Το Όσκαρ που δεν αγάπησε ποτέ ο Μάνος Χατζιδάκις: Η μεγαλύτερη νίκη και η πιο επίμονη άρνηση
Η βραδιά που το Χόλιγουντ περίμενε έναν Έλληνα που δεν θα ερχόταν ποτέ...
Υπάρχουν καλλιτέχνες που κυνηγούν ένα Όσκαρ μια ζωή. Και υπάρχει κι ο Μάνος Χατζιδάκις, που το κέρδισε χωρίς να πάει να το παραλάβει — ενώ αργότερα το πέταξε στα σκουπίδια.
Η ιστορία του Μάνου Χατζιδάκι, ο οποίος πέθανε σαν σήμερα, στις 15 Ιουνίου του 1994 από οξύ πνευμονικό οίδημα, μοιάζει σχεδόν κινηματογραφική. Μόνο που δεν είναι σενάριο. Είναι η πραγματικότητα ενός δημιουργού που δεν άντεχε να χωρέσει σε κορνίζες, τίτλους και επίσημες τιμές.
Η βραδιά που το Χόλιγουντ περίμενε έναν Έλληνα που δεν θα ερχόταν ποτέ
17 Απριλίου 1961. Στην τελετή των Όσκαρ ανακοινώνεται ότι το βραβείο Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού πηγαίνει στα «Παιδιά του Πειραιά» που ερμήνευσε η Μελίνα Μερκούρη στην ταινία «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασέν.
Οικοδεσπότης της γενικώς άβολης βραδιάς είναι ο κωμικός ηθοποιός Μπομπ Χόουπ. Το τραγούδι του Μάνου είναι φαβορί και ο Μάνος το ξέρει. Όλοι το ξέρουν. Κατά τη διάρκεια της τελετής το τραγουδάει ζωντανά επί σκηνής η Κόνι Φράνσις.
Και έρχεται η ώρα της βράβευσης. Ανεβαίνουν στη σκηνή η Τζέιν Μέντοους και ο Στιβ Άλεν για να δώσουν το βραβείο, ανακοινώνουν τον νικητή και περιμένουν...
Ο παρουσιαστής ρωτά: «Μήπως βρίσκεται κάποιος κύριος Μάνος Χατζιδάκις στην αίθουσα;»... Όμως εκείνος δεν βρισκόταν. Ούτε είχε σκοπό να βρεθεί.
Ο Χατζιδάκις απεχθανόταν τις απονομές και τη δημόσια επιβεβαίωση. Έτσι, το Όσκαρ το παρέλαβαν άλλοι για λογαριασμό του, ενώ το χρυσό αγαλματίδιο ξεκίνησε ένα ταξίδι πιο περιπετειώδες κι από χολιγουντιανή ταινία: χάθηκε ταχυδρομικώς στη Γιουγκοσλαβία, αντικαταστάθηκε από δεύτερο και τελικά έφτασε στην Αθήνα.
Μόνο που ο δημιουργός του δεν συγκινήθηκε ιδιαίτερα. Είχε πει άλλωστε: «Και το επίσημο κράτος με γιόρτασε για το Όσκαρ που πήρα ερήμην μου και έξω απ’ τα δικά μου σχέδια. Πάλεψα χρόνια για ν’ αφαιρέσω αυτό τον “τίτλο τιμής” από την πλάτη μου». Όλα είναι θέμα οπτικής τελικά.
Το τραγούδι που έγινε παγκόσμιο φαινόμενο — και εκείνος δεν το άντεχε
Το παράδοξο είναι πως τα «Παιδιά του Πειραιά» έγιναν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια του 20ού αιώνα. Η Μελίνα Μερκούρη το τραγούδησε, ο κόσμος το σιγοτραγουδούσε παντού, η Ελλάδα έγινε μόδα.
Τα «Παιδιά του Πειραιά» γράφτηκαν από τον Μάνο Χατζιδάκι, με τη βοήθεια του Γιώργου Ζαμπέτα. Στην αυθεντική ελληνική τους έκδοση οι στίχοι του τραγουδιού γράφτηκαν και αυτοί από τον Μάνο Χατζιδάκι μέσα σε ένα αυτοκίνητο που τον πήγαινε στο στούντιο να ηχογραφήσει τα τραγούδια για την ταινία.
Κι όμως, ο ιδιοφυής συνθέτης θεωρούσε ότι το τραγούδι δεν τον αντιπροσώπευε και δυσανασχετούσε όταν το άκουγε στο ραδιόφωνο. Το είχε γράψει σχεδόν πιεστικά, την τελευταία στιγμή, για τις ανάγκες της ταινίας. Δεν πίστευε ότι ανέδειχνε το εύρος και το βάθος της μουσικής του. Γι’ αυτό και η τεράστια επιτυχία του τον ενοχλούσε.
Με την πρώτη ευκαιρία πούλησε τα δικαιώματα για τα «Παιδιά του Πειραιά» για 100.000 δολάρια, από τα οποία αγόρασε το σπίτι του ενώ έφτιαξε και τα δόντια του που του τα είχαν σπάσει την περίοδο της Κατοχής.
Το συμβόλαιο της πώλησης περιελάμβανε κάθε λεπτομέρεια και τον αποδέσμευε οριστικά από κάθε σχέση με το τραγούδι. Ένα συμβόλαιο που κατέληξε μυθιστόρημα με περισσότερες από 600 σελίδες για ένα τραγούδι που μεταφράστηκε σε 120 γλώσσες, διασκευάστηκε μέχρι και από τους Παπούα στη Νέα Γουινέα ενώ υπήρξε ένα από τα δέκα εμπορικότερα τραγούδια του 20ού αιώνα.
Είχε πει χαρακτηριστικά: «Μπορεί ένα απλό τραγούδι να μου έφερε το Όσκαρ. Οι φιλοδοξίες μου όμως, και οι υποχρεώσεις μου δεν σταματούν σε αυτό».
Ένα ακόμα επεισόδιο, τον θέλει να τρώει το 1963 στο Παρίσι με την Μαρία Κάλλας. Τους πλησίασαν κάποια στιγμή τέσσερις μουσικοί κι έπαιξαν «Παιδιά του Πειραιά». Η Κάλλας άρχισε να τραγουδάει.
Όταν τελείωσε το τραγούδι, ο Μάνος φέρεται ότι της είπε: «Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι η μεγαλύτερη τραγουδίστρια του κόσμου θα τραγουδούσε τόσο μέτρια, αυτό το μέτριο τραγούδι».
Σε μια εποχή όπου η επιτυχία θεωρείται το απόλυτο μέτρο αξίας, ο Χατζιδάκις έκανε κάτι που για την εποχή του ήταν αδιανόητο: Αμφισβήτησε τη μεγαλύτερη διάκριση που του δόθηκε.
Το Όσκαρ στα σκουπίδια
Και μετά ήρθε το πιο απίστευτο επεισόδιο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο Χατζιδάκις πέταξε το Όσκαρ του στα σκουπίδια. Κυριολεκτικά.
Η οικιακή βοηθός παρατήρησε ότι η σακούλα ήταν ασυνήθιστα βαριά. Ενημέρωσε την αδελφή του συνθέτη, εκείνη άνοιξε τα σκουπίδια και βρήκε μέσα το χρυσό αγαλματίδιο. Το κράτησε στο σπίτι της μέχρι τον θάνατό του.
Δεν ήταν μια κίνηση εκκεντρικότητας για εντυπωσιασμό. Ήταν η πιο καθαρή έκφραση του χαρακτήρα του: δεν ήθελε να ορίζεται από ένα βραβείο.
Ο ασυμβίβαστος δημιουργός
Ο Χατζιδάκις δεν πολέμησε μόνο το Όσκαρ. Πολέμησε κάθε ταμπέλα που προσπάθησε να τον φυλακίσει. Αγάπησε το ρεμπέτικο όταν θεωρούνταν περιθωριακό και «υπόγειο». Όταν έγινε μόδα, απομακρύνθηκε από αυτό. Δεν άντεχε τη μαζική κατανάλωση της τέχνης του.
Γι’ αυτό και παρέμεινε μέχρι τέλους μια μοναχική, ελεύθερη μορφή. Ένας συνθέτης που μπορούσε να γράψει από λαϊκό τραγούδι μέχρι συμφωνικά έργα, από μουσική για αρχαία τραγωδία μέχρι κινηματογράφο, χωρίς ποτέ να χωρά σε μία μόνο κατηγορία.
Το αληθινό του παράσημο
Ίσως τελικά το σημαντικότερο «βραβείο» του Μάνου Χατζιδάκι να μην ήταν το Όσκαρ. Ήταν το γεγονός ότι κατάφερε να παραμείνει απολύτως ο εαυτός του μέσα σε έναν κόσμο που ζητά συνεχώς συμμόρφωση.
Κι αυτό είναι πολύ πιο σπάνιο από ένα χρυσό αγαλματίδιο.
Ποιος ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις
Γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1925 στην Ξάνθη.
Η μουσική του εκπαίδευση ξεκίνησε σε ηλικία τεσσάρων ετών και περιλάμβανε μαθήματα πιάνου από την αρμενικής καταγωγής πιανίστρια Άννα Αλτουνιάν. Παράλληλα έκανε εξάσκηση στο βιολί και στο ακορντεόν.
Παρακολούθησε σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Η πρώτη εμφάνιση του Μάνου Χατζιδάκι ως συνθέτη πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 1944, σε ηλικία 19 ετών, με τη συμμετοχή του στην κωμωδία «Ο Τελευταίος Ασπροκόρακας» του Αλέξη Σολομού από το νεοσύστατο Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» του Καρόλου Κουν. Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στις 10 Ιουλίου 1944 και ανέβηκε για έξι Δευτέρες στο υπαίθριο θεατράκι «Παρκ» επί της οδού Χέυδεν. Συνεργάστηκε επί 15 χρόνια με το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν, γράφοντας μουσική για ιστορικές παραστάσεις.
Στα χρόνια της Κατοχής εργάστηκε σε σκληρές δουλειές, από φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι μέχρι παγοπώλης στο εργοστάσιο Φιξ.
Εκείνη την περίοδο ο Χατζιδάκις ανακάλυψε το ρεμπέτικο τραγούδι και έγινε ένας από τους πρώτους που το μελέτησαν και κατανόησαν την αξία του. Στις 31 Ιανουαρίου 1949, σε ηλικία 23 ετών, έδωσε στο Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» (στεγαζόταν στο τότε Θέατρο Αλίκης, νυν Θέατρο Μουσούρη στην πλατεία Καρύτση), τη διάσημη διάλεξή του για το ρεμπέτικο τραγούδι, μέσω της οποίας το συνέδεσε με τη νεοελληνική πολιτιστική κληρονομιά και του προσέδωσε ευρωπαϊκής προέλευσης αξίες. Μετά τη διάλεξη ακολούθησε συναυλία με τον Μάρκο Βαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου.
Συνδέθηκε στενά με κορυφαίους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής, ηλικιακά μεγαλύτερους από αυτόν, μεταξύ των οποίων ήταν οι ποιητές Νίκος Γκάτσος, Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Άγγελος Σικελιανός και ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης. Κατά την τελευταία περίοδο της Κατοχής συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές της Ε.Π.Ο.Ν., όπου γνώρισε τον Μίκη Θεοδωράκη, με τον οποίον σύντομα ανέπτυξε ισχυρή φιλία.
Το 1946 καταγράφηκε η πρώτη του εργασία για τον κινηματογράφο, στην ταινία «Αδούλωτοι σκλάβοι» που σκηνοθέτησε ο Βίων Παπαμιχάλης με πρωταγωνίστρια, σε πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση, την Έλλη Λαμπέτη.
Έγραψε μουσική για σπουδαίες ταινίες όπως η «Κάλπικη Λίρα», η «Στέλλα», ο «Δράκος» και το «America-America».
Το 1961 έγινε ο πρώτος Έλληνας που κέρδισε Όσκαρ για τα «Παιδιά του Πειραιά».
Το 1964 ίδρυσε και διήυθυνε την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών (1964-66), η οποία έδωσε 20 συναυλίες με πρεμιέρες 15 έργων Ελλήνων συνθετών.
Την ίδια περίοδο άρχισε και η συνεργασία του με τον Μωρίς Μπεζάρ. Οι «Όρνιθες» ανεβαίνουν από τα Μπαλέτα του 20ού Αιώνα στις Βρυξέλλες.
Το 1973 ίδρυσε και χρηματοδότησε το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπον» με το οποίο επεδίωξε «μια τελετουργική παρουσίαση του τραγουδιού, μ' όλα τα μέσα που μας παρέχει η σύγχρονη θεατρική εμπειρία». Το εγχείρημα κατέληξε σε οικονομική αποτυχία.
Το 1975 ανέλαβε τη διεύθυνση του Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΤ, σηματοδοτώντας μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους στην ιστορία του σταθμού. Μαζί με μια ομάδα νέων και ταλαντούχων συνεργατών, μετέτρεψε το Τρίτο σε σημείο αναφοράς για τον πολιτισμό και το ραδιόφωνο.
Λίγα χρόνια αργότερα ίδρυσε την Ορχήστρα των Χρωμάτων, με στόχο την ανάδειξη έργων και μουσικών προγραμμάτων που σπάνια βρίσκουν θέση στο κλασικό συμφωνικό ρεπερτόριο. Παρέμεινε επικεφαλής της μέχρι το τέλος της ζωής του, καθοδηγώντας μια σειρά σημαντικών συναυλιών και ρεσιτάλ με Έλληνες και διεθνείς σολίστ.
Άφησε πίσω του δεκάδες εμβληματικά έργα και τραγούδια, ανάμεσά τους τα «Παραμύθι χωρίς Όνομα», «Μυθολογία», «Αθανασία» και «Τα Παράλογα».
Ο Μάνος Χατζιδάκις πέθανε σαν σήμερα, στις 15 Ιουνίου του 1994 από οξύ πνευμονικό οίδημα και ετάφη στην Παιανία. Όπως όρισε ο ίδιος, στην κηδεία του δεν παρευρέθηκαν τηλεοπτικά συνεργεία και φωτορεπόρτερ.
«Αδιαφορώ για τη δόξα, πιστεύω στο τραγούδι»
Το «Βιογραφικό σε πρώτο πρόσωπο» είναι ένα κείμενο που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις το 1980 στη Μελβούρνη. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Τα σχόλια του Τρίτου» (εκδ. Εξάντας), όπου αποτυπώνει τις σκέψεις και τα βιώματά του. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ομογενειακή εφημερίδα Νέος Κόσμος με αφορμή τη συμπλήρωση 20 χρόνων από τον θάνατό του.
Γράφει εκεί μεταξύ άλλων: «...Και καταστάλαγμα μέχρι στιγμής του βίου μου είναι: Αδιαφορώ για την δόξα. Με φυλακίζει στα όρια που εκείνη καθορίζει και όχι εγώ.
Πιστεύω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και όχι σ’ αυτό που μας διασκεδάζει και μας κολακεύει εις τας βιαίως αποκτηθείσας συνήθειές μας.
Επιθυμώ να έχω πολλά χρήματα για να μπορώ να στέλνω «εις τον διάβολον» – πού λένε – κάθε εργασία που δεν με σέβεται. Το ίδιο και τους ανθρώπους.
Περιφρονώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία την πάσα λογής χυδαιότητα καθώς και κάθε ηλίθιο του καιρού μου.
Aυτό το ρεσιτάλ είναι αποτέλεσμα πολύχρονης συνειδητής προσπάθειας και μελέτη «υψηλού πάθους». Γι’ αυτό και το αφιερώνω στους φίλους μου».
Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν ήταν απλώς ένας μεγάλος συνθέτης. Ήταν μια σπάνια περίπτωση καλλιτέχνη που προτίμησε την ελευθερία από τη δόξα — και γι’ αυτό παραμένει διαχρονικός.