Μαρία Κωνσταντάρου: «Δεν βάφομαι, δεν κολακεύει στην ηλικία μου, γίνεσαι λίγο γκροτέσκο»
Η ηθοποιός μίλησε για τα παιδικά της χρόνια μακριά από τη βιολογική της μητέρα, αλλά και τις θείες της που είχαν οίκο μόδας!
Η Μαρία Κωνσταντάρου ήταν καλεσμένη στο «Buongiorno» αποκάλυψε πως δεν ήταν ποτέ κοκέτα γιατί δεν είχε ανασφάλεια με την εμφάνισή της. «Δεν βάφομαι. Δεν θέλω. Γιατί άμα φτάσεις σε μία ηλικία και βάφεσαι, είναι χειρότερα! Δεν κολακεύει, προτιμώ να είμαι άβαφη. Είναι πιο απαλά τα πράγματα. Γιατί άμα βαφτείς και όλα, σας πούμε, γίνεται λίγο γκροτέσκο. Βλέπω άλλες κυρίες που βάφονται και λέω γιατί τώρα το κάνεις αυτό;
Λίγη πουδρίτσα έχω βάλει. Δεν ήμουν ποτέ υπερβολικά κοκέτα, αλλά ήμουν πάντα ντυμένη σικ, αλλά δεν ήμουν των μπιζού και των κομμωτηρίων. Με ένοιαζε η εικόνα μου, αλλά επειδή μου άρεσε πολύ δεν της έδινα σημασία. Δεν είχα καμία ανασφάλεια, ποτέ».
«Μεγάλωσα θεϊκά με τις θείες μου»
Η γλυκιά ηθοποιός μίλησε για το μέρος όπου γεννήθηκε, τον αποχωρισμό με τη βιολογική της μητέρα, αλλά και το πώς βρέθηκε να μεγαλώνει σε έναν... οίκο μόδας! «Γεννήθηκα στην Πτολεμαΐδα, αλλά κατά κάποιον πολύ περίεργο τρόπο. Δηλαδή, ο πατέρας μου ήταν ο ειρηνοδίκης. Λοιπόν, μετατέθηκε πάνω στην Κοζάνη, γεννήθηκα εγώ τυχαία, γιατί εκεί βρέθηκε. Σαράντα ημερών με χώρισαν με τη μητέρα μου, γιατί ο πατέρας μου ήταν 52, η μάνα μου ήταν 18, φυσικό ήταν.
Με παίρνει ο πατέρας μου σαράντα ημερών και με κατεβάζει στην πλατεία Μητροπόλεως, στις αδελφές του πατέρα μου, που ήταν μεγάλες μοδίστρες, οίκος Κωνσταντοπούλου, και μεγάλωσα θεϊκά. Έραβαν την πριγκίπισσα του Κεντ, την πριγκίπισσα Ελένη του Νικολάου, τη Φρειδερίκη… Τέτοιες πελάτισσες είχαν… Οι αδερφές του πατέρα μου είχαν μία πνευματικότητα φυσική. Αυτές δεν είχαν διαβάσει βιβλία παιδαγωγικά. Πώς με μεγάλωσαν με τέτοια σοφία;»
«Γνώρισα τη βιολογική μου μητέρα»
«Δεν μεγάλωσα με τη βιολογική μου μαμά, αλλά χωρίς να το καταλάβω μία από τις αδελφές του πατέρα μου, τη Βαρβάρα, αμέσως την είπα μαμά. Ουδέποτε σκέφτηκα ότι δεν είναι μαμά μου. Κάποια στιγμή το κατάλαβα μόνη μου. Αλλά χωρίς τραύμα, γιατί είχα τόση πολλή αγάπη, μου έδιναν τόσο χαρά, δεν με μάλωσαν ποτέ, δεν μου φώναξαν δυνατά ποτέ.
Ήμουν ένα πολύ ευτυχισμένο παιδί. Κατά καιρούς ο πατέρας μου με πήγαινε στη βιολογική μου μητέρα, τη γνώρισα. Με πήγαιναν να δω μια κυρία, μου έλεγαν… Ήμουν καλυμμένη τόσο σε ένα κέλυφος αγάπης, που δεν κατάλαβα τίποτα».