Πριν από τη δεκαετία του ’90, το Χόλιγουντ είχε πολλά θέματα να «λύσει» και κυρίως τον Ψυχρό Πόλεμο, την ένταξη των βετεράνων στην κοινωνία και την αποδοχή της ήττας στο Βιετνάμ. Το έκανε με μεγάλες παραγωγές, γεμάτες αυτοπεποίθηση και απολύτως εκμεταλλευόμενο τη δύναμη της εικόνας. Καμία, όμως, ταινία δεν συμπύκνωσε το πνεύμα εκείνης της εποχής τόσο αποτελεσματικά όσο το Top Gun. Γιατί δεν ήταν απλώς ένα blockbuster, αλλά μια ταινία που άλλαξε τη γλώσσα, τη μουσική, τη μόδα ακόμα και την ίδια την αίσθηση του τι σημαίνει cool εν έτει 1986.
Σήμερα, σχεδόν 40 χρόνια μετά, το Top Gun (στις αίθουσες από 14 Μαΐου) εξακολουθεί να «ίπταται». Όχι επειδή είναι αψεγάδιαστο, κάθε άλλο. Αν δεις ψυχρά το περιεχόμενο θα βρεις κλισέ, προβλέψιμες δραματικές στροφές, προκάτ διαλόγους και κάτι ηλιοβασιλέματα που ταιριάζουν καλύτερα σε διαφήμιση αρωμάτων. Κι όμως, η ταινία έχει μια κινηματογραφική ποιότητα που έμεινε αξεπέραστη, είναι από εκείνα τα φιλμ που δεν τα θυμάσαι σκηνή σκηνή· αλλά τα θυμάσαι γιατί ένιωσες πόσο γαμάτο θα ήταν να ήσουν εσύ πιλότος στην πρώτη γραμμή του Ψυχρού Πολέμου.
Δράση αλλά με μέτρο
Η δράση ξεκινά από την πρώτη κιόλας σεκάνς. Τα Tomcat απογειώνονται μέσα σε πορτοκαλί ουρανούς, ατμούς και βουητά μηχανών, ενώ το “Danger Zone” του Kenny Loggins βαράει σαν ένεση αδρεναλίνης. Ο Tony Scott δεν κινηματογραφεί αεροπλάνα, κινηματογραφεί φετίχ. Μέταλλο, ιδρώτας, ήλιος, ταχύτητα, δέρμα, αντανακλάσεις - όλα γυαλίζουν υπερβολικά. Σήμερα αυτή η προσέγγιση θεωρείται δεδομένη για τις ταινίες του genre (war-action-drama), αλλά τότε ήταν τόσο αυθεντική όσο ένας πίνακας του Νταλί.
Και κάπου εκεί βρίσκεται το πρώτο μεγάλο μυστικό της επιτυχίας. Το Top Gun δεν λειτούργησε σαν παραδοσιακή πολεμική ταινία. Λειτούργησε σαν εμπειρία. Σαν δίωρη επίδειξη coolness. Οι μοτοσικλέτες, τα aviator γυαλιά, τα bomber jackets, οι αερομαχίες, οι ανταγωνισμοί στα αποδυτήρια - όλα μοιάζουν εμπνευσμένα για να σε κάνουν να ζηλέψεις. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά την κυκλοφορία της ταινίας εκτοξεύτηκαν οι αιτήσεις στο Αμερικανικό Ναυτικό. Το Top Gun πούλησε στρατιωτικό macho καλύτερα από οποιαδήποτε καμπάνια.
Ο Maverick, ο Iceman και η λατρεία της αυτοπεποίθησης
Το κέντρο όλων αυτών ήταν ο Tom Cruise, ο οποίος – άκουσον άκουσον – στην αρχή ήθελε να απορρίψει τον ρόλο. Το Top Gun δεν ήταν η πρώτη του μεγάλη επιτυχία, αλλά αυτή που τον καθιέρωσε ως σταρ πρώτης γραμμής. Ο Maverick του ταίριαξε γάντι. Κάτω από την επιφάνεια, η ταινία πραγματεύεται τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αυταρέσκεια και στην πίστη στον εαυτό σου. Ο Maverick δεν είναι «καλό παιδί». Παραβιάζει κανόνες, παίρνει ρίσκα, λειτουργεί παρορμητικά και συχνά θέτει άλλους σε κίνδυνο. O υπερταλαντούχος εγωιστής και επικίνδυνα σίγουρος για τον εαυτό του πιλότος ήταν ο ηθοποιός Tom Cruise των 22 ετών.
Η σχέση του με τον Iceman (Val Kilmer) συζητιέται ακόμα και σήμερα στα φόρουμ. Οι δύο τους είναι διαφορετικές εκδοχές αριστείας. Ο Maverick πετά με ένστικτο και παρορμητισμό. Ο Iceman είναι ψυχρός, πειθαρχημένος, υπολογιστικός. Ήταν ευφυές που ο Scott δεν παρουσιάζει τον Iceman ως «κακό». Αν τη δεις σήμερα, πιθανότατα θα καταλάβεις ότι σχεδόν σε όλα έχει δίκιο. Ο Maverick όντως βάζει ανθρώπους σε κίνδυνο. Όμως το Χόλιγουντ αγαπά τους παρορμητικούς, αυτούς παίζουν με τη φωτιά. Αξίζει να σημειωθεί ότι Cruise και Kilmer είχαν μεταφέρει την αντιπαλότητά τους και στην πραγματική ζωή και αυτό πέρασε στην ταινία.
Όταν οι αερομαχίες έγιναν καθαρό κινηματογραφικό θέαμα
Από καθαρά τεχνική άποψη, οι αερομαχίες παραμένουν εντυπωσιακές, κάτι που ίσως θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι δύσκολα θα ξαναδούμε ελέω computer generated graphics. Ο σκηνοθέτης Tony Scott και ο διευθυντής φωτογραφίας Jeffrey Kimball κατάφεραν κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να κάνουν τον θεατή να νιώθει την ταχύτητα χωρίς να χάνει εντελώς τον προσανατολισμό του. Οι κάμερες μπαίνουν μέσα στα cockpit, τα αεροσκάφη περνούν ξυστά το ένα από το άλλο, οι κινητήρες κολλάνε την πλάτη στο κάθισμα. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές σύγχρονες action ταινίες μοιάζουν αποστειρωμένες μπροστά του. Στο Top Gun αισθάνεσαι ότι υπάρχουν πραγματικά μηχανήματα, πραγματικό βάρος, πραγματικός κίνδυνος.
Ακόμη και η υπερβολή του λειτουργεί υπέρ του. Οι ιδρωμένοι πιλότοι που μοιάζουν να ζουν μόνιμα σε ηλιοβασίλεμα θα έπρεπε θεωρητικά να είναι κακό χιούμορ. Κι όμως, το Top Gun είναι τόσο αυτάρεσκο σαν ταινία όσο και οι πρωταγωνιστές της. Δεν υπάρχει ίχνος ειρωνείας. Η ταινία πιστεύει ολοκληρωτικά στον μύθο που χτίζει και αυτό την κάνει διαχρονική.
Γιατί το Top Gun παραμένει ακόμη τόσο απολαυστικό
Φυσικά, τα χρόνια έχουν περάσει και η ερωτική ιστορία με την Charlie (Kelly McGillis) μοιάζει υπερβολικά στιλιζαρισμένη ακόμη και για τα δεδομένα της εποχής. Όμως είναι μια ωραία ιστορία αγάπης και είναι στον πυρήνα της ταινίας. Όσο το βλέπεις και θέλεις να γίνεις πιλότος άλλο τόσο θες να ζήσεις και έναν μεγάλο έρωτα όπως αυτόν. Το Top Gun δεν προσπαθεί να είναι ρεαλιστικό. Προσπαθεί να είναι ευχάριστο. Και καταλήγει να είναι χορταστικό.
Αν μάλιστα το συγκρίνεις με το sequel, δεν είναι να απορείς γιατί η ταινία άντεξε στον χρόνο. Δεν είναι απλώς ένα προϊόν των ’80s· είναι η απόλυτη συμπύκνωσή τους. Μια εποχή όπου το mainstream σινεμά μπορούσε να είναι ταυτόχρονα εμπορικό και απολύτως ειλικρινές με τις προθέσεις του. Το Top Gun δεν σε καλεί να το αναλύσεις υπερβολικά. Σε καλεί να νιώσεις την ταχύτητα, τον ανταγωνισμό, την αδρεναλίνη, την ψευδαίσθηση ότι μπορείς να γίνεις "the best of the best".