Μελίνα Μερκούρη: 105 χρόνια από τη γέννηση της έβδομης Καρυάτιδας που πολέμησε με πάθος τη Χούντα
Σαν σήμερα, πριν από 105 χρόνια, στις 18 Οκτωβρίου 1920, γεννήθηκε «η τελευταία Ελληνίδα θεά».
Η ταυτότητά της έγραφε «Μαρία-Αμαλία». Η ιστορία έγραψε απλά «Μελίνα». Η Μελίνα της Ελλάδας, η Μελίνα της τέχνης και του πολιτισμού. Μια γυναίκα - σύμβολο, που πάλευε με πάθος για τα πιστεύω και τα ιδανικά της. Η Μελίνα Μερκούρη, που δεν «χαμπάριασε» στη Χούντα, που δεν «μάσησε» από βομβιστικές επιθέσεις εναντίον της, που έστρεφε τα βλέμματα πάνω της και μόνο που υπήρχε.
Δεν ήταν μόνο το ξεχωριστό ταλέντο και η σαγηνευτική γοητεία της, δεν ήταν μόνο το φλογερό της ταμπεραμέντο. Ήταν ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας της. Ήταν ο αγώνας της απέναντι στη δικτατορία, η βαθιά της πίστη στη δημοκρατία και το όραμά της για την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα, που την ανέδειξαν σε μια ιστορική φυσιογνωμία.
Σαν σήμερα, πριν από 105 χρόνια, γεννήθηκε «η τελευταία Ελληνίδα θεά». Το ημερολόγιο έγραφε 18 Οκτωβρίου 1920, όταν ο Σταμάτης Μερκούρης και η Ειρήνη Λάππα υποδέχθηκαν την κόρη τους, ένα μωρό που έμελλε να γράψει ένα τεράστιο κεφάλαιο στη σύγχρονη ιστορία του τόπου.
Καταγόταν από οικογένεια πολιτικών και ήταν η αγαπημένη εγγονή του Σπύρου Μερκούρη, ενός από τους πιο επιτυχημένους και δημοφιλείς Δημάρχους της Αθήνας για περισσότερα από 20 χρόνια. Στο σπίτι του μεγάλωσε, δίπλα του έκανε τις πρώτες δημόσιες εμφανίσεις της σε νηπιακή ηλικία.
Συναρπαζόταν από τότε από τις εκδηλώσεις λατρείας του κόσμου, έστω και αν απευθύνονταν στον «Μεγάλο Σπύρο» όπως όλοι φώναζαν τον παππού της. Δίπλα του έμαθε τους κανόνες της δημοκρατικότητας αλλά και την τέχνη του να συνομιλείς ισότιμα με όλους.
Πατέρας της ήταν ο Σταμάτης Μερκούρης, βουλευτής για περισσότερα από 30 χρόνια, που είχε χρηματίσει και υπουργός Δημόσιας Τάξης και Δημοσίων Έργων. Μητέρα της, η Ειρήνη Λάππα, που ανήκε σε μια από τις καλύτερες αθηναϊκές οικογένειες.
Από τη σκηνή του θεάτρου στη σκηνή της ιστορίας
Η Μελίνα Μερκούρη από μικρή έδειξε τη λατρεία της για τη σκηνή και την ανάγκη να εκφράζεται ελεύθερα. Φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στα χρόνια του μεταπολέμου εξελίχθηκε σε μια από τις πιο σημαντικές πρωταγωνίστριες της ελληνικής σκηνής.
Η διεθνής της αναγνώριση ήρθε το 1960, με την ταινία «Ποτέ την Κυριακή», που της χάρισε το Βραβείο Καλύτερης Ηθοποιού στις Κάννες και μια υποψηφιότητα για Όσκαρ. Από εκεί και πέρα, το όνομά της έγινε συνώνυμο της Ελλάδας στο εξωτερικό.
«Ξέρετε, λένε ότι εμείς οι Έλληνες είμαστε μια θερμόαιμη φυλή. Λοιπόν, επιτρέψτε μου να σας πω κάτι - είναι αλήθεια», είχε πει κάποτε - μια φράση που συμπυκνώνει το πάθος που τη χαρακτήριζε σε κάθε της βήμα.
Η φωνή της Ελλάδας στην εξορία
Την 21η Απριλίου 1967 η Ελλάδα άλλαξε δραματικά. Όταν το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών ανέτρεψε τη δημοκρατική τάξη, η Μελίνα βρισκόταν στις ΗΠΑ όπου πρωταγωνιστούσε στο μιούζικαλ «Illya Darling».
Τα μεσάνυχτα της 21ης Απριλίου, ο Μάνος Χατζιδάκις τηλεφωνεί σε εκείνη και στον πολυαγαπημένο της σύντροφο ζωής, Ζυλ Ντασέν για να τους πει ότι στην Ελλάδα έγινε στρατιωτικό πραξικόπημα.
Η Μελίνα κάνει δηλώσεις στις τηλεοπτικές κάμερες των αμερικανικών ΜΜΕ. «Σας παρακαλώ μην πάτε στη χώρα μου», λέει κλαίγοντας. Για τις δηλώσεις αυτές, η χούντα θα της αφαιρέσει την ελληνική ιθαγένεια στις 12 Ιουλίου του ίδιου χρόνου.
Εκείνη θα απαντήσει με το ιστορικό: «Γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα. Ο Παττακός γεννήθηκε φασίστας και θα πεθάνει φασίστας».
Από τον Νοέμβριο του 1967 και επί τρεις μήνες, το FBI την παρακολουθεί παντού. Υπάρχει προειδοποίηση ότι θα γίνει δολοφονική απόπειρα εναντίον της.
Το σύνθημα για την αντιδικτατορική δράση έχει δοθεί. Με τον Ζυλ Ντασέν, με τον Μίκη Θεοδωράκη, με άλλους φίλους, η Μελίνα θα γίνει ο εφιάλτης της χούντας.
Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς θα γνωρίσει και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Κάνει πολιτική περιοδεία στις ευρωπαϊκές χώρες (Αυστρία, Ελβετία, Γαλλία, Αγγλία, Γερμανία, Ιταλία, Δανία, Σουηδία, Νορβηγία, Βέλγιο, Ολλανδία). Συμμετέχει σε διαδηλώσεις, απεργίες πείνας, συναυλίες και πολιτικές εκδηλώσεις. Δίνει συνεντεύξεις, κάνει ομιλίες, τραγουδά ενάντια στους συνταγματάρχες.
Η χούντα αντιδρά, απαγορεύει στην Ελλάδα τα τραγούδια της και δεσμεύει την περιουσία της. Στις 7 Μαρτίου του 1969, στο θέατρο της Γένοβας γίνεται βομβιστική επίθεση εναντίον της με βόμβα πέντε κιλών η οποία και εκρήγνυται, χωρίς θύματα. Στο πλαίσιο της ίδιας περιοδείας, γίνεται επίθεση εναντίον της από φασιστική οργάνωση στο Βέλγιο.
Ο θάνατος του πατέρα της (7 Ιουλίου 1968) τη βρίσκει στην ξενιτιά. Δεν έχει ιθαγένεια, ούτε διαβατήριο. Όταν πεθαίνει η μητέρα της (Ιούλιος 1972) της επιτρέπουν την είσοδο στη χώρα για λίγες ώρες.
Από την τέχνη στην πολιτική
Στις 26 Ιουλίου του 1974, μόλις δύο ημέρες μετά την πτώση της χούντας, επιστρέφει στην Ελλάδα. Στο αεροδρόμιο γίνεται διαδήλωση. Κατεβαίνει από το αεροπλάνο κάνοντας το σήμα της νίκης και χάνεται στις αγκαλιές των αγαπημένων της.
Με την επιστροφή και την οριστική εγκατάστασή της στην Ελλάδα, η Μελίνα συνεχίζει την πολιτική της δράση μέσα από το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, του οποίου είναι από τα ιδρυτικά μέλη.
Το 1974 είναι υποψήφια του ΠΑΣΟΚ στη Β’ Πειραιά. Συγκεντρώνει 7.500 σταυρούς, αλλά χάνει την έδρα για 33 ψήφους. Στο ΠΑΣΟΚ θα διατελέσει μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, του Εκτελεστικού Γραφείου, αλλά και εισηγήτρια στον Κοινοβουλευτικό Τομέα Ελέγχου Πολιτισμού.
Εξελέγη βουλευτής τον Νοέμβριο του 1977 και μάλιστα με μεγάλη πλειοψηφία σταυρών προτίμησης, αποτέλεσμα της αφοσίωσης που είχε δείξει στη Β’ Πειραιά.
Το 1981 έγινε η πρώτη γυναίκα Υπουργός Πολιτισμού της Ελλάδας, θέση που τίμησε με απαράμιλλο πάθος και όραμα.
Η Μελίνα πίστευε βαθιά ότι ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια, αλλά δικαίωμα. Προώθησε την ιδέα των «Πολιτιστικών Πρωτευουσών της Ευρώπης», μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε το 1985 με πρώτη την Αθήνα και παραμένει έως σήμερα ένας από τους πιο σημαντικούς θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όμως η μεγαλύτερη αποστολή της ήταν ένας άλλος αγώνας -αυτός για την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα στην Ελλάδα.
Το όραμα των Μαρμάρων του Παρθενώνα
Η Μελίνα δεν αντιμετώπιζε το θέμα των Μαρμάρων ως απλή διεκδίκηση, αλλά ως ηθικό και πολιτισμικό χρέος.
Η ιδέα της επιστροφής των Μαρμάρων τής γεννήθηκε κατά τη δεκαετία του ‘60, όταν, στα γυρίσματα της ταινίας «Φαίδρα», οι Βρετανοί ζήτησαν χρήματα για να επιτρέψουν στο ελληνικό συνεργείο να κινηματογραφήσει τα γλυπτά.
Έθεσε το θέμα επίσημα για πρώτη φορά ως Υπουργός Πολιτισμού τον Ιούλιο του 1982 στο Μεξικό, στη Διεθνή Διάσκεψη Υπουργών Πολιτισμού της UNESCO και δεν σταμάτησε να αγωνίζεται γι’ αυτό μέχρι το θάνατό της.
«Πρέπει να καταλάβετε τι σημαίνουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα για μας», έλεγε. «Είναι το καμάρι μας. Είναι οι θυσίες μας. Είναι το υπέρτατο σύμβολο ευγένειας. Είναι φόρος τιμής στη δημοκρατική φιλοσοφία. Είναι η φιλοδοξία και το όνομά μας. Είναι η ουσία της ελληνικότητάς μας».
Ενώ στην ιστορία έχει μείνει η ατάκα της: «Αν με ρωτήσετε εάν θα ζω όταν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα επιστρέψουν στην Ελλάδα, σας λέω πως ναι, θα ζω. Αλλά κι αν ακόμη δεν ζω πια, θα ξαναγεννηθώ».
Για να υποβοηθηθεί το αίτημα της επιστροφής, η Μελίνα συνέλαβε την ιδέα ενός νέου Μουσείου της Ακρόπολης και προκήρυξε διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για την κατασκευή του, το 1989.
Η δημιουργία του μουσείου θα προσέφερε τον κατάλληλο χώρο που χρειάζονται τα αριστουργηματικά γλυπτά για να εκτεθούν και θα αφαιρούσε κάθε επιχείρημα από εκείνους που αντιτίθενται στην επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα.
«Δεν είμαι σύμβολο»
Η Μελίνα Μερκούρη έφυγε στις 6 Μαρτίου 1994, στο νοσοκομείο «Μεμόριαλ» της Νέας Υόρκης και κηδεύτηκε στις 10 Μαρτίου με τιμές Πρωθυπουργού, αφήνοντας πίσω της ένα τεράστιο πολιτιστικό και πολιτικό αποτύπωμα.
Η ίδια πάντως δεν ήθελε να την αποκαλούν «σύμβολο». «Δεν είμαι σύμβολο», έλεγε. «Είμαι λαϊκό στοιχείο». Κι αυτό ακριβώς ήταν. Ένα αυθεντικό, λαϊκό πρόσωπο, που πίστεψε στη δύναμη του λαού και στη σημασία του πολιτισμού, ως εργαλείο ελευθερίας και ενότητας.
Το φως της Μελίνας δεν έσβησε ποτέ
Η Μελίνα Μερκούρη θα μπορούσε να είναι η έβδομη Καρυάτιδα. Μια Καρυάτιδα που αρνήθηκε να μείνει σιωπηλή. Πολέμησε τον φασισμό, υπερασπίστηκε τη δημοκρατία και έδειξε ότι ο πολιτισμός μπορεί να γίνει η πιο ισχυρή μορφή αντίστασης.
Το πάθος της για την Ελλάδα και την ελευθερία παραμένει ζωντανό -κάθε φορά που κάποιος μιλά για τα Μάρμαρα του Παρθενώνα, κάθε φορά που ο πολιτισμός γίνεται γέφυρα ανάμεσα στους ανθρώπους.
Κι αν η Μελίνα έχει φύγει από κοντά μας, η μνήμη της παραμένει ζωντανή. Όπως θα ξαναζωντανέψει και η ίδια, τη στιγμή που τα Μάρμαρα του Παρθενώνα θα επιστρέψουν στην πατρίδα...
Με πληροφορίες από το Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη.