Ήταν σαν μια «Συννεφιασμένη Κυριακή»: Ο Βασίλης Τσιτσάνης γεννήθηκε και πέθανε στις 18 Ιανουαρίου
Από το συννεφιασμένο Λονδίνο μέχρι τα ελληνικά ραδιόφωνα, η μουσική του ζει για πάντα.
Ήταν 18 Ιανουαρίου 1984 στο συννεφιασμένο Λονδίνο. Ήταν μια μέρα σαν τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» του, όταν ο Βασίλης Τσιτσάνης έσβησε χάνοντας τη μάχη με τον καρκίνο του πνεύμονα. Ακριβώς 69 χρόνια μετά τη γέννησή του στα Τρίκαλα, το 1915.
Υπάρχουν ημερομηνίες που περνούν απαρατήρητες και άλλες που μοιάζουν να κουβαλούν μέσα τους μια ιστορία. Για τον Βασίλη Τσιτσάνη, η 18η Ιανουαρίου είναι η ημερομηνία που τον σημάδεψε. Η ημερομηνία γέννησης και θανάτου. Σαν να έκλεισε μόνος του τον κύκλο, αφήνοντας πίσω του όχι απλώς τραγούδια, αλλά μια ανεξίτηλη σφραγίδα στο ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι.
Υπήρξε ένας από τους πλέον εμβληματικούς Έλληνες λαϊκούς δημιουργούς του 20ού αιώνα - τραγουδιστής, συνθέτης και στιχουργός. Ο άνθρωπος που έγραψε και τραγούδησε τον πόνο, την απώλεια, τον ανεκπλήρωτο, αλλά και τον παράνομο έρωτα, εκείνον που δεν χωρούσε εύκολα στις λέξεις.
Από τα Τρίκαλα στη δόξα
Γεννημένος στα Τρίκαλα το 1915, ο Βασίλης Τσιτσάνης υπήρξε αυτοδίδακτος στη μουσική. Έμαθε μόνος του να παίζει μαντολίνο. Κι όταν μπήκε στη ζωή του το μπουζούκι, κατάλαβε ότι είχε βρει τη φωνή του.
Σε μια εποχή που το μπουζούκι θεωρείτο όργανο του περιθωρίου, εκείνος το αντιμετώπισε ως εργαλείο αφήγησης. Από νωρίς φάνηκε ότι δεν επρόκειτο για ακόμη έναν λαϊκό συνθέτη. Οι μελωδίες του είχαν καθαρότητα, οι στίχοι του ιστορία.
Το 1940 ο Τσιτσάνης μετακόμισε στην Αθήνα αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, αλλά δεν έμεινε για πολύ. Μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, στην πόλη που γνώρισε τα πρώτα χρόνια της δόξας του.
Ήταν δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και η φωνή του έμενε αξέχαστη σε όποιον την άκουγε. Στο «Ουζερί Τσιτσάνης» έγραψε τις πρώτες σελίδες της χρυσής ιστορίας του. Εκεί, γεννήθηκε κι ένα τραγούδι που στο άκουσμά του, ανεβαίνει ένας κόμπος στον λαιμό... Κι ίσως να μπαίνει κι ένα σκουπιδάκι στο μάτι...
Η εμβληματική «Συννεφιασμένη Κυριακή»
Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» δεν είναι απλώς το πιο γνωστό τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη. Είναι ένα από τα πιο βαριά φορτισμένα τραγούδια της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Ένα τραγούδι που δεν εξηγείται πλήρως - και γι’ αυτό αντέχει.
Ο Τσιτσάνης άρχισε να το δουλεύει στα χρόνια της Κατοχής. Τότε που οι Κυριακές δεν είχαν γιορτή, αλλά βάρος. Ο ίδιος απέφευγε να δώσει μία και μοναδική ερμηνεία. Άλλοτε μιλούσε για την εποχή, άλλοτε για έναν εσωτερικό πόνο. Και ίσως αυτή να είναι η δύναμή της: ότι δεν ανήκει σε ένα γεγονός, αλλά σε μια αίσθηση.
Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» έγινε το τραγούδι της ήττας χωρίς κραυγές, της απώλειας χωρίς μελοδραματισμό. Ένα τραγούδι που δεν καταγγέλλει - απλώς πονάει. Και γι' αυτό έγινε διαχρονικό.
«Ήθελα να φωνάξω για μαύρη απελπισία»
Ο Τσιτσάνης έχει αφηγηθεί για την ιστορία του τραγουδιού: «Κατά την περίοδο της Κατοχής, στη Θεσσαλονίκη, εμπνεύστηκα και τη "Συννεφιασμένη Κυριακή". Και μου έδωσε την αφορμή ένα από τα τραγικά περιστατικά που συνέβαιναν τότε στον τόπο μας, με την πείνα, τη δυστυχία, το φόβο, την καταπίεση, τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις.
Το κλίμα που μου ενέπνευσε τους στίχους, μού ενέπνευσε και τη μελωδία. Βγήκε μέσα από τη "συννεφιά" της κατοχής και την απελπισία που μας έδερνε όλους μας - τότε που όλα τα 'σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά. Ήθελα να φωνάξω για τη μαύρη απελπισία, αλλά συγχρόνως και για την υπερηφάνεια του λαού μας που δε σηκώνει χαλινάρι και σκλαβιά.
Η "Συννεφιασμένη Κυριακή" δεν είναι μόνο ένα περιστατικό της Κατοχής, αλλά κλείνει μέσα της όλη την τραγική εκείνη περίοδο. Ό,τι είχα μέσα μου και ό,τι έκρυβα από τα θλιβερά γεγονότα που ζούσα τα είπα με το τραγούδι μου αυτό.
Το είχα έτοιμο από τότε, με αρχικό τίτλο "Ματωμένη Κυριακή", διότι εκείνη τη βαριά χειμωνιάτικη νύχτα Κυριακής είδα με τα μάτια μου το θάνατο ενός παλικαριού. Μάτωσε η καρδιά μου και εγώ με τη σειρά μου μάτωσα το τραγούδι.
Το γραμμοφώνησα το 1948, αφού βασανίστηκα περίπου ένα χρόνο, επειδή μία λέξη έλειπε από το κουπλέ. Αισθάνθηκα, και δεν το κρύβω, μια ιδιαίτερη υπερηφάνεια που αμέσως κατέκτησε τον κόσμο. Η εξάπλωσή του από τη μία άκρη μέχρι την άλλη με γέμισε πίστη και αισιοδοξία, αλλά και υπέρμετρες ευθύνες για την πορεία μου στο χώρο της λαϊκής μουσικής».
Το τραγούδι χρειάστηκε 5 χρόνια για να ολοκληρωθεί. Ο Τσιτσάνης ξεκίνησε τη δημιουργία του το 1943 εν μέσω Κατοχής, όταν βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, και το ολοκλήρωσε το 1948. Όπως έλεγε ο ίδιος, ο λόγος ήταν ότι δεν μπορούσε να βρει μια συγκεκριμένη λέξη.
«Την πιο μεγάλη κούραση και στενοχώρια μού έδωσε η "Συννεφιασμένη Κυριακή". Δεν μπορούσα να βρω μια επαναληπτική λέξη τρισύλλαβο. Τελικά η λέξη βγήκε από το ίδιο το κείμενο: «που έχει πάντα συννεφιά - συννεφιά».
Ο άνθρωπος που εξέλιξε το ρεμπέτικο
Ο Βασίλης Τσιτσάνης ήταν ο μουσικός που εξέλιξε το ρεμπέτικο. Το έβγαλε από τον στενό χώρο του περιθωρίου και το έφερε στο προσκήνιο, χωρίς να του αφαιρέσει την αλήθεια του.
Τραγούδια όπως η «Αρχόντισσα», το «Όταν συμβεί στα πέριξ», το «Ό,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ», τα «Καβουράκια» μιλούν για έρωτα, απουσία, μοναξιά. Όχι με υπερβολή, αλλά με καθαρό βλέμμα. Ο Τσιτσάνης έγραφε για ανθρώπους της διπλανής πόρτας - κι αυτό ήταν η μεγαλύτερη επανάστασή του.
Οι φωνές που ανέδειξε
Το 1947 η Σωτηρία Μπέλλου προσελήφθη ως τραγουδίστρια στο κέντρο διασκέδασης της Αθήνας όπου εμφανιζόταν ο Βασίλης Τσιτσάνης. Η σχέση τους υπήρξε έντονη και καθοριστική. Ο Τσιτσάνης διέκρινε στη φωνή της κάτι ακατέργαστο και αληθινό.
Με τη Μαρίκα Νίνου, δημιούργησε έναν από τους πιο εμβληματικούς συνδυασμούς στην ιστορία του λαϊκού τραγουδιού.
Ο Τσιτσάνης δεν «χρησιμοποιούσε» τραγουδιστές. Τους διαμόρφωνε.
Ο άνθρωπος πίσω από τα τραγούδια
Ο Τσιτσάνης ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων, με πειθαρχία και εμμονή στη δουλειά. Δεν τον ενδιέφερε η προβολή. Πίστευε ότι αν ένα τραγούδι αξίζει, θα βρει μόνο του τον δρόμο του. Και όλα τα τραγούδια του τον βρήκαν.
Στην ένδοξη ιστορία του πάντως, υπήρξαν και κάποιες «κηλίδες» - αναπόφευκτες ίσως για έναν δημιουργό με τόσο μεγάλη παραγωγή - με τον ίδιο να έχει κατηγορηθεί κατά καιρούς για κλοπή πνευματικών δικαιωμάτων. Μία από τις μεγαλύτερες κόντρες του ήταν αυτή με τη στιχουργό Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου για τα «Καβουράκια».
Ο Τσιτσάνης πάντως έλεγε ότι η Παπαγιαννοπούλου του είχε πάει ένα προσχέδιο έπειτα από παραγγελία: «Άλλο της παρήγγειλα και άλλο μου έφερε. Εγώ το άλλαξα και το έκανα έτσι όπως το ξέρει όλη η Ελλάδα».
Υπήρξε στενός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος αγαπούσε πολύ τα τραγούδια του.
Ο Τσιτσάνης αγαπούσε το ποδόσφαιρο. Ήταν λάτρης του Άρη Θεσσαλονίκης, αλλά πήγαινε συχνά στο γήπεδο για να δει και τον ιστορικό Α.Ο. Τρίκαλα, την ομάδα της ιδιαίτερης πατρίδας του.
Η κληρονομιά
Σήμερα, δεκαετίες μετά τον θάνατό του, τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη εξακολουθούν να ακούγονται. Σε συναυλίες, σε σπίτια, σε στιγμές χαράς και λύπης. Δεν είναι τραγούδια μιας εποχής. Είναι τραγούδια ανθρώπινα.
Ο Βασίλης Τσιτσάνης γεννήθηκε και πέθανε στις 18 Ιανουαρίου. Όμως στην πραγματικότητα, δεν έφυγε ποτέ. Κάθε φορά που ακούγεται μια «Συννεφιασμένη Κυριακή» ή κάποιος σιγοτραγουδά τα «Καβουράκια», ο Τσιτσάνης είναι παρών.
Όχι ως μνήμη.
Αλλά ως μια φωνή που συνεχίζει να μας ανατριχιάζει.