Μητέρες και ΔΕΠΥ: Γιατί αυξάνεται ο κίνδυνος χρόνια μετά τη γέννα
Η μητρότητα μπορεί να αποκαλύψει αδιάγνωστη ΔΕΠΥ, και ιδιαίτερα δύο έως πέντε χρόνια μετά τη γέννα.
Ο ερχομός ενός παιδιού φέρνει τεράστιες αλλαγές στη ζωή μιας γυναίκας, με νέες ευθύνες και απαιτήσεις που συχνά δοκιμάζουν τα όριά της. Νέα έρευνα από τη Δανία, η οποία δημοσιεύεται στο περιοδικό Journal of Attention Disorders δείχνει ότι για ορισμένες γυναίκες αυτή η φάση μπορεί να φέρει στην επιφάνεια συμπτώματα ΔΕΠΥ που δεν είχαν παρατηρηθεί πριν την κύηση. Οι επιστήμονες επιβεβαίωσαν ότι ενώ κατά την εγκυμοσύνη οι διαγνώσεις μειώνονται, τα χρόνια μετά τη γέννα οι νέες διαγνώσεις αυξάνονται σημαντικά.
Τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ
Όπως διαβάζουμε στο PsyPost, η ΔΕΠΥ χαρακτηρίζεται από έλλειμμα προσοχής, παρορμητικότητα και υπερκινητικότητα. Πιο συχνά εμφανίζεται στα αγόρια, αν και πολλές γυναίκες φτάνουν στην ενήλικη ζωή, χωρίς να έχουν διαγνωστεί. Οι γυναίκες μάλιστα εμφανίζουν πιο ήπια συμπτώματα απροσεξίας που εύκολα παραβλέπονται ή αποδίδονται σε προσωπικά χαρακτηριστικά. Πολλές γυναίκες λειτουργούν καλά χάρη σε δομημένα περιβάλλοντα και εκτελούν καθημερινές ρουτίνες χωρίς πρόβλημα, αλλά αυτό μπορεί να αλλάξει.
Η γέννηση ενός παιδιού διαταράσσει τον ύπνο και τα απρόβλεπτα ωράρια προκαλούν έκπτωση στις γνωστικές λειτουργίες. Η συνύπαρξη αυτών των παραγόντων με τις ορμονικές μεταβολές της εγκυμοσύνης και της λοχείας μπορεί να κάνει τα συμπτώματα της ADHD πιο εμφανή. Οι επιστήμονες ήθελαν να δουν πότε ακριβώς οι γυναίκες λαμβάνουν διάγνωση ΔΕΠΥ σε σχέση με τη γέννα, καταγράφοντας νέες διαγνώσεις από πέντε χρόνια πριν έως πέντε χρόνια μετά τη γέννα.
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Η ανάλυση σε περισσότερες από 360.000 γυναίκες έδειξε ότι κατά την εγκυμοσύνη οι νέες διαγνώσεις μειώνονται κατά περίπου 72% σε σχέση με την περίοδο προ κύησης. Πιθανές εξηγήσεις περιλαμβάνουν τη μεταβατική ορμονική κατάσταση ή την απροθυμία γυναικών και γιατρών να ξεκινήσουν θεραπεία κατά την εγκυμοσύνη. Στα πρώτα δύο χρόνια μετά τη γέννα οι διαγνώσεις παραμένουν χαμηλές, ίσως επειδή οι δυσκολίες συγκέντρωσης θεωρούνται «φυσιολογικές» για νέες μητέρες.
Ωστόσο, από δύο έως πέντε χρόνια μετά τη γέννα, οι διαγνώσεις αρχίζουν να αυξάνονται, φτάνοντας τελικά πάνω από τα επίπεδα πριν την εγκυμοσύνη. Αυτό υποδηλώνει ότι πολλές γυναίκες παλεύουν χρόνια πριν καταλάβουν ότι οι δυσκολίες τους δεν είναι απλά αποτέλεσμα της μητρότητας. Η φροντίδα ενός απαιτητικού παιδιού χρειάζεται νέες πνευματικές δεξιότητες και στρατηγικές που πολλές φορές ξεπερνούν τις υπάρχουσες ρουτίνες των μητέρων με ανεξέλεγκτη ΔΕΠΥ.
Ένα ενδιαφέρον εύρημα αφορά την ψυχική υγεία πριν από τη διάγνωση. Περισσότερο από το μισό των γυναικών που διαγνώστηκαν μετά τη γέννα είχαν ήδη έρθει σε επαφή με υπηρεσίες ψυχικής υγείας για άγχος, κατάθλιψη ή άλλες καταστάσεις, συχνά χωρίς η υποκείμενη ΔΕΠΥ να έχει διαγνωστεί. Η καθυστέρηση μπορεί να σημαίνει ότι οι γυναίκες αντιμετωπίζονται μόνο για τα συμπτώματα της διάθεσης, ενώ το βασικό πρόβλημα παραμένει.
Τι δείχνουν τα αποτελέσματα
Η έρευνα δείχνει ότι οι πρώιμες προσπάθειες αναγνώρισης της ΔΕΠΥ στη μητρότητα θα μπορούσαν να αποτρέψουν χρόνια δυσκολιών και λανθασμένης θεραπείας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρατήρηση ότι νεότερες μητέρες είναι πιο πιθανό να διαγνωστούν, υπογραμμίζοντας τη σχέση μεταξύ πρώιμης μητρότητας και ADHD. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η περίοδος μετά τη γέννα αποτελεί κρίσιμο παράθυρο για την αναγνώριση της διαταραχής, όπου δίνεται η ευκαιρία για καλύτερη υποστήριξη και στοχευμένη παρέμβαση.
Η γνώση και η κατανόηση των ιδιαίτερων προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι μητέρες με ADHD μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα ζωής τους και την αποτελεσματικότητα της φροντίδας που παρέχουν στα παιδιά τους. Η έγκαιρη διάγνωση και η κατάλληλη στήριξη μπορούν να μετατρέψουν μια χρόνια αγωνία σε λειτουργική καθημερινότητα και ισορροπημένη μητρότητα.