Διονύσης Σαββόπουλος: Ο Νιόνιος που αγάπησε όλη η Ελλάδα - Η ζωή, ο έρωτας, η φυλακή, το τέλος
Ο μεγάλος τραγουδοποιός μας είπε αντίο και καλή αντάμωση και «έφυγε» αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο έργο και ένα ακόμη πιο τεράστιο κενό.
«Αυτό που λέμε Σαββόπουλος δεν υπάρχει. Ο Σαββόπουλος είναι ένας ρόλος που τον έπλασα σιγά σιγά με τα χρόνια: ο τύπος με τα στρογγυλά γυαλιά, τις τιράντες, αργότερα το γενάκι, που βγαίνει στη σκηνή, φτιάχνει αυτά τα τραγούδια, κάνει σχόλια και λέει ιστορίες. Είναι ένας άλλος. Εγώ είμαι εγώ.
Χώνομαι πολλές φορές μέσα σ’ εκείνον τον άλλο. Δικός μου είναι. Χωρίς εμένα θα ήταν αέρας κοπανιστός. Τώρα όμως τον χρειάζομαι, γιατί μεγάλωσα και θα ’θελα να δω πώς ήμουν πιτσιρίκος, πώς φέρθηκα στον επαγγελματικό μου βίο, πώς ήμουν σαν σύζυγος, πατέρας και παππούς κι ακόμα πώς ήμουν σαν πολίτης, σαν φίλος και σαν γιος. Σ’ αυτά είναι καλός ο Σάββο». Τα λόγια αυτά ανήκουν στον Διονύση Σαββόπουλο, στον Νιόνιο της Ελλάδας.
Μια ζωή δρόμος
Γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1944 στη Θεσσαλονίκη. Είχε ρίζες από Κωνσταντινούπολη και Φιλιππούπολη. Το 1963 μετακόμισε στην Αθήνα έχοντας πρώτα εγκαταλείψει τη Νομική Θεσσαλονίκης για να ασχοληθεί με τη μεγάλη του αγάπη, το τραγούδι. Θεωρείται -και όχι άδικα- ο πρωτεργάτης της σχολής των Ελλήνων τραγουδοποιών που γράφουν μουσική, στίχους και ερμηνεύουν και τα τραγούδια τους.
Ξεκίνησε τη μουσική του καριέρα το 1964 με εμφανίσεις στις μπουάτ του νέου κύματος πλάι στους Μαρία Φαραντούρη και Μάνο Λοΐζο. Τα τραγούδια του ξεχώρισαν για το πολιτικό, το ρομαντικό, αλλά και το σκωπτικό τους περιεχόμενο. Διαχρονικά έχουν μείνει μεταξύ άλλων τα «Ας κρατήσουν οι χοροί», «Συννεφούλα», «Μη μιλάς άλλο για αγάπη», «Θαλασσογραφία», «Ζεϊμπέκικο» (με τη Σωτηρία Μπέλλου), «Σου μιλώ και κοκκινίζεις», «Άγγελος Εξάγγελος», «Σαν τον Καραγκιόζη», «Φορτηγό», «Περιβόλι του τρελλού», «Μπάλλος», «Βρώμικο ψωμί», «Ρεζέρβα» και «Τραπεζάκια έξω».
Έγραψε μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο και βιβλία κυρίως αυτοβιογραφικά, θεατρικά κείμενα και συλλογές με στίχους. Ήταν πολιτικά ενεργός και μάλιστα την περίοδο της Χούντας φυλακίστηκε δύο φορές, το 1967. Το 1986 παρουσίασε την εκπομπή «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι» στην ΕΡΤ1. Τον Νοέμβριο του 2017, το Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ τον ανακήρυξε ως επίτιμο διδάκτορά του.
Οι τελευταίες συναυλίες του πραγματοποιήθηκαν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη τον Ιούνιο του 2025, στο πλαίσιο του Rockwave Festival, με αφορμή την επέτειο των 30 χρόνων του φεστιβάλ. Στο πλευρό του συμμετείχε η Klavdia, με την οποία είχαν συνεργαστεί αρκετές φορές…
Ο Διονύσης Σαββόπουλος ήταν παντρεμένος με την Ασπασία Αραπίδoυ, έχουν αποκτήσει δύο γιους, τoν Κoρνήλιo και τoν Ρωμανό, ενώ έχει και δύο εγγόνια τον Διονύση και τον Ανδρέα.
«Ήταν τόσο όμορφη, που το βράδυ φωσφόριζε»
Η Άσπα ήταν η γυναίκα της ζωής του και συχνά αναφερόταν σε εκείνη με πολύ γλυκά και όμορφα λόγια. Στο βιογραφικό βιβλίο του «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα» (2025), ο Σαββόπουλος γράφει χαρακτηριστικά: «Ήταν μια περίοδος ταλαιπωρίας, αλλά κάθε εμπόδιο σε καλό. Γιατί έτσι γνώρισα τη γυναίκα που θα γινόταν η γυναίκα της ζωής μου. Ήταν μαθήτρια της Γ' Λυκείου, τότε. Αμίλητη και κλειστή σαν όστρακο. Και τόσο όμορφη, που το βράδυ φωσφόριζε. Αλλά εγώ τότε τρέκλιζα ακόμη και μια με τους μπάφους, μια με τις απογοητεύσεις, δεν καταλάβαινα τον ρόλο που θα έπαιζε στη ζωή μου αυτό το πλάσμα».
Σε πρόσφατη συνέντευξή του είχε επίσης μιλήσει με πολύ τρυφερά λόγια για εκείνη. «Η Άσπα είναι η γυναίκα της ζωής μου, 57 χρόνια με ανέχεται το κορίτσι. Είμαι ερωτευμένος μαζί της. Αφοσιώθηκε σε αυτόν τον γάμο χωρίς να χάσει την προσωπικότητά της. Πήρα την απόφαση να την παντρευτώ όταν ήμουν στην απομόνωση, στη φυλάκα! Όπως παίρνουμε αποφάσεις έτσι και εγώ πήρα δύο αποφάσεις σημαντικές. Το ένα να ασχοληθώ με τα τραγούδια και τη μουσική και το άλλο να παντρευτώ την Άσπα επειδή την αγαπώ.
Ήμασταν πολύ νέοι. Παντρευτήκαμε τον Οκτώβριο του 1967, 28η Οκτωβρίου. Την ημέρα του όχι, εμείς είπαμε ναι. Εγώ ήμουν 23 και η Άσπα 18. Ερχόταν στη φυλακή να με δει. Ήταν στην ουρά οι συγγενείς των πολιτικών κρατουμένων και τους έφερναν φαγητό. Ήταν σαν χήρες και ορφανά από τον εμφύλιο. Η δικιά μου έλαμπε, είχε χειλάκια μεταξωτά, ματάκια μοβ βαμμένα, φορούσε μίνι φούστα. Πήγαινε και αγόραζε τα καλύτερα φαγητά, δεν φοβόταν. Σε κάνει ατρόμητο η αγάπη».
«Τους ζητάω συγγνώμη»
Σάλο είχαν προκαλέσει οι δηλώσεις που είχε κάνει για το ότι κάποιες φορές είχε χτυπήσει τα παιδιά του, κάτι που το μετάνιωσε φυσικά. «Υπήρξαν σημεία που με προβλημάτισαν, να λες τα οικογενειακά σου ή ότι έδινες μπάτσες στα παιδιά σου, γιατί αυτό έκανα.
Εμείς μεγαλώσαμε έτσι. Μας βαράγανε οι δάσκαλοι, οι γονείς. Ναι, έχω χτυπήσει μερικές φορές τα παιδιά μου και το έχω μετανιώσει πάρα πολύ αυτό. Ευαίσθητος άνθρωπος, καλλιτέχνης, τι είναι αυτά; Ζητάω συγγνώμη από τα παιδιά μου, ο ένας είναι 52 και ο άλλος 54».
Η Χούντα και η φυλακή
Στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα», ο Σαββόπουλος θυμάται την περίοδο της δικτατορίας, όταν συνελήφθη και ανακρίθηκε: «Ξαφνικά ξυπνάω και είναι πάνω μου μια αρκούδα από τη Γορτυνία και με βαράει να ομολογήσω, διότι είμαστε στη χούντα πλέον και με έχουν τώρα στην ταράτσα στην Μπουμπουλίνας».
Σε συνέντευξή του είχε πει για εκείνη την περίοδο: «Έχω μείνει σε ένα κελί για πάρα πολύ καιρό. Μπορεί βέβαια να ήμουν στενεμένος, αλλά ένα φως μέσα μου έγραφε τραγούδια. Το τραγούδι «Δημοσθένους λέξις» γράφτηκε εκεί. Μάλιστα ο πρώτος τίτλος του τραγουδιού ήταν «Εμβατήριο για μετέωρο φυλακισμένο». Ανακάτεψα εκ των υστέρων τον Δημοσθένη για να ξεγελάσω τη λογοκρισία. Τους δούλεψα κανονικά! Δεν με επηρέασε η στενότης ή ο περιορισμός, πετούσα μέσα μου. Πάντα έφερνα εκείνο που συνέβη τότε και το ζούσα στο τώρα. Δεν πήγαινα στο παρελθόν. Έφερνα το παρελθόν στον παρόντα χρόνο».
Mάλιστα είχε εκφράσει και το παράπονο που είχε από τους δικούς του για την ίδια περίοδο. «Οι γονείς μου πρόλαβαν τη φυλακή. Το ξέρανε, το μάθανε, τρομάξανε γιατί φωνάξανε τον αδερφό μου στην ασφάλεια αμέσως. Φοβήθηκαν ότι θα χάσει τη δουλειά του και ότι θα τον απολύσουν. Έκαναν πως δεν κατάλαβαν οι καημένοι, πραγματικά με πείραξε πολύ αυτό. Δεν έστειλαν ένα σήμα, κάτι».
Η μουσική
Ο Διονύσης Σαββόπουλος αναφερόταν συχνά στις συνεντεύξεις του για τη μουσική, την έμπνευση, τον στίχο, το τραγούδι. «Η μουσική των λέξεων με επισκέφθηκε πριν από τις λέξεις, τότε δεν άκουγα παρά φωνήματα, τη σημασία των οποίων κατάλαβα σιγά - σιγά αργότερα. Ποτέ μου δεν έγραψα στίχους χωρίς μουσική, ούτε ξέρω πώς να το κάνω αυτό.
Γράφω μουσική και στίχο σχεδόν ταυτόχρονα και μέσα μου προπορεύεται λιγάκι η μουσική και ο ρυθμός... Στη δουλειά μου, οι στίχοι και η μουσική είναι ένα. Και εάν υπάρχει ποίηση σε αυτά που κάνω, αυτά δεν βρίσκονται μόνο στα λόγια, αλλά στο τραγούδι, εν τω συνόλω.
Άκουγα εντελώς διαφορετικά είδη μουσικής, μόνο που με τα χρόνια, ένας εσωτερικός θα έλεγα κρυφός τεχνίτης τα σμίλευε, ένωνε τα διάφορα είδη δημιουργώντας ένα αμάλγαμα, μια καινούργια μορφή. Ούτε εγώ ο ίδιος πια δεν ξέρω να ξεχωρίσω στα τραγούδια μου, ποιο είναι το λαϊκό στοιχείο, ποιο το ελαφρύ, ποιο το έντεχνο, ποιο το παλιό και πιο το νέο».
Προφητικοί στίχοι
Υπήρξαν και στιγμές που το κοινό θύμωσε μαζί του, όπως με το τραγούδι του «Κωλοέλληνες», ίσως επειδή στους στίχους του είδε κάτι από τον εαυτό του, κάτι που δεν του άρεσε. «Στίχους σαν και το «Πέντε αιώνες δύσης εθνικής θα ζήσεις από δω και μπρος, με αγγλικές αλφαβήτες» τους βρήκαμε μπροστά μας.
Εγώ δεν θα εξαιρούσα από τους «Κωλοέλληνες» ούτε τον εαυτό μου. Καθένας μας, λιγότερο ή περισσότερο, έχει φερθεί κωλοπαιδίστικα κάποιες στιγμές, από το να πετάξεις ένα σκουπίδι μέχρι το να κλέψεις την εφορία ή να προσβάλεις τον άλλο. Το θέμα είναι να το ξέρουμε και να μην επιτρέπουμε να γίνεται καθεστώς. Γιατί αυτό είναι το πρόβλημα. Κάποια στιγμή οι κωλοέλληνες έγιναν καθεστώς», είχε πει σε συνέντευξή του.
Το πολιτικό κόστος
Το όνομα του Σαββόπουλου και τα τραγούδια ήταν συνδεδεμένα με τους αγώνες της Αριστεράς με την οποία συντάχθηκε όταν ήταν νέος. Στην αυτοβιογραφία του τονίζει: «Χαρίσαμε στην Αριστερά τα καλύτερά μας χρόνια. Έφηβοι ήμασταν και αυτά ακριβώς τα χρόνια είναι που μας άνοιξαν τον δρόμο της καρδιάς και φώτισαν, εκ παραδρομής έστω, το ιερό στοιχείο της κοινωνίας που μοιραζόμαστε. Αυτά τα χρόνια και όχι οι πολιτικές τους.
Με το «Κούρεμα» έκανα στροφή στη Δεξιά μπαϊλντισμένος με τον ψευτοπροοδευτισμό της εποχής και την αλαζονεία του. Δυστυχώς, η Αριστερά αφέθηκε να παρασυρθεί από εκείνον τον φθηνιάρικο προοδευτισμό. Παλιοί Αριστεροί που, δικαιολογημένα, μισούσαν τη Δεξιά, επειδή κάποτε τους ταπείνωσε και τους ανάγκασε να υπογράψουν δηλώσεις μετανοίας, αλλά και δεν τους έφυγε ποτέ και ο ανομολόγητος θυμός τους για την ίδια τους την Αριστερά που τους έμπλεξε τότε, μόλις ξεπετάχτηκε το ΠΑΣΟΚ μετακόμισαν σύσσωμοι. Το ΠΑΣΟΚ έγινε το καταφύγιο κάθε πληγωμένου εγωισμού. Άσε δε τον λαϊκισμό του. Ήταν τόσο ακαταμάχητος, που επηρέασε βλαπτικά όλο το πολιτικό σύστημα, όλα τα κόμματα σχεδόν.
Η ρήξη μου με το κοινό το ’88-’89 με το «Κούρεμα» στο Zoom της Πλάκας ήταν η σκληρότερη της ζωής μου, αλλά την άντεξα. Το ’χω κάπως σαν παράσημο. Ο κόσμος είχε πλέον ψυχρανθεί μαζί μου, είχα πια τον ανθρωποδιώχτη. Έφτασα να παίζω σε άδειο μαγαζί με καμιά εικοσαριά όλους κι όλους πελάτες, που επιπλέον δεν με άντεχαν, με προπηλάκιζαν, μου πετούσαν δεκάρες στη σκηνή, φώναζαν αίσχος, αποχωρούσαν απ’ την αίθουσα. Με πλεύριζαν έξαλλοι οδηγοί στα φανάρια και με ψέλνανε με αγριεμένο μάτι, με ξεφώνιζαν διαβάτες απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο. Άλλοι γράφανε βρισιές στον τοίχο του σπιτιού μας, ότι είμαι προδότης, ότι πουλήθηκα».
Με την Καλομοίρα
Το καλοκαίρι του 2004 στο Ηρώδειο, ζήσαμε μια αμφιλεγόμενη συνύπαρξη του Διονύση Σαββόπουλου και της Καλομοίρας. Η νεαρή τραγουδίστρια βγήκε μέσα από μια τούρτα στο εορταστικό πρόγραμμα για τα 40 χρόνια του στη μουσική. Τα ΜΜΕ της εποχής σχολίασαν το συμβάν ως «γκάφα», εκείνος όμως εξήγησε πως το έκανε ως μια συμβολική κίνηση απέναντι στην «Καλομοιρίτιδα» της εποχής, δηλαδή ελαφρά και πρόχειρη τηλεοπτική διασκέδαση.
Δύση και νέος Μεσαίωνας
Ο Σαββόπουλος είχε μιλήσει και για τη νέα Αναγέννηση που θα περάσει η Δύση, όχι όμως πριν ξαναβυθιστεί σε έναν νέο Μεσαίωνα. «Η Δύση θα επιζήσει. Δεν ξέρω, βέβαια, τι τρικυμίες θα περάσει εν τω μεταξύ. Αλλά αυτή είναι η τάση. Πατάς κουμπιά και μετακινούνται ολόκληρα ποσά. Στην ουσία, δεν υπάρχουν σύνορα πια.
Η αλήθεια είναι ότι αυτό που λέγεται «παγκοσμιοποίηση» δεν μπορούμε να το διαχειριστούμε. Αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να το διαχειριστούμε. Τώρα, κανονικά, όλοι οι πολιτικοί θα έπρεπε να προσπαθούν να συνεννοηθούν για το πώς θα διαχειριστούν την παγκοσμιοποίηση. Δεν αντιστρέφεται το ρεύμα. Ε, αυτό θα χρειαστεί καιρό. Εγώ πιστεύω ότι η Δύση βαδίζει προς την Αναγέννησή της πάλι. Θα περάσει Μεσαίωνα όμως».
Ο καρκίνος
Ο Νιόνιος του ελληνικού τραγουδιού διαγνώστηκε με καρκίνο του πνεύμονα το 2020 την περίοδο της πανδημίας του κορονοϊού. «Μια και είχα χρόνο στη διάθεσή μου, πήγα να δω τους γιατρούς, γιατί είχα κάτι ενοχλήσεις. Στις εξετάσεις διαπιστώθηκε καρκίνος στον πνεύμονα. Έτσι ξαφνικά; Όχι και τόσο ξαφνικά. Όλο γκούχου - γκούχου ήμουν το τελευταίο διάστημα.
Πάνω από πενήντα χρόνια καπνίζω, και σας το λέω αυτό για προσέχετε, να ’χετε τον νου σας, κι αν -ο μη γένοιτο- σας συμβεί, μην φοβηθείτε, αντιμετωπίστε το, κι έχει ο Θεός. Μού αφαίρεσαν μισό πνευμόνι, κι ύστερα μπήκα σε κάποιες θεραπείες, που όσο να ’ναι έχουν τις παρενέργειές τους. Κόπωση βασικά. Μια αίσθηση μεγάλη αδυναμία».
«Πάντα ν’ ανταμώνουμε και να ξεφαντώνουμε βρε»
Ο Διονύσης Σαββόπουλος δεν υπάρχει πια… Πέρασε στην αιωνιότητα και άφησε πίσω του το μεγάλο του έργο για να μας τον θυμίζει μέχρι να ανταμώσουμε ξανά.
Άλλωστε όπως λέει κλείνοντας και στο τελευταίο του βιβλίο «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα»: «Μαζί σας θα είμαι και φέτος. Δεν χανόμαστε εμείς. Άσε που και να χαθούμε, θα ανταμώσουμε εκεί πάνω, να κοιμόμαστε και να κοιμόμαστε, και ένα εγερτήριο να έχουμε μονάχα: το σάλπισμα της γιορτής».