Πιέσεις στα ελληνικά κρατικά ομόλογα: Πάνω από 4% το 10ετες -– Ο «φόβος» της Μέσης Ανατολής
Ξεπέρασε το 4% η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου. Διευρύνεται το περιθώριο με τα Γερμανικά ομόλογα.
Σε τροχιά έντονων πιέσεων εισέρχεται η ελληνική αγορά ομολόγων, με την απόδοση του 10ετούς τίτλου να σπάει το φράγμα του 4% για πρώτη φορά μετά τον Οκτώβριο του 2023. Η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και η απειλή για νέα άνοδο των τιμών του πετρελαίου τροφοδοτούν τις πληθωριστικές προσδοκίες, αναγκάζοντας τους επενδυτές να ζητούν υψηλότερα ασφάλιστρα κινδύνου. Την ίδια ώρα, το «σκληρό» μήνυμα της Κριστίν Λαγκάρντ για διατήρηση της περιοριστικής πολιτικής της ΕΚΤ διευρύνει το περιθώριο (spread) έναντι των γερμανικών ομολόγων, αναδεικνύοντας την επιστροφή της αβεβαιότητας στις αγορές της ευρωζώνης.
Υπό τις συνθήκες αυτές ευνοούνται κυρίως τα Γερμανικά ομόλογα τα οποία θεωρούνται ασφαλέστερα με αποτέλεσμα οι αποδόσεις τους να αυξάνονται αναλογικά λιγότερο σε σχέση με εκείνες των ομολόγων της περιφέρειας, εξέλιξη η οποία αντανακλάται στη διεύρυνση του περιθωρίου.
Στην ελληνική αγορά η απόδοση του 10ετους ομολόγου ξεπέρασε το 4%, «επιστρέφοντας» στα επίπεδα του Οκτωβρίου 2023. Σε άνοδο βρίσκεται και η απόδοση του 10ετούς Γερμανικού ομολόγου η οποία ξεπέρασε το 3%.
Οι αγορές χρήματος τιμολογούν πλέον την πιθανότητα ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη να παραμείνει πάνω από τον στόχο του 2% για παρατεταμένο διάστημα, αναγκάζοντας την ΕΚΤ να διατηρήσει την περιοριστική της πολιτική ή, στο χειρότερο σενάριο, να εξετάσει εκ νέου αυξήσεις των επιτοκίων εντός του έτους.
Μάλιστα οι τελευταίες δηλώσεις της προέδρου της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ λειτούργησαν ως "hawkish signal" (σκληρή στάση) που επιτάχυνε την προσαρμογή των αγορών.
Στην εγχώρια δευτερογενή αγορά ομολόγων και συκεκριμένα στο Ηλεκτρονικό Σύστημα Συναλλαγών της Τράπεζας της Ελλάδος καταγράφηκαν σήμερα συναλλαγές 292 εκατ. ευρώ εκ των οποίων τα 147 εκατ. ευρώ αφορούσαν σε εντολές αγοράς.
Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου διαμορφώθηκε στο 4,06% έναντι 3,11% του αντίστοιχου Γερμανικού τίτλου με αποτέλεσμα το περίθώριο να διαμορφωθείς το 0,95%.