Ενεργειακή μάχη στις Βρυξέλλες – Με ελληνικό αποτύπωμα οι αποφάσεις για δίκτυα και τιμές ρεύματος
Ο Σταύρος Παπασταύρου και ο Νίκος Τσάφος στο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας της ΕΕ – Συγκρούσεις για το μοντέλο τιμολόγησης, τις διασυνδέσεις και το κόστος της πράσινης μετάβασης.
Με έντονο ελληνικό αποτύπωμα ανοίγει η συζήτηση για το μέλλον των ευρωπαϊκών ενεργειακών δικτύων στο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συνεδριάζει τη Δευτέρα 16 Μαρτίου στις Βρυξέλλες.
Η Ελλάδα έχει διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην ανάδειξη της ανάγκης ενίσχυσης των ευρωπαϊκών δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, με την κυβέρνηση να θεωρεί ότι οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το πακέτο ευρωπαϊκών ηλεκτρικών δικτύων (European Grids Package) αποτελούν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της στρατηγικής που προώθησε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Στο πλαίσιο αυτό, στις Βρυξέλλες μεταβαίνει σήμερα ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου συνοδευόμενος από τον υφυπουργό Νίκο Τσάφο, προκειμένου να συμμετάσχουν στις κρίσιμες διαβουλεύσεις των υπουργών Ενέργειας της ΕΕ.
Το Συμβούλιο πραγματοποιείται σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, με την κρίση στη Μέση Ανατολή να προκαλεί νέα αναταραχή στις διεθνείς ενεργειακές αγορές και να αναζωπυρώνει τη συζήτηση για την ασφάλεια εφοδιασμού και το ενεργειακό κόστος στην Ευρώπη.
Οι διασυνδέσεις στο επίκεντρο της ενεργειακής στρατηγικής
Κεντρικό θέμα της συζήτησης θα αποτελέσει το European Grids Package,το οποίο παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 10 Δεκεμβρίου 2025 και αφορά την αναθεώρηση του κανονισμού για τις διευρωπαϊκές ενεργειακές υποδομές (TEN-E) καθώς και τη νέα οδηγία για την αδειοδότηση των ενεργειακών δικτύων.
Βασικός στόχος των προτάσεων είναι:
- η βελτίωση της διασυνοριακής διασύνδεσης των ενεργειακών δικτύων,
- η ενίσχυση του εξηλεκτρισμού,
- η επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης,
- και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της ασφάλειας των ενεργειακών υποδομών.
Oι ηλεκτρικές διασυνδέσεις αποτελούν βασικό εργαλείο για την ολοκλήρωση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας. Μέσω αυτών, τα εθνικά συστήματα μπορούν να ανταλλάσσουν ηλεκτρική ενέργεια, επιτρέποντας τη μεταφορά ισχύος από περιοχές με πλεόνασμα παραγωγής σε περιοχές με αυξημένη ζήτηση.
Η σημασία τους αυξάνεται ακόμη περισσότερο στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης, καθώς η αυξανόμενη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δημιουργεί μεγαλύτερη μεταβλητότητα στην παραγωγή.
Διαφωνίες για τις επιπτώσεις στις τιμές ενέργειας
Ωστόσο, η επέκταση των διασυνδέσεων δεν αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο από όλα τα κράτη-μέλη.
Χώρες που διαθέτουν χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας κυρίως λόγω ισχυρής πυρηνικής ή υδροηλεκτρικής παραγωγής, εκφράζουν επιφυλάξεις για τις πιθανές επιπτώσεις στην εγχώρια αγορά τους.
Σε μια πλήρως διασυνδεδεμένη αγορά, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας τείνουν να συγκλίνουν. Αυτό σημαίνει ότι η φθηνή παραγωγή μπορεί να κατευθυνθεί προς αγορές με υψηλότερες τιμές, αυξάνοντας ενδεχομένως το κόστος για τους καταναλωτές της χώρας που εξάγει ενέργεια.
Η συζήτηση, επομένως, αναδεικνύει το δύσκολο ισοζύγιο ανάμεσα στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση της αγοράς ενέργειας και στην προστασία των εθνικών ενεργειακών συμφερόντων.
Στο τραπέζι το μοντέλο τιμολόγησης του ρεύματος
Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα αφορά τη λειτουργία της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και ειδικότερα το σύστημα τιμολόγησης με οριακή τιμή συστήματος (marginal pricing).
Σύμφωνα με το υφιστάμενο μοντέλο, η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζεται από την τελευταία μονάδα παραγωγής που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση – συχνά μονάδα φυσικού αερίου.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν μεγάλο μέρος της παραγωγής προέρχεται από φθηνότερες πηγές, όπως οι ανανεώσιμες, η τιμή του ρεύματος μπορεί να επηρεάζεται σημαντικά από τις τιμές του φυσικού αερίου.
Ορισμένες χώρες ζητούν αλλαγές στο σύστημα ώστε να μειωθεί αυτή η εξάρτηση, ενώ άλλες υποστηρίζουν ότι το υπάρχον μοντέλο διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία της αγοράς και παρέχει τα κατάλληλα επενδυτικά σήματα για νέες ενεργειακές υποδομές.
Το ETS και το κόστος της πράσινης μετάβασης
Σημαντική συζήτηση αναμένεται και για το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της ΕΕ (ETS), το βασικό εργαλείο της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
Το σύστημα έχει ήδη αναθεωρηθεί στο πλαίσιο του πακέτου Fit for 55, το οποίο στοχεύει στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% έως το 2030.
Οι αλλαγές προβλέπουν:
- σταδιακή μείωση των διαθέσιμων δικαιωμάτων εκπομπών
- αύξηση της τιμής του CO₂
- επέκταση του συστήματος σε νέους τομείς, όπως κτίρια και μεταφορές
Ωστόσο, αρκετά κράτη-μέλη εκφράζουν ανησυχίες ότι η αυστηροποίηση του ETS μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του ενεργειακού κόστους και να επηρεάσει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Έντονες ζυμώσεις χωρίς άμεσες αποφάσεις
Διπλωματικές πηγές στις Βρυξέλλες εκτιμούν ότι το Συμβούλιο της Δευτέρας δύσκολα θα οδηγήσει σε άμεσες αποφάσεις. Αντίθετα, αναμένεται να αποτελέσει την αρχή ενός νέου κύκλου πολιτικών διαπραγματεύσεων για το μέλλον της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας, καθώς η Ευρώπη καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε τρεις βασικούς στόχους:
- χαμηλότερες τιμές για καταναλωτές και επιχειρήσεις
- επενδύσεις και σταθερότητα στην αγορά
- επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης.
Και αυτή η ισορροπία, όπως παραδέχονται Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, μόνο εύκολη υπόθεση δεν είναι.