Ο καφές ακριβαίνει: Τί αλλάζει τις συνήθειες των Ελλήνων, έρχεται νέο κύμα ανατιμήσεων;
Με τον freddo espresso σε πακέτο να κοστίζει κατά μέσο όρο 2,50 ευρώ και τον freddo cappuccino να φτάνει τα 2,80 ευρώ, ακόμη και μία από τις πιο καθιερωμένες συνήθειες των Ελλήνων επιβαρύνει αισθητά τον μηνιαίο προϋπολογισμό.
Η καθημερινή στάση για καφέ μετατρέπεται σε έξοδο που χρειάζεται πλέον… υπολογισμό. Με τον freddo espresso σε πακέτο να κοστίζει κατά μέσο όρο 2,50 ευρώ και τον freddo cappuccino να φτάνει τα 2,80 ευρώ, ακόμη και μία από τις πιο καθιερωμένες συνήθειες των Ελλήνων επιβαρύνει αισθητά τον μηνιαίο προϋπολογισμό.
Την ίδια ώρα, οι διεθνείς τιμές του καφέ κινούνται ανοδικά, ενισχύοντας την ανησυχία για νέες επιβαρύνσεις το επόμενο διάστημα. Η άνοδος της τιμής της Arabica, σε συνδυασμό με τη σημαντική μείωση των διαθέσιμων αποθεμάτων, δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στην αγορά, ενώ οι καιρικές συνθήκες στις βασικές χώρες παραγωγής αναμένεται να επηρεάσουν την πορεία των τιμών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι καταναλωτές εξετάζουν το ενδεχόμενο να περιορίσουν τις αγορές καφέ από καταστήματα και να στραφούν περισσότερο στην παρασκευή του στο σπίτι. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις του κλάδου καλούνται να διαχειριστούν τα αυξημένα έξοδα λειτουργίας, προσπαθώντας να ισορροπήσουν ανάμεσα στο κόστος και στις αντοχές των πελατών τους.
Πόσο κοστίζει πλέον ο καφές σε πακέτο
Οι τιμές του καφέ σε πακέτο αποτυπώνουν το βάρος που μπορεί να αποκτήσει μια μικρή, επαναλαμβανόμενη δαπάνη. Ένας freddo espresso στα 2,50 ευρώ ή ένας freddo cappuccino στα 2,80 ευρώ μπορεί να φαίνεται ως ένα μεμονωμένο έξοδο, ωστόσο η καθημερινή αγορά του δημιουργεί ένα σημαντικό άθροισμα.
Για έναν καταναλωτή που αγοράζει καθημερινά έναν freddo espresso, το κόστος φτάνει περίπου τα 75 ευρώ τον μήνα, εάν υπολογιστούν 30 ημέρες. Για τον freddo cappuccino, η μηνιαία δαπάνη ανέρχεται στα 84 ευρώ. Σε ετήσια βάση, τα ποσά διαμορφώνονται σε 912,50 ευρώ και 1.022 ευρώ αντίστοιχα, εφόσον η αγορά γίνεται κάθε ημέρα του έτους.
Πρόκειται για χρήματα που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε άλλες ανάγκες ενός νοικοκυριού, γεγονός που οδηγεί πολλούς να επανεξετάζουν ακόμη και τις μικρές καθημερινές τους απολαύσεις.
Άνοδος στις διεθνείς τιμές – Στο χαμηλότερο επίπεδο 27 ετών τα αποθέματα Arabica
Ανησυχητικά μηνύματα έρχονται και από τη διεθνή αγορά. Στις 16 Οκτωβρίου, η τιμή της Arabica κατέγραψε άνοδο 3,7%, κλείνοντας στα 3,056 δολάρια ανά λίβρα.
Την ίδια στιγμή, τα αποθέματα Arabica στο χρηματιστήριο ICE υποχώρησαν στους 217.646 σάκους, στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 27 ετών. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα ενισχύει τις πιέσεις στην αγορά, καθώς η προσφορά δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις ανάγκες της.
Η εξέλιξη αυτή εντείνει την ανησυχία για τη διαμόρφωση των τιμών το επόμενο διάστημα. Ωστόσο, η πορεία της διεθνούς αγοράς δεν μεταφέρεται αυτομάτως και άμεσα στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές, καθώς μεσολαβούν παράγοντες όπως το κόστος εισαγωγής, η επεξεργασία, η μεταφορά και τα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεων.
Το El Niño απειλεί τις καλλιέργειες σε Βραζιλία και Βιετνάμ
Καθοριστικό ρόλο για την εξέλιξη των τιμών αναμένεται να διαδραματίσουν οι καιρικές συνθήκες στις χώρες που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της παγκόσμιας παραγωγής καφέ.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το φαινόμενο El Niño, καθώς ενδέχεται να επηρεάσει τις καλλιέργειες στη Βραζιλία και το Βιετνάμ, δύο από τους σημαντικότερους παραγωγούς καφέ διεθνώς. Τυχόν επιπτώσεις στις σοδειές θα μπορούσαν να περιορίσουν περαιτέρω την προσφορά και να ασκήσουν νέες ανοδικές πιέσεις στις τιμές.
Η έκταση των επιπτώσεων θα εξαρτηθεί από τις καιρικές εξελίξεις και την κατάσταση των καλλιεργειών. Για την αγορά, η ισορροπία ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση θα αποτελέσει βασικό παράγοντα για την πορεία του προϊόντος τους επόμενους μήνες.
Το αυξημένο κόστος πιέζει και τις επιχειρήσεις
Οι καταναλωτές δεν είναι οι μόνοι που βρίσκονται αντιμέτωποι με οικονομικές δυσκολίες. Οι επαγγελματίες της εστίασης κάνουν λόγο για αυξημένα λειτουργικά έξοδα και πιέσεις που δυσχεραίνουν τη λειτουργία των επιχειρήσεών τους.
Η τελική τιμή ενός καφέ δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη χρηματιστηριακή τιμή της πρώτης ύλης. Σημαντικό ρόλο έχουν επίσης το κόστος ενέργειας, τα ενοίκια, οι μισθοί, οι μεταφορές και οι υπόλοιπες δαπάνες που απαιτούνται για τη λειτουργία ενός καταστήματος.
Σε αυτές τις συνθήκες, οι επιχειρηματίες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην κάλυψη των εξόδων τους και στη δυνατότητα των πελατών να συνεχίσουν να αγοράζουν καφέ σε καθημερινή βάση. Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι νέες πιέσεις στη διεθνή αγορά θα οδηγήσουν σε πρόσθετες ανατιμήσεις για τον τελικό καταναλωτή.
Λιγότερο take away, περισσότερος καφές στο σπίτι
Μπροστά στο αυξημένο κόστος, η παρασκευή καφέ στο σπίτι αποτελεί μία από τις επιλογές περιορισμού των καθημερινών εξόδων. Ακόμη και η μείωση μίας αγοράς την ημέρα μπορεί να οδηγήσει σε αισθητή εξοικονόμηση μέσα σε έναν μήνα.
Για παράδειγμα, όποιος αγοράζει έναν freddo espresso καθημερινά και περιορίσει τις αγορές του σε τρεις την εβδομάδα, μπορεί να μειώσει τη σχετική δαπάνη κατά περίπου 42 ευρώ τον μήνα, με βάση τις συγκεκριμένες τιμές και έναν μήνα τεσσάρων εβδομάδων.
Η αλλαγή αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι καταναλωτές εγκαταλείπουν την αγαπημένη τους συνήθεια. Αντίθετα, αναζητούν τρόπους να τη διατηρήσουν, προσαρμόζοντας τη συχνότητα και τον τρόπο με τον οποίο απολαμβάνουν τον καφέ τους.
Μια καθημερινή απόλαυση που γίνεται όλο και ακριβότερη
Σε μια περίοδο κατά την οποία τα νοικοκυριά προσπαθούν να διαχειριστούν τις αυξημένες οικονομικές υποχρεώσεις τους, ο καφές αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι μικρές καθημερινές αγορές μπορούν να επηρεάσουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Η άνοδος των διεθνών τιμών, η υποχώρηση των αποθεμάτων και οι πιθανοί κίνδυνοι για τις σοδειές διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας για την αγορά. Το αν οι πιέσεις αυτές θα μεταφραστούν σε νέες αυξήσεις στην Ελλάδα θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη της διεθνούς αγοράς και το συνολικό κόστος των επιχειρήσεων.
Μέχρι τότε, η καθημερινή στάση για έναν καφέ παραμένει μια αγαπημένη συνήθεια, αλλά όχι πλέον μια αμελητέα δαπάνη. Για όλο και περισσότερους καταναλωτές, η επιλογή ανάμεσα στο αγαπημένο κατάστημα και στην καφετιέρα του σπιτιού αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη οικονομική σημασία.