Μια νέα βιογραφική ταινία φαίνεται πως συμβάλλει σε ένα κλίμα που παρουσιάζει τον Μάικλ Τζάκσον περισσότερο ως βαθιά τραυματισμένο θύμα παρά ως θύτη. Η κυκλοφορία της ταινίας Michael προκάλεσε πραγματική υστερία στα κοινωνικά δίκτυα, με αντιδράσεις που μοιάζουν να «σβήνουν» πλήρως τις κατηγορίες παιδικής κακοποίησης που τον ακολουθούσαν επί δεκαετίες, αλλά και να «ξεπλένουν» κάθε αμφιλεγόμενη πτυχή της ζωής του.
Σε αυτή τη συγκυρία, αναδεικνύεται μια νέα γενιά θαυμαστών που ανακαλύπτει τον Μάικλ Τζάκσον μέσα από μια παράξενη, σχεδόν εμμονική online αναβίωση, μια άτυπη διαδικτυακή «αποκατάσταση» της εικόνας του. Αυτό εξηγεί στην ανάλυσή της στον Guardian η αρθρογράφος Nesrine Malik.
Καταιγισμός θαυμασμού και πλήρης αγνόηση των καταγγελιών
Οι κριτικές της της ταινίας την χαρακτηρίζουν κακή. Μια κινηματογραφημένη playlist χωρίς αφήγηση, κλισέ και εξωραϊσμένη, μια παραγωγή που φέρεται να επιδιώκει να «καθαρίσει» την εικόνα ενός ανθρώπου που έχει κατηγορηθεί πολλές φορές για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων.
Η δυσπιστία όμως δεν προκύπτει μόνο από τις κριτικές. Το σοκαριστικό ντοκιμαντέρ Leaving Neverland δύο άνδρες περιγράφουν με λεπτομέρειες την κακοποίησή τους ως παιδιά από τον Τζάκσον, εξακολουθεί να βαραίνει καθοριστικά.
Το 1993, ο Jackson κατέβαλε εκατομμύρια δολάρια σε εξωδικαστικό συμβιβασμό στην οικογένεια ενός καταγγέλλοντα που υποστήριζε ότι ο καλλιτέχνης είχε προβεί σε «επαναλαμβανόμενη σεξουαλική κακοποίηση» του γιου τους. Δέκα χρόνια αργότερα, το 2003, συνελήφθη ως ύποπτος για κακοποίηση ανηλίκων και δικάστηκε το 2005. Αθωώθηκε από όλες τις κατηγορίες. Όμως οι φήμες πλέον ήταν υπερβολικά πολλές, και παρότι δεν καταδικάστηκε ποτέ, ο Jackson πέρασε τέσσερα χρόνια σε απομόνωση και δημόσια απαξίωση μέχρι τον θάνατό του το 2009. Ούτε αυτό έβαλε τέλος στην υπόθεση: το 2020, η περιουσία του συμφώνησε σε διακανονισμό 16,5 εκατ. δολαρίων με πέντε ακόμη καταγγέλλοντες.
Παρά τις αθωωτικές αποφάσεις, οι σκιές δεν έπαψαν ποτέ να τον ακολουθούν.
Μια νέα, παράξενη λατρεία
Οι αμετανόητοι υποστηρικτές του Μάικλ Τζάκσον ανέκαθεν υποστήριζαν ότι τα αγόρια που κατήγγειλαν τον σταρ ήταν πιόνια οικογενειών με οικονομικά κίνητρα. Και ο θάνατός του δημιούργησε χώρο για να παρουσιαστεί η ιστορία και η μουσική του ως πολιτιστικό φαινόμενο. Όμως η ταινία Michael έχει απελευθερώσει ένα νέο κύμα φανατισμού, που όχι μόνο σβήνει από τη μνήμη αυτό το τραγικό ιστορικό, αλλά μετατρέπει τον Jackson σε αθώο, πάσχοντα μάρτυρα, θύμα των επικριτών του.
Εδώ και δύο εβδομάδες το διαδίκτυο έχει βυθιστεί στην αποθέωση του Τζάκσον που ξέσπασε μετά την ταινία. Είναι ένα εξαιρετικά παράξενο «οικοσύστημα» όπου ο Τζάκσον «ανακαλύπτεται» ξανά ως είδωλο, αυτή τη φορά όμως μέσα από το φίλτρο των σημερινών πολιτισμικών πολέμων, όπου οι υπερασπιστές του ξαναγράφουν αδιάψευστα γεγονότα.
Σε αυτή την εκδοχή, οι υπερβολικές πλαστικές επεμβάσεις του θεωρούνται «συκοφαντία». Στα social media κυκλοφορούν συγκριτικές φωτογραφίες με χρήστες να υποστηρίζουν ότι «τα ζυγωματικά είναι ίδια» ή ότι «απλώς φορούσε άλλο μακιγιάζ». Παράλληλα, η εξήγηση του Τζάκσον πως το δέρμα του έγινε πιο ανοιχτό λόγω λεύκης αποτελεί μια ακόμη πεδίο μάχης, με υποστηρικτές να δημοσιεύουν φωτογραφίες για να αποδείξουν ότι δεν χρησιμοποιούσε λευκαντικές ουσίες.
Ψηφιακή αναρχία και φυλετική αμηχανία
Στον gamified κόσμο των social media, όπου όλα γίνονται για engagement, ο Τζάκσον έχει μετατραπεί σε προϊόν προς υπεράσπιση κι όλα αυτά με τη βοήθεια AI. Οι ελαφρώς αλλοιωμένες εικόνες και ήχοι που κυριαρχούν στα timelines δημιουργούν μια πειστική εντύπωση, για κάποιον που δεν ξέρει, πως πρόκειται για μια προσωπικότητα πλασμένη από τα social media: χαριτωμένη, καλή, βασανισμένη και απορριφθείσα από έναν κόσμο που «δεν την άξιζε».
Όμως, πίσω από τη ρομαντική αυτή αφήγηση υπάρχει το μεγάλο, άβολο γεγονός: ότι ο Τζάκσον ήταν ένας μαύρος άνδρας που μεταμόρφωσε την εμφάνισή του μέχρι του σημείου να σβήσει τα φυλετικά χαρακτηριστικά του. Ο πατέρας του ήταν, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, μια καταπιεστική, ακόμα και κακοποιητική φιγούρα, που ενστάλαξε στον Τζάκσον βαθιά ντροπή για την εμφάνισή του.
Σε συνδυασμό με την κακοποίηση που, σύμφωνα με αναφορές, υπέστη ως παιδί και στην πρώιμη δόξα του, ο Τζάκσον παρουσιάστηκε από τους υποστηρικτές του ως ένα «αιώνιο παιδί», ανίκανο για την κακία των ενηλίκων, απλά κάποιος που αναζητούσε την παρέα άλλων παιδιών και το καταφύγιο ενός προσωπικού θεματικού πάρκου, του Neverland, όπου κανείς δεν μεγαλώνει ποτέ.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, παραμένει πιο σύνθετη: ο Τζάκσον υπήρξε βαθιά τραυματισμένος, αλλά και τραυματικός για άλλους. Και, δυστυχώς, παρουσιάζεται μόνο το πρώτο.
Ο χρόνος απαλύνει τις πληγές ή απλώς θολώνει τη μνήμη;
Η βιογραφική ταινία σπάει ήδη ταμεία, ενώ ο Τζάκσον κερδίζει εκατομμύρια νέους ακροατές. Για μια νεότερη γενιά, είναι πλέον μια ιστορική φιγούρα που μπορεί να θεοποιηθεί χωρίς τις περίπλοκες πτυχές του παρελθόντος του – και που δεν είναι πλέον ζωντανός για να βρίσκεται στο επίκεντρο νέων κατηγοριών. Αλλά ακόμα και για όσους έζησαν την πορεία του, είναι δύσκολο να αναμετρηθούν με το πώς αυτό το συναρπαστικό, εκρηκτικό μαύρο αγόρι, που έγραψε τους ήχους μιας ολόκληρης ζωής, κατέληξε να γίνει ένας άνθρωπος που αλλοίωσε τη φυλετική του ταυτότητα και κατηγορήθηκε για σεξουαλική κακοποίηση.
Η Margo Jefferson, η βραβευμένη με Πούλιτζερ κριτικός και συγγραφέας του On Michael Jackson (2006), το περιέγραψε καλύτερα όταν επανεξέτασε το έργο της υπό το φως του Leaving Neverland: «Είμαι απογοητευμένη και ντρέπομαι που όταν έγραφα το βιβλίο μου δεν μπορούσα να πιέσω τον εαυτό μου να αναγνωρίσει ότι αυτός ο βαθιά τραυματισμένος άνθρωπος ήταν σχεδόν σίγουρα ένας σεξουαλικός θύτης;» έγραψε. «Φυσικά και είμαι». Αλλά πρόσθεσε: «Τι προσωπικές ανάγκες και επιθυμίες καθένας μας φέρνει στο έργο που αγαπά; Όταν τα σκοτεινά στοιχεία μιας ζωής διαπερνούν ή ακόμη και μολύνουν το έργο, σημαίνει αυτό ότι πρέπει να το απορρίψουμε; Μπορεί να σημαίνει αυτό, αλλά μπορεί επίσης να σημαίνει ότι παλεύουμε για τα κομμάτια του που έχουν σημασία για εμάς».
Οι παλιοί και οι νέοι θαυμαστές έχουν κάθε δικαίωμα να πάρουν τη δική τους απόφαση, αλλά αυτή πρέπει να συνοδεύεται από μια αναγνώριση του τι υπήρξε αυτός ο «τραυματισμένος άνθρωπος».