Το Brexit δεν έφερε την καταστροφή, αλλά μία συνεχή παρακμή
Νέες μελέτες και οικονομικά στοιχεία καταγράφουν επιβράδυνση στην ανάπτυξη, συρρίκνωση του εμπορίου και μεταστροφή της κοινής γνώμης.
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα του 2016, η οικονομική αποτίμηση του Brexit είναι ξεκάθαρα αρνητική. Η αποχώρηση της Μεγάλης Βρετανίας από την ενιαία αγορά δεν προκάλεσε μια ακαριαία οικονομική κατάρρευση, όπως είχαν προβλέψει κάποιοι, ωστόσο λειτουργεί ως μία χρόνια αιμορραγία για την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις και το βιοτικό επίπεδο των Βρετανών, με το ΑΕΠ της χώρας να υπολείπεται σημαντικά των προσδοκιών.
Από εκτενή ανάλυση του οικονομικού δελτίου του CNN σε συνεργασία με κορυφαίους οικονομολόγους προκύπτει ότι η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συρρικνώσει μόνιμα το αναπτυξιακό δυναμικό της Βρετανίας. Η δυστοκία στην προσέλκυση κεφαλαίων και η γενικότερη αβεβαιότητα έχουν παγώσει τις επιχειρηματικές επενδύσεις, οι οποίες παρουσιάζουν υστέρηση έως και 18% σε σύγκριση με τα προ-Brexit επίπεδα.
Πλήγμα σε ανάπτυξη και επενδύσεις
Ο Michael Saunders, πρώην στέλεχος της Τράπεζας της Αγγλίας, τονίζει ότι το Brexit αποτελεί μια διαρκή τροχοπέδη που μειώνει τα δημόσια έσοδα, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αυξάνει φόρους και να προχωρά σε περικοπές δαπανών για τη συντήρηση των δημόσιων υπηρεσιών. Η υποτίμηση της στερλίνας κατά 10% έναντι του ευρώ και του δολαρίου τροφοδότησε περαιτέρω τον πληθωρισμό, ο οποίος έφτασε το σωρευτικό 41,4%, επιβαρύνοντας δραματικά το κόστος διαβίωσης των πολιτών.
Ταυτόχρονα, μία νέα, εξαιρετικά λεπτομερής μελέτη του Centre for European Reform (CER) αποκαλύπτει το πραγματικό μέγεθος της ζημιάς στο διμερές εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών. Οι συνολικές εξαγωγές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσιάζουν μείωση της τάξης του 12%, ενώ οι εισαγωγές από την ΕΕ έχουν συρρικνωθεί κατά 16%. Η γραφειοκρατία και οι τελωνειακοί έλεγχοι έχουν πλήξει ιδιαίτερα τις εξαγωγές αγαθών, οι οποίες κατέγραψαν πτώση 16%, καθώς και τις εισαγωγές αγαθών που μειώθηκαν κατά 14%.
Στον τομέα των υπηρεσιών, όπου η Βρετανία παραδοσιακά κυριαρχεί, καταγράφεται επίσης επιβράδυνση, με τις εξαγωγές υπηρεσιών να μειώνονται κατά 7% και τις εισαγωγές κατά 19%. Το ισχυρότερο πλήγμα δέχθηκε ο τουρισμός και τα ταξίδια με μείωση 39%, ενώ οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων και τροφίμων συρρικνώθηκαν κατά 29%. Ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Andrew Bailey, δήλωσε ότι η μείωση της εμπορικής δραστηριότητας είχε ακριβώς το αρνητικό αποτέλεσμα στην ανάπτυξη που είχε προβλέψει η κεντρική τράπεζα.
Το παράδοξο της αγοράς εργασίας και της μετανάστευσης
Η κατάργηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων από την ΕΕ δημιούργησε άμεσα κενό εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας, κυρίως σε κλάδους χαμηλότερης ειδίκευσης όπως η εστίαση, η γεωργία και η κοινωνική μέριμνα. Παρά την πολιτική ρητορική περί ανάκτησης του ελέγχου των συνόρων, η εισαγωγή του νέου συστήματος μετανάστευσης βάσει πόντων ανάγκασε τις επιχειρήσεις να στραφούν σε εργατικό δυναμικό από χώρες εκτός ΕΕ.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η καθαρή μετανάστευση να αγγίξει επίπεδα ρεκόρ τα τελευταία χρόνια, αλλάζοντας απλώς τη γεωγραφική προέλευση των εργαζομένων χωρίς να λύσει τις δομικές ελλείψεις της αγοράς. Η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού συνεχίζει να περιορίζει την παραγωγικότητα των βρετανικών επιχειρήσεων, αυξάνοντας παράλληλα το κόστος λειτουργίας τους.
Η μεγάλη ανατροπή
Η διάψευση των υποσχέσεων της καμπάνιας του «Leave» έχει οδηγήσει σε μια θεαματική μεταστροφή των πολιτών, με το 57% των Βρετανών να δηλώνει σήμερα ότι η έξοδος από την ΕΕ ήταν λάθος, έναντι μόλις 30% που τη θεωρεί σωστή. Παράλληλα, το 52% των πολιτών επιθυμεί την άμεση υποβολή αίτησης για επανένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που δείχνει τη βαθιά απογοήτευση από τα αποτελέσματα της τελευταίας δεκαετίας.
Η τάση αυτή είναι ακόμη πιο έντονη στη νέα γενιά, καθώς το 60% των νέων ηλικίας 18-28 ετών τάσσεται υπέρ ενός νέου δημοψηφίσματος. Παρά τη μεταβολή αυτή, η πολιτική ηγεσία εμφανίζεται διστακτική να ανοίξει ξανά έναν κύκλο έντονων εσωτερικών αντιπαραθέσεων, εστιάζοντας προς το παρόν σε επιμέρους τεχνικές συμφωνίες για τη μείωση των γραφειοκρατικών εμποδίων, αν και η οικονομική πραγματικότητα συνεχίζει να πιέζει για βαθύτερη επαναπροσέγγιση με τις Βρυξέλλες.