορείς να πάθεις τη νύχτα μπορείς να τα πάθεις και τη μέρα».
Φρόντιζε τον εαυτό του και διεκδικούσε διαφορετικές συνθήκες στη δουλειά του. Από τα επταήμερα προγράμματα πέρασε στα τετραήμερα και αργότερα στις δύο ημέρες την εβδομάδα.
Τα χρήματα δεν ήταν για εκείνον μέτρο της επιτυχίας.
«Οι πορτιέρηδες των μαγαζιών είχανε Πόρσε», έλεγε για την εποχή της υπερβολής.
Πίστευε ότι το πολύ χρήμα μπορεί να κάνει τον άνθρωπο να χάσει τον μπούσουλα.
«Ο στόχος δεν είναι μόνο τα λεφτά», έλεγε.
Έβλεπε ότι η νυχτερινή διασκέδαση είχε αλλάξει. Ο κόσμος βρισκόταν κάτω από κοινωνική, πολιτική και οικονομική πίεση και έβγαινε δυσκολότερα για να διασκεδάσει. Πίστευε ότι στην Ελλάδα είχε προηγηθεί μεγάλη υπερβολή και ότι το ξαφνικό χρήμα χωρίς βάσεις μπορούσε να οδηγήσει στην απώλεια του μέτρου.
Δεν θεωρούσε τη δική του δουλειά την πιο δύσκολη.
Για εκείνον πιο δύσκολη ήταν η δουλειά του ανθρακωρύχου, του ανθρώπου που σώζει ζωές, του λιμενικού που μαζεύει μωρά από τη θάλασσα.
Η δική του δυσκολία ήταν να σταθεί απέναντι σε 2.000 ή 10.000 ανθρώπους και να διαχειριστεί τη σωματική και συναισθηματική ένταση.
Ήταν παιδί της θάλασσας και του βουνού.
Ζούσε στα νότια προάστια και κολυμπούσε ακόμη και τον χειμώνα.
«Η θάλασσα είναι κάθαρση».
Πίστευε ότι και η Αθήνα μπορούσε να γίνει καλύτερη. Ήθελε να αναδεικνύονται τα καλά στοιχεία της πόλης και όχι μόνο το παρελθόν της.
Του άρεσαν τα απλά πράγματα. Οι φίλοι, η επικοινωνία, η μουσική, μια ταινία, μια παράσταση.
Δεν χρειαζόταν πάντα κάτι μεγάλο για να του κινήσει το ενδιαφέρον.
Η πίστη του ήταν κάτι που δεν συζητούσε
Δύναμη αντλούσε από τους φίλους, την οικογένεια και την πίστη του σε κάτι ανώτερο, δεν ήθελε να πει περισσότερα.
«Αυτή είναι μια συζήτηση που δεν μπορώ να την κάνω γιατί είναι κάτι πάρα πολύ προσωπικό». Δεν την ανέλυε και δεν την εξηγούσε δημόσια. Η σχέση του με το θείο ήταν για εκείνον προσωπική υπόθεση.
Δεν πίστευε στην εύκολη επιτυχία
Συνέχιζε να ψάχνει καινούργια πράγματα και να αμφισβητεί τον εαυτό του όπως έκανε χρόνια πριν. Πίστευε ότι για έναν νέο καλλιτέχνη τα πράγματα είχαν γίνει πιο δύσκολα σε μια εποχή όπου όλα κινούνταν γρήγορα.
Θυμόταν τη φράση του Δημήτρη Παπαϊωάννου:
«Πρώτα να γίνεις σούπερ και μετά σταρ».
Δεν πίστευε ότι μια συμμετοχή σε talent show αρκούσε για να κάνει κάποιον τραγουδιστή.
Έλεγε ότι πολλά παιδιά «νομίζουν» πως θέλουν να γίνουν τραγουδιστές, ενώ το επάγγελμα απαιτεί πολύ περισσότερα.
Και το εξηγούσε με μια ατάκα.
«Κι εγώ μπορεί να θέλω να γίνω αστροναύτης, αλλά δεν σημαίνει ότι θα γίνω απλώς δηλώνοντας συμμετοχή στη ΝΑΣΑ».
Το πραγματικό «θέλω» για εκείνον είχε δουλειά, επιμονή και διάρκεια.Το είχε ζήσει ο ίδιος από τα 13 του.
Ακόμη και μετά τις επιτυχίες, συνέχιζε να ψάχνει
Δεν σταματούσε να ψάχνει το επόμενο τραγούδι. Έλεγε ότι η επιλογή κομματιών γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Δεν σταματούσε ούτε να ψάχνει διαφορετικούς τρόπους έκφρασης.
Ήθελε να τραγουδά, να επικοινωνεί, αλλά και να παίξει κάποτε σε μια ταινία.
Χρησιμοποιούσε το Instagram για προσωπικές και επαγγελματικές στιγμές, χωρίς να το αντιμετωπίζει ως κάτι περισσότερο.
Μπορούσε να κοροϊδέψει ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό.
Περπατούσε μόνος στο σπίτι, μιλούσε στον εαυτό του και αυτοσαρκαζόταν.
Του άρεσε να γελά με τον Μαζωνάκη.
Μέχρι το τέλος, η λέξη ήταν «αναζήτηση»
Δεν πίστευε ότι είχε μάθει τα πάντα.
Δεν θεωρούσε ότι οι επιτυχίες, τα χρόνια στη σκηνή ή όσα είχε ζήσει τού είχαν δώσει όλες τις απαντήσεις.Συνέχιζε να ψάχνεται, να αναρωτιέται και να αναζητά καινούργια πράγματα.
«Μέχρι να κλείσουμε τα μάτια μας θα ψάχνουμε να βρούμε τι μας έχει μάθει η ζωή».
Θυμόταν τον Σωκράτη και το «το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν ξέρω τίποτα».
Και κατέληγε σε αυτό που για εκείνον ήταν η μαγεία της ζωής.
«Αυτή είναι και η μαγεία της ζωής, αγαπητέ, η αναζήτηση..».
Πηγή φωτογραφιών instagram