Τέμπη: Δεκτή η δήλωση αποχής της προέδρου στη δίκη για τα «χαμένα» βίντεο - Αναβολή επ’ αόριστον
Η απόφαση της προέδρου προέκυψε μετά από ένταση που σημειώθηκε νωρίτερα στο ακροατήριο. Άγνωστο πότε θα επανεκκινήσει η διαδικασία.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας έκανε δεκτή την δήλωση αποχής της προέδρου της δίκης για τα «χαμένα» βίντεο της εμπορικής αμαξοστοιχίας στο τραγικό δυστύχημα των Τεμπών. Λίγο μετά τις 8 το απόγευμα ο αναπληρωτής πρόεδρος ανέβηκε στην έδρα και ανακοίνωσε πως έγινε δεκτή η δήλωση αποχής και αναβάλλεται επ΄ αόριστον η εκδίκαση. Η πρόταση της εισαγγελέα της έδρας ήταν η συνέχεια της δίκης από την αρχή με τον αναπληρωτή πρόεδρο.
Κατηγορούμενοι στην υπόθεση είναι ένας πρώην πρόεδρος του ΟΣΕ, ένας πρώην διευθύνων σύμβουλος του ΟΣΕ και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας που έχει αναλάβει τη φύλαξη και βιντεοεπιτήρηση του σιδηροδρομικού δικτύου του ΟΣΕ από το 2017. Τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται είναι η υπεξαγωγή εγγράφων κατ' εξακολούθηση και απείθεια (το στέλεχος της Interstar), η ηθική αυτουργία σε υπεξαγωγή εγγράφων άπαξ και κατ' εξακολούθηση και η ηθική αυτουργία στην απείθεια (ο πρώην διευθύνων σύμβουλος του ΟΣΕ 2023-2025) και η ηθική αυτουργία σε υπεξαγωγή εγγράφων (ο πρόεδρος του ΟΣΕ την 28η Φεβρουαρίου του 2023).
Πλέον, θα οριστεί άλλος δικαστής για να αναλάβει την υπόθεση και η δίκη θα ξεκινήσει ξανά από την αρχή, παρά το γεγονός ότι είχαν ήδη διεξαχθεί 21 συνεδριάσεις και είχαν καταθέσει οι τρεις πρώτοι μάρτυρες. Είναι άγνωστο πλέον πότε θα επανεκκινήσει η διαδικασία και ποια σύνθεση θα έχει το δικαστήριο.
Η απόφαση της προέδρου προέκυψε μετά από ένταση που σημειώθηκε νωρίτερα στο ακροατήριο, όταν η συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας επιτέθηκε στην πρόεδρο του δικαστηρίου, χαρακτηρίζοντάς την επίορκο και κατηγορώντας την ότι αλλοιώνει τις αποφάσεις κατόπιν υποδείξεων «από άνωθεν», σχετικά με τη χορήγηση αντιγράφων πειστηρίων στους συγγενείς των θυμάτων. Η πρόεδρος, εμφανώς ταραγμένη, απάντησε: «Έχω δεχτεί πολλές πολλές προσβολές. Θα δηλώσω αποχή» και αποχώρησε από την έδρα διευκρινίζοντας ωστόσο πως ισχύει η απόφαση την για την εν μέρει χορήγηση αντιγράφων.
Είχαν προηγηθεί έντονες διαμαρτυρίες από τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και καταγγελίες σχετικά με συνεννοήσεις με την διευθύνουσα στο Πρωτοδικείο, με την πρόεδρο να απαντά πως οι ισχυρισμοί «στερούνται βασιμότητας» επισημαίνοντας πως η καθυστέρηση μέχρι να επανέλθουν στην έδρα οφείλονταν σε «διαδικαστικό ζήτημα». Τοποθετήθηκε επίσης και η εισαγγελέας της έδρας τονίζοντας πως «δεν μπορούμε να ερχόμαστε ακόμα εδώ και να ασχολούμαστε με το τεχνικό ζήτημα το πως θα πάρουμε αντίγραφα».
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου, εξερχόμενη από τα δικαστήρια, είχε καταγγείλει «ακραίες παρεμβάσεις» στη διαδικασία, τονίζοντας ότι «σήμερα επιβεβαιώνεται, με τον πιο περίτρανο τρόπο, ότι γίνονται προσπάθειες ώστε να μην αποκτήσουν οι συγγενείς πρόσβαση στα στοιχεία που κατασχέθηκαν στις 9 Μαρτίου, πρωτογενή στοιχεία, όχι αντίγραφα», μετά τη δήλωση αποχής που υπέβαλλε η πρόεδρος του δικαστηρίου.
Αναφερόμενη στο επεισόδιο της 10ης Μαρτίου, έκανε λόγο για «σκηνοθετημένη και συνδεδεμένη με πιέσεις φερόμενη κατάρρευση της προέδρου της έδρας», επισημαίνοντας ότι εκείνη την ημέρα ήταν προγραμματισμένο να παραδοθούν τα αντίγραφα, κάτι που όπως είπε «είναι καταχωρισμένο στα πρακτικά της προηγούμενης ημέρας και δεν αμφισβητείται».
Η ίδια υποστήριξε ότι είχε αποχωρήσει από το δικαστήριο στις 9 Μαρτίου «ήσυχη ότι την επόμενη ημέρα οι συνάδελφοι θα παραλάμβαναν τα αντίγραφα», όμως «τελικά συνέβη κάτι άλλο». Κατήγγειλε ότι «ροκανίστηκε ο χρόνος όλη την ημέρα στις 10 Μαρτίου», ενώ αναφέρθηκε και στη στάση της προέδρου, η οποία όπως περιέγραψε «αναλύθηκε σε κλάματα, δήλωσε ότι δεν μπορεί να συνεχίσει και εξαφανίστηκε από την έδρα μέχρι σήμερα».
Παράλληλα, η Κωνσταντοπούλου κατηγόρησε τη δικαστική λειτουργό ότι «συνελήφθη επ’ αυτοφώρω να πηγαίνει για συνεννόηση και προφανώς για οδηγίες» στην προϊσταμένη του Πρωτοδικείου Λάρισας, την οποία χαρακτήρισε «εμπλεκόμενη σε άλλη υπόθεση παρέμβασης και καταμηνυμένη».
Στη συνέχεια επισήμανε ότι «για δεύτερη φορά δικαστής ανακαλεί την αρχική της απόφαση για χορήγηση αντιγράφων», υπογραμμίζοντας ότι «και οι δύο ανακλήσεις έγιναν υπό την επιρροή της κυρίας Μυλωνά, η οποία σαφώς δεν δρα μόνη της». Κατήγγειλε επίσης «ένοχη συμπεριφορά» της προϊσταμένης, λέγοντας ότι «δεν ήθελε να δει τους συνηγόρους υποστήριξης κατηγορίας και προχώρησε σε προσβολές κατά συναδέλφου».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην εισαγγελέα της έδρας, η οποία, όπως υπογράμμισε, «διαχώρισε σαφώς τη θέση της από τις μεθοδεύσεις» και δήλωσε πως «αν δεν λυθεί το διαδικαστικό ζήτημα της λήψης αντιγράφων, δεν ανεβαίνει ξανά στην έδρα». Σύμφωνα με την Κωνσταντοπούλου, η πρόεδρος «επιχείρησε να την παρακάμψει, βγήκε στον διάδρομο για να δρομολογήσει παράτυπη διαδικασία και, όταν απαιτήσαμε να επιστρέψει στην αίθουσα, ανέβηκε και δήλωσε αποχή, ενεργοποιώντας σχέδιο χρονοτριβής».
Η Κωνσταντοπούλου ξεκαθάρισε ότι το υλικό που διεκδικούν οι συγγενείς είναι κρίσιμο. «Μιλάμε για βίντεο, φωτογραφίες, λήψεις drone και άλλο υλικό από το βράδυ του εγκλήματος», σημείωσε, υποστηρίζοντας ότι «υπάρχουν δυνάμεις που ενεργοποιούνται για να καταστρέφουν αποδεικτικό υλικό και να εμποδίζουν την πρόσβαση των οικογενειών».