Πώς το Netflix μας κάνει πιο χαζούς: Το Stranger Things και ο «υποψιασμένος» αλγόριθμος
Το Netflix αλλάζει τον τρόπο που βλέπουμε τηλεόραση αφού οι εικόνες γίνονται πιο εύπεπτες και η αφήγηση προσαρμόζεται σε θεατές που δεν χρειάζεται να έχουν στραμμένη την προσοχή τους πλήρως.
Σε μια εποχή διαρκούς απόσπασης της προσοχής και με τις εφαρμογές κοινωνικής δικτύωσης να αυξάνονται με γεωμετρική ταχύτητα, το Netflix φαίνεται να προσαρμόζει τις ταινίες και τις σειρές που παρουσιάζει του σε θεατές που παρακολουθούν με το ένα μάτι στην οθόνη και το άλλο στο κινητό. Ο διάλογος γίνεται πιο επεξηγηματικός, η εικόνα πιο «ασφαλής», η αφήγηση πιο εύπεπτη.
Μήπως όμως τελικά το Netflix μάς κάνει πράγματι πιο χαζούς; Μήπως οι ώρες που σπαταλάει κανείς να βλέπει σειρές όπως το «Bridgerton» ή το «Squid Games» θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν καλύτερα, διαβάζοντας, για παράδειγμα διεθνή κλασσική λογοτεχνία; Πώς καταφέρνει η πλατφόρμα να υποβαθμίζει τον διάλογο και την αφήγηση στις ταινίες και τις σειρές, ώστε να προσαρμόζονται σε ένα κοινό που μόλις και μετά βίας δίνει προσοχή;
Το «Stranger Things» και η άνοδος του δράματος χωρίς ουσία
Όπως αναφέρει σε δημοσίευμά της η Deutsche Welle, η σκέψη αυτή γεννήθηκε με αφορμή την τελευταία σεζόν του «Stranger Things». Η σειρά των Duffer Brothers, που έκανε πρεμιέρα το 2016, ξεκίνησε ως ένας νοσταλγικός φόρος τιμής στη δεκαετία του ’80, ιδιαίτερα στα μυθιστορήματα του Stephen King και στις ταινίες του Steven Spielberg. Κάτι σαν το «Firestarter» να συναντά το «E.T.» μέσα από το φίλτρο του Dungeons & Dragons. Ωστόσο, θύμα της ίδιας της παγκόσμιας επιτυχίας της, μέσα σε εννέα χρόνια και πέντε σεζόν, η σειρά κατέληξε φουσκωμένη και νωθρή.
Μεγάλο μέρος της αρχικής γοητείας του «Stranger Things» ήταν οπτικό: τα ρούχα, τα σκηνικά, τα κιτς αλλά ταυτόχρονα «κουλ», τα ειδικά εφέ, οι επικές σκηνές μάχης. Στην τελευταία σεζόν, όμως, πολλά από αυτά έδωσαν τη θέση τους σε χαρακτήρες που κάθονται και εξηγούν τι πρόκειται να κάνουν, επαναλαμβάνοντας σημεία της πλοκής που το κοινό έχει ήδη παρακολουθήσει. Ο κόσμος υποτίθεται ότι πλησιάζει στην καταστροφή, κι όμως ο Μάικ, ο Γουίλ, η Νάνσι και η Έλεν μοιάζουν να έχουν πάντα χρόνο για έναν ακόμη γύρο επεξηγήσεων.
Πες τα όλα, μην δείξεις τίποτα
Το «Stranger Things» δεν αποτελεί εξαίρεση. Αν αφιερώσει κανείς λίγο χρόνο παρατηρώντας τις πρωτότυπες σειρές του Netflix, διακρίνει γρήγορα ένα μοτίβο. Οι χαρακτήρες περιγράφουν τι κάνουν ή τι νιώθουν. Υπενθυμίζουν τι συνέβη λίγο νωρίτερα. Διευκρινίζουν τους στόχους και τα κίνητρά τους, σε περίπτωση που ο θεατής έχασε κάτι την πρώτη ή τη δεύτερη φορά.
Στο «Irish Wish», μια ανάλαφρη ρομαντική σειρά φαντασία, η Μάντι Κέλι (Λίντσεϊ Λόχαν) εκφωνεί έναν διάλογο που σχεδόν εντυπωσιάζει. «Περάσαμε μια μέρα μαζί. Ομολογώ ότι ήταν μια όμορφη μέρα γεμάτη εντυπωσιακά τοπία και ρομαντική βροχή», λέει. «Αλλά αυτό δεν σου δίνει το δικαίωμα να αμφισβητείς τις επιλογές της ζωής μου. Αύριο παντρεύομαι τον Πολ Κένεντι». Ο εραστής της, Τζέιμς (Εντ Σπίλιερς), απαντά με μια ατάκα που μοιάζει λιγότερο με γραπτό λόγο και περισσότερο με πρόχειρη σύνοψη: «Αυτή θα είναι η τελευταία φορά που θα με δεις, γιατί μόλις τελειώσει αυτή η δουλειά, θα φύγω για τη Βολιβία για να φωτογραφίσω μια απειλούμενη δενδρόσαυρα». Η λογική πλέον δεν είναι «δείξε, μην πεις», αλλά «πες και ξαναπές για τους αφηρημένους θεατές».
Σχεδιάζοντας ιστορίες για αφηρημένο κοινό
Αυτή η χιονοστιβάδα του «πες, μην δείξεις» δεν είναι τυχαία αλλά αντιθέτως είναι μια απόλυτα συνειδητή επιλογή.
Όταν ο Ματ Ντέιμον γύριζε την ταινία «The Rip», ένα νέο αστυνομικό θρίλερ παραγωγής Netflix με συμπρωταγωνιστή τον Μπεν Άφλεκ, η πλατφόρμα φέρεται να πρότεινε την απλοποίηση του διαλόγου. Σε συνέντευξή του στο «The Joe Rogan Experience», ο Ντέιμον ανέφερε ότι στελέχη του Netflix πρότειναν να επαναλαμβάνεται η πλοκή τρεις ή τέσσερις φορές μέσα από τους διαλόγους, με το σκεπτικό ότι «οι άνθρωποι είναι στα τηλέφωνά τους ενώ παρακολουθούν».
Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό ως «δεύτερη οθόνη». Οι αλγόριθμοι του Netflix είναι ικανοί να καταγράφουν μέχρι και το δευτερόλεπτο στο οποίο οι θεατές αποσυνδέονται ή εγκαταλείπουν μια σειρά. Αυτό οδηγεί τα στελέχη της πλατφόρμας να καταλήγουν σε ένα απλό συμπέρασμα: το κοινό αποσπάται εύκολα και το περιεχόμενο πρέπει να προσαρμόζεται σε αυτή την κατάσταση. Οι σειρές γράφονται έτσι ώστε να «αντέχουν» ακόμη κι αν προβάλλονται ενώ ο θεατής ψωνίζει online, κάνει scroll στο TikTok ή ακούει μισά από το διπλανό δωμάτιο.
Η ηθοποιός και παραγωγός Τζαστίν Μπέιτμαν έχει αποκαλέσει αυτό το είδος τηλεόρασης «οπτική μουσική».
Φυσικά, τίποτα από αυτά δεν είναι εντελώς καινούργιο. Πάντα υπήρχε «τηλεόραση για σιδέρωμα»: σαπουνόπερες, επαναλήψεις, ριάλιτι σχεδιασμένα να παίζουν στο παρασκήνιο ενώ ο θεατής κάνει κάτι άλλο. Η διαφορά σήμερα είναι ότι το Netflix εφαρμόζει αυτή τη λογική ακόμη και σε δράματα κύρους, blockbuster ταινίες και σειρές-ναυαρχίδες.
Δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη. Πρόκειται για την πλατφόρμα που έχτισε το εμπορικό της σήμα πάνω στο σύνθημα «Netflix and chill». Η εύπεπτη, άμεσα κατανοητή και γρήγορα λησμονημένη αφήγηση δεν είναι σφάλμα· αποτελεί μέρος του προϊόντος.
Τι χάνεται όταν χάνεται η προσοχή
Σταδιακά, όλα αυτά απομακρύνουν το κοινό από την ιδέα του κινηματογράφου ή της τηλεόρασης ως μιας καθηλωτικής, οπτικής μορφής τέχνης. Το απομακρύνουν από το καδράρισμα, τον φωτισμό και την εκφραστική δύναμη της σιωπής, βασικά εργαλεία της κινηματογραφικής γλώσσας.
Μεγάλες επιτυχίες του Netflix, όπως το βρετανικό κοινωνικό δράμα «Εφηβεία» ή η ταινία κινουμένων σχεδίων «KPop Demon Hunters», απέδειξαν ότι το κοινό ανταποκρίνεται και σε έργα που απαιτούν προσοχή. Η πρώτη αρνήθηκε να λειτουργήσει ως «δεύτερη οθόνη», ενώ η δεύτερη συνδύασε ανατολικές και δυτικές αφηγηματικές παραδόσεις και ενθάρρυνε τους θεατές να συμμετάσχουν, ακόμη και να τραγουδήσουν μαζί με τα τραγούδια της.
Και οι δύο λειτούργησαν ακριβώς επειδή ζητούσαν περισσότερα από το κοινό τους, όχι λιγότερα. Αν οι θεατές θέλουν απλώς θόρυβο στο παρασκήνιο, το Netflix είναι πρόθυμο να τον προσφέρει. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν το κοινό θα προσέξει ή αν θα νοιαστεί όταν η πλατφόρμα σταματήσει να του ζητά προσοχή.