Υπάρχουν άνθρωποι που αφήνουν πίσω τους έργο. Και υπάρχουν κι εκείνοι που αφήνουν πίσω τους ένα ερώτημα. Ο J. Robert Oppenheimer (γεννήθηκε 22 Απριλίου 1904) ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Δεν τον θυμάσαι επειδή ηγήθηκε του project της ατομικής βόμβας, αλλά γιατί ενσάρκωσε κάτι πιο άβολο: τη στιγμή που η ανθρώπινη διάνοια συνειδητοποιεί τι ακριβώς είναι ικανή να κάνει χωρίς να μπορεί να το διαχειριστεί.
Φαντάσου τον στο Λος Άλαμος. Όχι σαν τον κλασικό επιστήμονα, αλλά σαν έναν τύπο με τσαλακωμένο πουκάμισο, αδύνατο σε σημείο που να μοιάζει καχεκτικός, να κινείται ανάμεσα σε νομπελίστες και τεχνικούς και να τους κάνει όλους -χωρίς εξαίρεση- να νιώθουν ότι συμμετέχουν σε κάτι που τους ξεπερνά. Δεν είχε διοικήσει ποτέ τίποτα μεγαλύτερο από ένα σεμινάριο και όμως, μέσα σε λίγους μήνες, μετέτρεψε μια χαοτική συγκέντρωση ιδιοφυών επιστημόνων (μελλοντικών νομπελιστών όπως ο Feynman) σε ένα από τα πιο αποτελεσματικά project στην ιστορία.
Το χάρισμα που έκανε τους άλλους να σκέφτονται καλύτερα
Ο «πατέρας της ατομικής βόμβας» δεν το έπαιζε αυθεντία. Είχε μια σχεδόν μεταφυσική ικανότητα να συνοψίζει το χάος σε λίγες προτάσεις, να βλέπει ταυτόχρονα το τεχνικό και το ανθρώπινο. Έμπαινες σε ένα δωμάτιο μαζί του και έβγαινες νιώθοντας πιο έξυπνος απ’ ό,τι μπήκες. Είναι το λεγόμενο "Oppie effect", για το οποίο έχουν να λένε σπουδαίοι φυσικοί και πολιτικοί.
Αντίθετα με τον Einstein, που έδωσε το θεωρητικό πλαίσιο για την ατομική βόμβα, ο Oppenheimer δούλεψε πολύ για να διακριθεί στον κορυφαίο επιστημονικό κλάδο της εποχής. Το Εβραιόπουλο από τη Νέα Υόρκη δεν ήταν απλώς ένα παιδί-θαύμα, ήταν ένας αχόρταγος «βιβλιοφάγος». Κβαντική φυσική, σανσκριτικά, γαλλική λογοτεχνία, φιλοσοφία. Όχι από πειθαρχία, αλλά από μια ανάγκη να γεμίσει κάτι που δεν περιγράφεται εύκολα. Ένας άνθρωπος που μπορούσε να απαγγέλλει Μπαγκαβάτ Γκίτα με την ίδια άνεση που ανέλυε την κβαντική θεωρία.
Εδώ ο φάκελος Oppenheimer γίνεται πολύ ενδιαφέρων. Γιατί, αν περιμένεις έναν ήρωα με ξεκάθαρες γραμμές, θα απογοητευτείς. Ο Oppenheimer ήταν ταυτόχρονα σαγηνευτικός και δύσκολος. Μπορούσε να εμπνεύσει βαθιά αφοσίωση, αλλά και να πληγώσει με μια φράση. Είχε εκείνη την ελαφριά αλαζονεία του ανθρώπου που σκέφτεται πιο γρήγορα από τους άλλους — και συχνά δεν μπαίνει στον κόπο να το κρύψει. Μπορούσε να παίξει ρόλους: τον διανοούμενο, τον πατριώτη, τον στοχαστή, τον κυνικό. Όχι απαραίτητα επειδή ήταν ψεύτικος, αλλά επειδή δεν ήταν ποτέ μόνο ένα πράγμα.
Ανάμεσα στη διάνοια και την αμφιβολία
Και μετά έρχεται η στιγμή που τον καθορίζει. Η έκρηξη στο Trinity. Υπάρχουν δύο εκδοχές. Η μία τον θέλει να θυμάται τον σανσκριτικό στίχο «τώρα έγινα ο θάνατος, ο καταστροφέας των κόσμων». Η άλλη λέει ότι απλώς είπε «πέτυχε». Η αλήθεια μάλλον βρίσκεται κάπου ενδιάμεσα. Γιατί αυτό που έχει σημασία δεν είναι τι είπε - είναι ότι κατάλαβε. Όχι αμέσως. Όχι πλήρως. Αλλά αρκετά ώστε να αρχίσει να έχει ενδοιασμούς.
Μπορείς να τον κατηγορήσεις για πολλά πράγματα αλλά ο Oppenheimer δεν ήταν ούτε αφελής ούτε αθώος. Υπερασπίστηκε την απόφαση να κατασκευαστεί και να χρησιμοποιηθεί η βόμβα. Ταυτόχρονα, ήταν από τους πρώτους που μίλησαν για το τι σημαίνει αυτό. «Οι φυσικοί γνώρισαν την αμαρτία», είπε κάποια στιγμή. Όχι ως ρητορική υπερβολή, αλλά σαν κάποιος που είχε δει το όριο - και το είχε περάσει.
Όταν η επιστήμη αγγίζει την εξουσία - και πληρώνει το τίμημα
Αν θες έναν απλό διαχωρισμό, δεν θα τον βρεις εδώ. Ο Oppenheimer «ψαχνόταν». Δεν ήταν ούτε «ήρωας» ούτε «τέρας». Είναι αυτό που συμβαίνει όταν η ευφυΐα δεν συνοδεύεται από ένα σταθερό ηθικό πλαίσιο - αλλά από μια συνεχή διαπραγμάτευση. Και αυτή η διαπραγμάτευση συνεχίζεται μετά τον πόλεμο. Ανέβηκε στην κορυφή, έγινε ο επιστήμονας που όλοι ακούνε, ο άνθρωπος που βρίσκεται στο κέντρο της σχέσης επιστήμης και εξουσίας. Και εκεί, αντί να εδραιωθεί, ακολουθεί την αντίθετη πορεία. Καταδικάζει -έστω με αμφισημίες- την ανάπτυξη της βόμβας υδρογόνου. Μιλά για έλεγχο των πυρηνικών. Προσπαθεί να παίξει έναν ρόλο που απαιτεί πολιτική διαίσθηση και αυτό δεν ήταν το δυνατό του σημείο.
Γιατί αν στο Λος Άλαμος μπορούσε να ενώσει ανθρώπους, στην Ουάσινγκτον δεν κατάφερε να διαχειριστεί την εξουσία. Υποτίμησε τους αντιπάλους του. Υπερεκτίμησε τη δική του επιρροή. Και, κυρίως, δεν κατάλαβε ότι το παιχνίδι είχε αλλάξει: δεν ήταν πια ο «απαραίτητος». Το αποτέλεσμα το ξέρεις: δημόσια ταπείνωση, απώλεια των προνομίων του και των security clearances, μια διαδικασία που έμοιαζε περισσότερο με επίδειξη ισχύος παρά με δικαιοσύνη. Δεν «καταστράφηκε» αλλά τον απέβαλε ο κόσμος του. Δεν ήταν θύμα με την καθαρή έννοια. Ήταν και παίκτης που έχασε.
Παρ’ όλα αυτά, δεν εξαφανίζεται. Αποσύρθηκε από την πολιτική σκηνή, αλλά παρέμεινε σημείο αναφοράς, κάποιος που μπορεί να μιλήσει για το τι σημαίνει να ζεις σε έναν κόσμο όπου η γνώση έχει ξεπεράσει την ετοιμότητα να τη διαχειριστούμε. Και ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό του «έργο». Όχι οι εξισώσεις. Όχι το project. Αλλά το παράδειγμα. Ο Oppenheimer έγινε ένας καθρέφτης. Μέσα του αποτυπώθηκε η σύγκρουση ανάμεσα στη φιλοδοξία και την ευθύνη, ανάμεσα στη γνώση και τη σοφία, ανάμεσα στην επιθυμία να είσαι «στο κέντρο» και στην αδυναμία να αντέξεις το βάρος που αυτό συνεπάγεται.
Γιατί δεν παύει να μας απασχολεί; Όχι επειδή ήταν ο πιο σπουδαίος φυσικός της εποχής του - δεν ήταν. Όχι επειδή ήταν ο υπεύθυνος για τη βόμβα. Αλλά επειδή, σε μια ιστορική στιγμή όπου η επιστήμη απέκτησε πρωτοφανή ισχύ, εκείνος έγινε το πρόσωπο αυτής της μετάβασης. Με όλα τα «ρήγματα», τις αντιφάσεις και τις σκιές της. Γιατί ο Oppenheimer δεν είναι απλώς ένα ιστορικό πρόσωπο. Είναι μια υπενθύμιση ότι η ευφυΐα δεν σε προστατεύει από τα λάθη σου. Ότι η επιρροή δεν σημαίνει έλεγχο. Και ότι μπορείς να βρίσκεσαι στο κέντρο του κόσμου και ταυτόχρονα να μην έχεις ιδέα πού ακριβώς στέκεσαι.
Αν αυτό δεν είναι σπουδαίο, τότε τι είναι;