Σαν σήμερα, 16 Σεπτεμβρίου, η μαγευτική φωνή της Μαρίας Κάλλας σίγησε για πάντα, όμως το αποτύπωμά της στον παγκόσμιο πολιτισμό παραμένει ανεξίτηλο. Ήταν μοναδική – μια λέξη αρκετή να τη χαρακτηρίσει – και άφησε το στίγμα της στον 20ό αιώνα.
Κάθε επέτειος του θανάτου της δεν είναι απλώς μια υπενθύμιση της απουσίας της, αλλά και μια γιορτή για το θαύμα που πρόσφερε στην τέχνη. Η Ελλάδα και ο κόσμος ολόκληρος θυμούνται με δέος την La Divina, τη θεϊκή εκείνη φωνή που έκανε την όπερα υπόθεση καρδιάς για το πλατύ κοινό. Σήμερα, δεκάδες χρόνια μετά, το όνομά της εξακολουθεί να προκαλεί ρίγος συγκίνησης και σεβασμού.
Η επανάσταση στην όπερα – καλλιτεχνική διαδρομή
Η καλλιτεχνική διαδρομή της Μαρίας Κάλλας υπήρξε μια αληθινή επανάσταση για την όπερα. Από τα πρώτα της βήματα φάνηκε το ασύγκριτο ταλέντο της, μια φωνή με έκταση, πάθος και χροιά που δεν είχε προηγούμενο. Στη δεκαετία του 1950, η νεαρή σοπράνο κατέκτησε τη Σκάλα του Μιλάνου και καθιερώθηκε ως prima donna assoluta του παγκόσμιου λυρικού θεάτρου.
Με τις ερμηνείες της αναβίωσε ξεχασμένα έργα του bel canto και ουσιαστικά ξαναζωντάνεψε το λυρικό θέατρο μιας εποχής που πολλοί πίστευαν πως είχε πεθάνει.
Όποιος την άκουσε να ψάλλει την περίφημη άρια «Casta Diva» ως Νόρμα – λόγου χάρη εκείνη τη μαγική βραδιά στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου – δεν θα ξεχάσει ποτέ το ρίγος και τη μυσταγωγία που σκόρπισε η φωνή της.
Από την Τραβιάτα μέχρι τη Μήδεια και από την Τόσκα μέχρι τη Λουτσία ντι Λαμμερμούρ, η Κάλλας ενσάρκωσε ηρωίδες με τρόπο ανεπανάληπτο, φέρνοντας μια δραματική αλήθεια στο λυρικό τραγούδι που όμοιά της δεν είχε υπάρξει.
Λιγότερο γνωστές ιστορίες μιας ντίβας
Πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας, η ζωή της μεγάλης ντίβας γέμισε ιστορίες τρυφερές και συγκινητικές, που αποκαλύπτουν την ανθρώπινη πλευρά της. Λέγεται πως ο πρώτος της «δάσκαλος» στο τραγούδι ήταν ένα μικρό καναρίνι – παιδί ακόμη, η Μαρία παρατηρούσε το πουλάκι να κελαηδά και μιμούνταν τις νότες του.
Χρόνια αργότερα, όταν πλέον κατακτούσε τις μεγαλύτερες σκηνές, ένα καναρίνι στη Σκάλα του Μιλάνου λέγεται πως της κρατούσε συντροφιά στο καμαρίνι, θυμίζοντάς της εκείνα τα πρώτα αθώα μαθήματα μουσικής. Μια άλλη βραδιά, στη Νέα Υόρκη, έμελλε να μείνει αξέχαστη ως «η βραδιά με το κερί»: κατά τη διάρκεια μιας παράστασης της Τόσκα τη δεκαετία του ’60, η Κάλλας πλησίασε τόσο πολύ μια αναμμένη δέσμη κεριών στη σκηνή που τα μακριά μαύρα μαλλιά της έπιασαν φωτιά – σκηνή δραματική που κόπηκε η ανάσα του κοινού. Ευτυχώς, ο παρτενέρ της Τίτο Γκόμπι, που υποδυόταν τον Σκάρπια, έσβησε αστραπιαία τη φλόγα αυτοσχεδιάζοντας μια κίνηση πάλης, χωρίς ούτε εκείνη ούτε ο ίδιος να σταματήσουν το τραγούδι.
Η Μαρία του ψιθύρισε ένα «Grazie, Tito!» την ώρα που του κάρφωνε σκηνικά το μαχαίρι, ευγνωμονώντας τον που την έσωσε από βέβαιο κίνδυνο – μια στιγμή που έμεινε θρυλική στα παρασκήνια της όπερας. Εξίσου συγκινητική είναι και η εικόνα της παγκόσμιας ντίβας σ’ ένα παλαιοβιβλιοπωλείο της Αθήνας: στα τελευταία χρόνια της, μακριά από τα πλήθη, η Κάλλας λέγεται πως επισκεπτόταν ένα μικρό βιβλιοπωλείο με παλιά βιβλία στην πατρίδα της, ξεφυλλίζοντας μόνη της κιτρινισμένες σελίδες. Εκεί, με απλότητα και ταπεινότητα, η μεγάλη καλλιτέχνιδα έβρισκε καταφύγιο στη λογοτεχνία, αφήνοντας άφωνους από θαυμασμό όσους τυχαία την αναγνώριζαν ανάμεσα σε σκονισμένα ράφια. Αυτές οι λιγότερο γνωστές ιστορίες φωτίζουν μια Μαρία ευάλωτη, ρομαντική και στοργική, πίσω από τον μύθο της Κάλλας.
Έρωτας, μοναξιά και το τελευταίο κεφάλαιο
Η προσωπική ζωή της Μαρίας Κάλλας υπήρξε ένα δράμα αντάξιο των ηρωίδων που υποδύθηκε. Γνώρισε τον θρίαμβο και την αποθέωση, όμως όταν έσβηναν τα φώτα έμενε μόνη με τις αγωνίες της. Ο γάμος της με τον Μπατίστα Μενεγκίνι της πρόσφερε ασφάλεια στα πρώτα χρόνια της καριέρας της, μα δεν έδωσε ποτέ στην καρδιά της την πληρότητα που γύρευε. Ο μεγάλος της έρωτας ήταν αναμφίβολα ο Αριστοτέλης Ωνάσης – μια θυελλώδης σχέση που την απογείωσε και την πλήγωσε βαθιά. «Ήταν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου η τρελοαμερικάνα», της ομολόγησε κάποτε ο Ωνάσης, όμως η μοίρα τους επιφύλασσε ένα τέλος δίχως το παραμυθένιο κλείσιμο που ίσως η ίδια ονειρεύτηκε.
Μετά τον χωρισμό τους και τον γάμο του Ωνάση με την Τζάκι Κένεντι, η Μαρία ένιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της. Η μοναξιά τής έγινε δεύτερη φύση. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 αποτραβήχτηκε σχεδόν ολοκληρωτικά: απέφευγε ακόμη και τους πιο στενούς της φίλους και ζούσε σαν σκιά του εαυτού της, κλεισμένη στο διαμέρισμά της στο Παρίσι.
Όταν το 1975 πέθανε ο Ωνάσης, «ο μεγάλος της έρωτας», όπως η ίδια τον είχε κάποτε αποκαλέσει – ένα κομμάτι της Μαρία πέθανε μαζί του. Λέγεται πως ο θάνατός του συνετέλεσε στην οριστική της απόσυρση από κάθε καλλιτεχνική δραστηριότητα.
Τον Φεβρουάριο του 1977, λίγο πριν το τέλος, κλείστηκε ακόμη πιο πολύ στον εαυτό της. Στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, η Μαρία Κάλλας έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 53 ετών, μόνη στο διαμέρισμά της στη λεωφόρο Φος του Παρισιού. Η επίσημη αιτία ήταν καρδιακή προσβολή, όμως όσοι τη γνώριζαν λένε πως στην πραγματικότητα πέθανε από ραγισμένη καρδιά.
Η ταινία Maria, σε σκηνοθεσία Πάμπλο Λαρέν και σενάριο Στίβεν Νάιτ, φέρνει την Αντζελίνα Τζολί στον ρόλο της Μαρίας Κάλλας. Το φιλμ εστιάζει στις τελευταίες μέρες της «La Divina» στο Παρίσι τη δεκαετία του ’70, με αναδρομές στις ένδοξες στιγμές και τον θυελλώδη έρωτά της με τον Ωνάση. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε Παρίσι, Μιλάνο, Βουδαπέστη και Ελλάδα – ακόμη και πάνω στη θαλαμηγό Christina O. Η Τζολί προετοιμάστηκε μήνες για τον ρόλο, μελετώντας τη φωνητική τεχνική και το ύφος της Κάλλας, και η ερμηνεία της χαρακτηρίζεται ήδη ως «ρόλος ζωής».
Ακόμη και στον θάνατο, η μορφή της διατηρούσε μια ήρεμη μεγαλοπρέπεια – «Ήταν ωραία και στον θάνατο, όσο και όταν έπαιζε την Τραβιάτα», θα πει συγκινημένος ο μάνατζέρ της, Μισέλ Γκολτζ.
Ένας μύθος ζωντανός για πάντα
Το τέλος της Μαρία Κάλλας δεν ήταν παρά η αρχή ενός αιώνιου μύθου. Η φωνή της – αυτή η ανεπανάληπτη, θεϊκή φωνή, δεν σώπασε ποτέ πραγματικά. Δεκάδες χρόνια μετά τον θάνατό της, η Κάλλας εξακολουθεί να αποτελεί το πρότυπο της «απόλυτης πριμαντόνας» και μια πηγή έμπνευσης για γενιές καλλιτεχνών του λυρικού θεάτρου. Οι ηχογραφήσεις της εξακολουθούν να προκαλούν ρίγη συγκίνησης, κάνοντας ακόμη και όσους δεν την πρόλαβαν να δακρύζουν από την ομορφιά. Στα έργα της περνάει ατόφια η ψυχή της: κάθε ψηλή νότα, κάθε ψίθυρος και κάθε κραυγή φέρει το βάρος της τέχνης και της ζωής της. Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως η συμβολή της Κάλλας συνίσταται στο ότι ανάστησε την όπερα και την έφερε ξανά κοντά στις καρδιές του κοινού.
Σήμερα, η Ελλάδα τιμά τη μνήμη της με μουσικά αφιερώματα, εκθέσεις και ακόμα και τη δημιουργία μουσείου προς τιμήν της.
Γιατί η Μαρία Κάλλας δεν ήταν απλώς μια σπουδαία τραγουδίστρια – ήταν ένα φαινόμενο που άλλαξε την τέχνη της μουσικής. Η φωνή της, γεμάτη πάθος και πόνο, θρίαμβο και τραγωδία, συνεχίζει να συγκινεί και να ταξιδεύει στις ψυχές των ανθρώπων, αποδεικνύοντας ότι κάποια θαύματα είναι πράγματι αθάνατα.
Ημέρα μνήμης για τη μεγάλη ντίβα, σήμερα είναι μια ευκαιρία για να επισκεφθούμε το Μουσείο Μαρία Κάλλας. Το Μουσείο Μαρία Κάλλας, αφιερωμένο στη θρυλική ντίβα της όπερας, στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Μητροπόλεως 44, σε ένα ιστορικό νεοκλασικό κτίριο. Μέσα από σπάνια προσωπικά αντικείμενα, ηχητικά ντοκουμέντα, κοστούμια παραστάσεων και οπτικοακουστικό υλικό, οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν από κοντά τη ζωή και την καριέρα της Μαρίας Κάλλας.
Το μουσείο δεν αναδεικνύει μόνο την καλλιτεχνική της πορεία, αλλά και τη γοητευτική, συχνά τραγική, προσωπικότητά της — μια γυναίκα-σύμβολο του πάθους, της πειθαρχίας και της απόλυτης αφοσίωσης στην τέχνη. Πρόκειται για έναν ζωντανό πολιτιστικό χώρο, που τιμά τη μνήμη της και συστήνει το έργο της στις νεότερες γενιές.
Η Μαρία Κάλλας γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1923 στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, με το όνομα Μαρία Άννα Σεσίλια Σοφία Καλογεροπούλου. Ήταν κόρη δύο Ελλήνων μεταναστών —του Γεωργίου Καλογερόπουλου από το Νεοχώρι Ιθώμης Μεσσηνίας και της Ευαγγελίας Δημητριάδου από τη Στυλίδα Φθιώτιδας. Στο πιστοποιητικό γεννήσεώς της, όμως, αναφέρεται ως Sophie Cecelia Kalos, καθώς ο πατέρας της, επιδιώκοντας την ευκολότερη προσαρμογή στην αμερικανική κοινωνία, είχε τροποποιήσει το επώνυμό του σε «Κάλλος».