Βεντέτα Κρήτη: Ο εκδικητικός φόνος που κατευνάζει το αίσθημα δικαίου της ανταπόδοσης. Αυτός ο άγραφος ιδιότυπος νόμος της ανταπόδοσης εκδηλώνεται από την αρχαιότητα. Ξεκινά από τις αρχαίες δικαιικές αρχές που εμφανίστηκαν στους λαούς της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Μάλιστα, ανάλογα με τον πολιτισμό στον οποίο απαντήθηκε αυτή η εκδικητική απονομή δικαιοσύνης, προσέλαβε και διαφορετικό τίτλο όπως αρχή της ανταπόδοσης, της ταυτοπάθειας ή του αντιπεπονθότος.

Στην Κρήτη ήδη από την Μινωική εποχή. Μάλιστα, ο Αριστοτέλης στα «Ηθικά Νικομάχεια» αναφέρει ως εισηγητή του «Δικαίου της ανταπόδοσης» τον μυθικό Ροδάμανθο. Στην εισήγηση του παρουσιάζεται να υποστηρίζει ότι «ει και πάθοι τα τ’ ερεξε, δίκη κ’ ιθεία γένοιτ» (μόνο σαν πάθει ό,τι έκανε, δίκη σωστή θα γίνει». Συμπεραίνουμε λοιπόν πως η βεντέτα για την Κρήτη είναι ένας πανάρχαια εθιμικά θεσπισμένος τρόπος δικαιοσύνης.

Η βεντέτα έχει γράψει πολλές μαύρες σελίδες στην ιστορία του νησιού. Για χάρη αυτού του άγραφου νόμου, που για τους συμμετέχοντες εκτός από την αντεκδίκηση για το κακό που μπορεί κάποιος να τους προκάλεσε, σήμαινε και την διαφύλαξη της τιμής αυτών και της οικογένειας τους, χάθηκαν και χάνονται πολλές ψυχές.

Η ετυμολογία της λέξης Βεντέτα

Η βεντέτα είναι λέξη λατινογενής. Προέρχεται από την ιταλική λέξη vendetta  που είναι εξέλιξη της  λατινικής vindicta (εκδίκηση) από το ρήμα vindico που σημαίνει διεκδικώ , τιμωρώ,  εκδικούμαι

Η βεντέτα στην νεώτερη και σύγχρονη Κρήτη

Όπως και κάθε άλλη, η κρητική βεντέτα στηρίζεται στον άγραφο «νόμο του αίματος». Στην Κρήτη, συναντάται από τα πολύ παλιά χρόνια και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να επιβιώνει ως μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της κρητικής ιδιαιτερότητας. Στην ουσία της η βεντέτα είναι μια τάση επικράτησης της αυτοδικίας έναντι του νόμου. Ένας κοινωνικός κώδικας, ο οποίος στοιχειοθετείται από τις έννοιες της τιμής και της προστασίας. Μοχλοί για να ξεκινήσει αυτός ο ιδιωτικός πόλεμος μεταξύ δύο οικογενειών στην Κρήτη είναι η προστασία της υπόληψης, της ατομικής και κατά συνέπεια της οικογενειακής τιμής, κατόπιν κάποιας οποιουδήποτε είδους προσβολής.

Αν και παλαιότερα βεντέτες στην Κρήτη ξεκινούσαν ακόμα και λόγω κτηματικών διαφορών (ζωοκλοπές, καταπατήσεις κ.α.), σήμερα αφορμή συνιστά συνήθως ένας φόνος. Η πρώτη δολοφονία βέβαια μπορεί από πίσω της να κρύβει πολύ ασήμαντα κίνητρα, όπως η μία εξύβριση. Το αποτέλεσμά της όμως, εθιμικά θα είναι η έναρξη μίας βεντέτας που ποτίζει με μίσος τις γενιές των εμπλεκόμενων οικογενειών και οδηγεί σε ατέλειωτο κύκλο αντεκδίκησης με θύματα ανθρώπους, των οποίων το σφάλμα δεν είναι παρά το επώνυμό τους.

Οι μεγαλύτερες σύγχρονες βεντέτες

Μία από τις μεγαλύτερες βεντέτες του νησιού ξεκίνησε το 1941, όταν η Κρήτη βρισκόταν ήδη υπό Γερμανική κατοχή, μεταξύ δύο πολυμελών οικογενειών, των Σαρτζετάκηδων και των Πενταράκηδων. Αφορμή υπήρξε μια γυναίκα, όμως με το πέρασμα των χρόνων και το τέλος του Παγκόσμιου πολέμου η αφορμή ξεχάστηκε και έμεινε το μίσος των δύο οικογενειών με αποτέλεσμα μέσα σε 15 χρόνια οι δύο οικογένειες να μετρούν 140 νεκρούς άντρες.

Στις βεντέτες ποτέ δεν αποτελούν στόχοι αντεκδίκησης οι γυναίκες. Ο δικηγόρος- ερευνητής Ιωάννης Βαρδάκης στην μελέτη του για λογαριασμό του Ινστιτούτου Κρητικού Δικαίου με τίτλο «Συμβολή στη μελέτη της Βεντέτας» εξηγεί πως «η γυναίκα βρισκόταν στο απυρόβλητο, καθώς δεν προσλάβανε τον χαρακτήρα της αντεκδίκησης, αφού δεν συνυπολογιζόταν στα ντουφέκια της οικογένειας. Ακόμα και αν η γυναίκα πραγματοποιούσε εγκληματική πράξη, δεν αποτελούσε το έγκλημα αφορμή για οικογενειακές αντεκδικήσεις».

Επίσης, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων για τους δράστες που προέβησαν σε πράξεις αντεκδίκησης, σε πολλές περιπτώσεις, είναι ιδιαίτερα μειωμένες, καθώς λαμβάνετε υπόψιν το εθιμικό δίκαιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Γιάννης Παπαδόσηφος.

Η αρχή της ιστορίας ξεκινάει το 1983 όταν ο γιος του Γιάννη Παπαδόσηφου, Μανώλης, πηγαίνει σε μία ταβέρνα του Ρεθύμνου να συναντήσει τον Γιάννη Βενιεράκη για να συζητήσουν για μια διαμάχη που είχαν και αφορούσε μια γυναίκα. Ο Βενιεράκης σκότωσε με τρεις σφαίρες τον Παπαδόσηφο. Πρωτόδικα ο Βενιεράκης καταδικάζεται σε ισόβια. Η έφεση γίνεται στον Πειραιά. Στο δικαστήριο βρίσκεται ο πατέρας του θύματος, ο οποίος έχει κρυμμένο πίσω από την πλούσια γενιάδατα του ένα όπλο, με το οποίο σκοτώνει τον δολοφόνο του παιδιού του. Ο Γιάννης Παπαδόσηφος καταδικάστηκε σε 14 χρόνια φυλάκιση και έμεινε στην φυλακή 5 χρόνια.

Ο φόνος μέσα στο δικαστήριο ίσως έχει και μια ισχυρή συμβολική σημασία, καθώς ο δράστης νιώθει πως η ύψιστη μορφή δικαιοσύνης δεν θα αποδοθεί με την απόφαση του δικαστηρίου ακόμα και αν είναι καταδικαστική, αλλά με το δίκαιο της ανταπόδοσης που είναι ριζωμένο βαθιά μέσα στην συνείδηση του

Υπάρχουν όμως και αρκετές περιπτώσεις που δεν καταλήγουν στις αίθουσες δικαστηρίων και σε βίαιες πράξεις, καθώς μπαίνουν ανάμεσα στις δύο οικογένειες οι λεγόμενοι «μεσίτες». Μεσίτες είναι εκείνοι που επιδιώκουν τον «σασμό», όπως λέγεται στην κρητική διάλεκτο, δηλαδή αποτελούν τους συμφιλιωτές. Οι μεσίτες ήταν πρόσωπα κύρους στην τοπική τους κοινωνία και λόγω της πείρας τους λειτουργούσαν σαν πυροσβέστες στην εκάστοτε περίπτωση που μπορούσε να εξελιχθεί σε παρανάλωμα του πυρός.

Στα σύγχρονα χρόνια ο «σασμός» επικυρωνόταν με μια βάφτιση, μια «συντεκνιά», όπως λένε οι Κρητικοί, ή με ένα γάμο μεταξύ προσώπων των δύο οικογενειών. Ωστόσο, αναφορές συμβιβασμών μεταξύ εχθρικών μεταξύ τους οικογενειών έχουμε από την εποχή της ενετοκρατίας. Τότε υπέγραφαν συμφωνητικό ενώπιον νοτάριου (συμβολαιογράφου), όπου πιστοποιούσαν την διακοπή των εχθροπραξιών τους. Στα μέσα του 20ου αιώνα βρίσκουμε πρακτικά συμφιλίωσης να δημοσιεύονται σε τοπικές εφημερίδες, ανακοινώνοντας έτσι την λήξη της βεντέτας.

Μανιάτικη βεντέτα

Ελάχιστες αναφορές που υπάρχουν στα δημοτικά τραγούδια  ΚΑΙ σε συνδυασμό με ορισμένες ημιτελείς έρευνες υποστηρίζουν ότι η μανιάτικη βεντέτα διαφέρει από την κρητική, γιατί έχει κώδικες τιμής πιο ισχυρούς και τελετουργικό περίπλοκο, αφού για παράδειγμα τα αρσενικά παιδιά μιας «ατιμασμένης» οικογένειας ανατρέφονταν με μοναδικό σκοπό μεγαλώνοντας να πάρουν το αίμα του συγγενούς τους θύματος πίσω.

Σκοπός της μανιάτικης βεντέτας ήταν η επικράτηση μεταξύ των πατριών (οικογενειών). Επρόκειτο για το λεγόμενο «γδικιωμό» ή δικιωμό- που αφορούσε αρχικά το σόι ή την οικογένεια και όχι το άτομο. Ήταν η τιμωρία μιας πράξης που είχε γίνει σε βάρος της οικογένειας.

Την τιμωρία στη Μάνη αποφάσιζε ψύχραιμα ένα οικογενειακό συμβούλιο, ενώ δεν ήταν απαραίτητο να τιμωρηθεί προσωπικά ο ένοχος της πράξης. Η βεντέτα μπορούσε να στραφεί και εναντίον άλλου μέλους της αντίπαλης οικογένειας.

Συχνά στόχος ήταν η ολοκληρωτική εκμηδένιση της αντίπαλης οικογένειας. Το πρώτο χτύπημα δε γινόταν ποτέ απροειδοποίητα. Η πλευρά που προκαλούσε κήρυσσε επίσημα τον πόλεμο, χτυπούσαν οι καμπάνες, τα δυο αντίπαλα μέρη πήγαιναν στους πύργους τους κι από κει και πέρα κάθε μέσο καταστροφής ήταν επιτρεπτό.

Είναι γνωστό ότι η Μανιάτικη βεντέτα κρατούσε σαν την Κρητική πολλά χρόνια και μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά, με αποτέλεσμα να έχουν ξεκληριστεί ολόκληρες οικογένειες. Εκείνο που δεν ίσχυε παρά μόνο για τη μανιάτικη βεντέτα είναι το λεγόμενο «ψυχικό», η μεγαλειώδης πράξη που έκανε τους άσπονδους εχθρούς, εγκάρδιους φίλους (ψυχαδερφούς) και έτσι έληγε μία βεντέτα.

Σήμερα μπορεί το φαινόμενο να μην έχει εξαλειφθεί εντελώς, όμως έχει μειωθεί αρκετά, σε σημείο ευελπιστούμε σύντομα να το ακούμε μόνο σε ιστορίες του παρελθόντος. Ωστόσο, είναι άδικο να χρεώνουμε την βεντέτα μόνο στην Κρήτη ή ακόμα και στην Μάνη. Η βεντέτα είναι ένα φαινόμενο το οποίο αναπτύχθηκε σε αρκετές Μεσογειακές και Αραβικές χώρες.

Η βεντέτα Μανιατών και Κρητικών στον Πειραιά  το 1906

Τον Φεβρουάριο του 1906 ξεσπούν αιματηρά επεισόδια στον Πειραιά ανάμεσα σε Μανιάτες και Κρητικούς. Τα επεισόδια που διαρκούν μέρες και αφήνουν πίσω τους νεκρούς και τραυματίες και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, σπέρνουν τον τρόμο στην πόλη και κλείνουν τους Πειραιώτες στα σπίτια τους.

Οι συγκρούσεις Μανιατών και Κρητικών ξεκινούν όταν Λάκωνες αχθοφόροι απαιτούν από Κρητικούς που μόλις έχουν αποβιβαστεί στο λιμάνι από την Κρήτη, να τους μεταφέρουν, έναντι αμοιβής, τις αποσκευές τους.

Το λιμάνι του Πειραιά έχει καταστεί «φέουδο» των Μανιατών, οι οποίοι έχουν πάρει τα αχθοφορικά δικαιώματα, καταφέρνοντας έτσι να κερδίζουν περισσότερα απ΄ όσα θα τους απέδιδε η εργασία τους στα εργοστάσια της εποχής.

Οι εφημερίδες της εποχής αφιερώνουν πολλές σελίδες περιγράφοντας με λεπτομέρειες τις συγκρούσεις ανάμεσα στους Μανιάτες και τους Κρητικούς, ενώ στα κύρια άρθρα τους επιφυλάσσουν σφοδρή κριτική για την αδυναμία της πολιτείας να επιβάλει κανόνες. Τα επεισόδια και η απειλή λαμβάνουν γενικευμένη διάσταση τέτοια που ο πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης συγκαλεί έκτακτο υπουργικό συμβούλιο για τον χειρισμό της κατάστασης.

Η αντιμετώπιση της βεντέτας  από το ελληνικό ποινικό δίκαιο

Στο δίκαιο, όμως, αυτοδικία συνιστά και η πραγμάτωση μίας αξίωσης χωρίς την απαραίτητη νομική διαδικασία. Για παράδειγμα, αν σας οφείλω αποζημίωση από κάποια αδικοπραξία, αυτοδικία θεωρείται το να αφαιρέσετε από μόνοι σας κάποιο στοιχείο της περιουσίας μου, αντί να ακολουθήσετε τη νομική οδό.

Στον Ποινικό Κώδικα, το άρθρο 331 προβλέπει ότι: «Όποιος ασκεί αυθαίρετα αξίωση σχετική με δικαίωμα που ή το έχει πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται, τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή. Για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση».
Η διάταξη προστατεύει το έννομο αγαθό της ελευθερίας του ατόμου, το οποίο δεν υποχρεούται να ανεχθεί την πράξη του άλλου εις βάρος του λόγω του ότι κάποιος έχει ή θεωρεί ότι έχει κάποια αξίωση εναντίον του. Στόχος της είναι η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, που θέλει όλους μας κοινωνούς της δικαιοσύνης και βλέπει μάλλον με καχυποψία αυτούς που επιχειρούν να πάρουν το νόμο και το δίκαιο στα χέρια τους, αλλά και η διαφύλαξη της ειρηνευμένης κοινωνικής συμβίωσης, που θα μπορούσε να διασαλευτεί από την αυτοδύναμη ικανοποίηση των νομικών αξιώσεων.

Στην αυτοδικία σύμφωνα με τη νομικό Αριάδνη Παναγιώτα Φατσή, αναφέρεται και ο Αστικός Κώδικας, στο άρθρο 282, το οποίο έχει ως εξής: «Η ικανοποίηση της αξίωσης από το δικαιούχο αυτοδύναμα και χωρίς τη βοήθεια της αρχής (αυτοδικία) επιτρέπεται μόνο όταν η βοήθεια της αρχής δεν μπορεί να φτάσει έγκαιρα και υπάρχει κίνδυνος από την αναβολή να ματαιωθεί ή να δυσκολευτεί σημαντικά η πραγμάτωση της αξίωσης».
Στην έννοια της αξίωσης υπάγεται κάθε απαίτηση που θεμελιώνεται σε αστικά δικαιώματα -δηλαδή αφορά την άσκηση κάποιου δικαιώματος. Αξίωση δεν μπορεί να θεωρηθεί κάποιος ηθικός λόγος ή η επίκληση κάποιου δικαιώματος δημοσίου δικαίου. Δεν ενδιαφέρει αν πρόκειται για εμπράγματη ή ενοχική αξίωση, αλλά είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε κάποιο δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί με αγωγή.

Στην περίπτωση που η αυτοδικία αφορά σε σωματικές βλάβες, είναι ενίοτε δύσκολο να διαπιστωθεί αν πρόκειται για κατάσταση στην οποία το άδικο αίρεται λόγω άμυνας. Η δυσανάλογη χρήση βίας σε περιπτώσεις άμυνας συχνά τιμωρείται ελαφρά από το ποινικό δίκαιο. Η αντιμετώπιση αυτή υπάρχει ενίοτε και όταν δεν έχουμε άμυνα, όπως σε περιπτώσεις θανάτωσης προσώπου, αν είχε προηγηθεί μια εξαιρετικά μεγάλη προσβολή, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μητέρα που σκότωσε τον βιαστή του τέκνου της και της αναγνωρίστηκαν πολλά ελαφρυντικά.

Φυσικά, εδώ δεν μπορεί να γίνει λόγος για κατάσταση άμυνας, αλλά ο κατηγορούμενος μπορεί να διεκδικήσει την αναγνώριση στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων. Η αυτοδικία εδώ λαμβάνει μια μορφή εκδίκησης και δεν πρόκειται για την περίπτωση της αυτοδύναμης πραγμάτωσης μιας αξίωσης του αστικού δικαίου, αλλά τιμωρείται με βάση το αντίστοιχο άρθρο του Ποινικού Κώδικα για το έγκλημα που έχει διαπραχθεί (στην περίπτωση της εκ προθέσεως θανάτωσης, το 299 Ποινικού Κώδικα για την ανθρωποκτονία εκ προθέσεως).

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις