Το δάγκωμα αυτού του φιδιού σκοτώνει σε μια ώρα - Και το αντίδοτο δεν είναι τόσο αποτελεσματικό
Νέα μελέτη αποκαλύπτει ότι το αντίδοτο για ένα από τα πιο επικίνδυνα φίδια έχει βασικές αδυναμίες.
Είναι ένα από τα πιο επικίνδυνα φίδια στον κόσμο. Το δάγκωμά του μπορεί να προκαλέσει τον θάνατο ακόμα και σε λιγότερο από μία ώρα.
Ευτυχώς η μαύρη μάμπα (black mamba) δεν ζει στην Ελλάδα. Το τρομακτικό φίδι κατοικεί στην υποσαχάρια Αφρική, σε περιοχές με ζεστό κλίμα, σαβάνες, σε περιοχές με αραιή βλάστηση.
Ωστόσο, πρόσφατη μελέτη έρχεται να αποκαλύψει κάτι ανησυχητικό: τα αντίδοτα που χρησιμοποιούνται για το δάγκωμα της μαύρης μάμπα δεν είναι τελικά τόσο ασφαλή.
Σύμφωνα με το Studyfinds, ερευνητές που εξέτασαν δηλητήρια και από τέσσερα είδη της μαύρης μάμπα ανακάλυψαν ότι τα αντίδοτα μπλοκάρουν μεν με επιτυχία τις τοξίνες που προκαλούν χαλάρωση των μυών, ωστόσο απελευθερώνουν ένα δεύτερο σύνολο τοξινών που προκαλεί ανεξέλεγκτους σπασμούς στους μύες. Και τα υπάρχοντα αντίδοτα δείχνουν μόνο περιορισμένη αποτελεσματικότητα, έναντι αυτών των σπαστικών τοξινών.
«Και τα τρία αντίδοτα εξουδετέρωσαν σε κάποιο βαθμό τις επιδράσεις της χαλαρής παράλυσης», τόνισαν οι ερευνητές στην εργασία τους, που δημοσιεύτηκε στο Toxins.
Αλλά η εξουδετέρωση αυτών των επιδράσεων «αποκάλυψαν» την ενεργοποίηση μιας δεύτερης τοξίνης που προκαλεί παράλυση, την οποία τα αντίδοτα δεν μπορούσαν να σταματήσουν επαρκώς.
Το εύρημα βοηθά να εξηγηθεί γιατί τα θύματα δαγκώματος της μαύρης μάμπα, εμφανίζουν επίμονους μυϊκούς σπασμούς ακόμη και μετά τη λήψη του αντιδότου, ένα φαινόμενο που έχει τεκμηριωθεί σε αναφορές περιστατικών αλλά δεν έχει κατανοηθεί επαρκώς μέχρι τώρα.
Πώς κατέληξαν στο εύρημα
Με επικεφαλής τους Lee Jones και Bryan Fry, η ερευνητική ομάδα δοκίμασε τρία αντίδοτα που διατίθενται στο εμπόριο στην Αφρική: το πολυδύναμο SAIMR από τη Νότια Αφρική, το Inoserp Pan African από την Ισπανία και το Pan Africa Premium από την Ινδία.
Τα αντίδοτα έδειξαν επιτυχία στην πρόληψη της χαλαρής παράλυσης σε διαφορετικά είδη mamba. Περιέχουν αντισώματα που συνδέονται με τις τοξίνες που προκαλούν χαλαρή παράλυση, εξουδετερώνοντάς τες πριν προλάβουν να μπλοκάρουν τους μυϊκούς υποδοχείς. Αλλά η αποτελεσματικότητα ποικίλλει ανάλογα με το είδος και τον γεωγραφικό πληθυσμό που ελέγχθηκε.
Μόλις εξουδετερώθηκαν αυτές οι χαλαρές τοξίνες, οι σπαστικές τοξίνες ανέλαβαν δράση. Σε δείγματα ιστών που υποβλήθηκαν σε αγωγή με αντίδοτο, οι μυϊκές συσπάσεις αυξήθηκαν πέρα από τα φυσιολογικά επίπεδα αντί να εξαφανιστούν εντελώς.
Το μοτίβο εμφανίστηκε σε πολλά είδη. Το δηλητήριο της μαύρης μάμπας από την Κένυα και τη Νότια Αφρική, καθώς και δηλητήρια και από τα δύο υποείδη του Jameson’s Mamba, αποκάλυψαν όλα σπαστική δραστηριότητα, μόλις τα αντίδοτα εξουδετέρωσαν το χαλαρό συστατικό.
Το πρόβλημα έγκειται στον σχεδιασμό των αντισωμάτων. Τα αντίδοτα λειτουργούν εκπαιδεύοντας το ανοσοποιητικό σύστημα να αναγνωρίζει συγκεκριμένα σχήματα τοξινών. Αλλά το σχήμα μιας σπαστικής τοξίνης διαφέρει δραματικά από μια χαλαρή, ακόμη και όταν προέρχονται από το ίδιο φίδι. Η δημιουργία αντισωμάτων που μπορούν να «πιάσουν» αποτελεσματικά και τα δύο σχήματα έχει αποδειχθεί δύσκολη.
Τι σημαίνει αυτό για τα θύματα του φιδιού
Οι αναφορές πραγματικών περιστατικών από θύματα, έρχονται να επιβεβαιώσουν τα εργαστηριακά ευρήματα. Ένας ασθενής που δαγκώθηκε από μια αιχμάλωτη μαύρη μάμπα στην Τσεχία συνέχισε να βιώνει εκτεταμένες συσπάσεις (μυϊκές συσπάσεις που προκαλούνται από σπαστικές τοξίνες) παρά τη λήψη δύο δόσεων αντιδότου SAIMR. Η χαλαρή παράλυση υποχώρησε, αλλά τα σπαστικά συμπτώματα επέμειναν.
Περίπου 500.000 δηλητηριάσεις από δάγκωμα φιδιού συμβαίνουν ετησίως στην υποσαχάρια Αφρική, με αποτέλεσμα 30.000 θανάτους. Αυτοί οι αριθμοί πιθανότατα υποεκτιμούν το πραγματικό πρόβλημα, λόγω περιορισμένων δεδομένων υγείας σε αγροτικές περιοχές όπου οι πληθυσμοί μάμπα ζουν δίπλα σε ανθρώπινους οικισμούς.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, το δάγκωμα από μαύρη μάμπα μπορεί να σκοτώσει σε μόλις 45 λεπτά. Τα θύματα χρειάζονται τόσο μηχανική αναπνοή όσο και λήψη του αντιδότου για την εξουδετέρωση των τοξινών.
Τα αντίδοτα παραμένουν απαραίτητα και σωτήρια, αλλά εάν δεν αντιμετωπίσουν και τις σπαστικές τοξίνες, οι ασθενείς μπορεί να συνεχίσουν να παλεύουν με μυϊκούς σπασμούς ακόμη και μετά την παρέλευση της άμεσης απειλής.
Η μελέτη υποδεικνύει τις απαραίτητες βελτιώσεις στην ανάπτυξη αντιδότων. Οι κατασκευαστές ίσως χρειαστεί να προσαρμόσουν τα ανοσοποιητικά μείγματα για να συλλαμβάνουν καλύτερα τις σπαστικές τοξίνες. Μπορεί επίσης να χρειαστεί να δημιουργήσουν ειδικά για κάθε περιοχή αντίδοτα που ταιριάζουν με τα τοπικά προφίλ δηλητηρίου του φιδιού, αντί να φτιάχνουν προϊόντα που ταιριάζουν για κάθε μαύρη μάμπα.
Προς το παρόν, η έρευνα αποτελεί «καμπανάκι» ότι η εξουδετέρωση μιας απειλής μπορεί να φέρει στην επιφάνεια μια άλλη. Ένα επιτυχημένο αντίδοτο δεν χρειάζεται μόνο να σταματήσει τις πιο προφανείς τοξίνες. Πρέπει να λαμβάνει υπόψη και αυτές που λειτουργούν στο παρασκήνιο.