Γιατί οι Έλληνες προσπερνούν τα όρια ταχύτητας; Το χάος των δρόμων
Παράλογες πινακίδες, εφαρμογές που διαφωνούν και κάμερες-παγίδες. Γιατί το σύστημα στους ελληνικούς δρόμους αποτυγχάνει να μας πείσει;
Οδηγείς σε έναν οικείο δρόμο (την Κωνσταντινουπόλεως στις Αχαρνές για παράδειγμα). Ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις ιδέα ποιο είναι το όριο ταχύτητας. Ψάχνεις μια πινακίδα, αλλά μάταια. Προφανώς, ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας προβλέπει γενικούς κανόνες ανάλογα με το είδος του οδοστρώματος, όμως το να απαιτείς από τον μέσο οδηγό να θυμάται απέξω κάθε άρθρο του ΚΟΚ είναι τόσο πιθανό όσο το να αποστηθίσει το Σύνταγμα.
Σε αυτή την αβεβαιότητα, η τεχνολογία μοιάζει με από μηχανής θεό. Ανοίγεις το Google Maps ή το Waze περιμένοντας τη λύση, μόνο και μόνο για να βρεθείς μπροστά σε ένα απόλυτο ψηφιακό αλαλούμ. Βάζεις τις δύο εφαρμογές να τρέχουν ταυτόχρονα και βλέπεις τη μία να δείχνει 50 χλμ/ώρα και την άλλη 90. Κι ενώ προσπαθείς να καταλάβεις τι ισχύει, ξεπροβάλλει από το πουθενά μια φρεσκοφυτεμένη πινακίδα που γράφει… 30. Φυσικά, κανένας αλγόριθμος δεν την έχει καταγράψει ακόμα. Το χάος μόλις ξεκίνησε.
Από τα 90 στα 30 χιλιόμετρα: Η παράνοια της ελληνικής πινακίδας
Αυτό το φαινόμενο των απότομων αλλαγών είναι ίσως το πιο εξοργιστικό παράδειγμα προχειρότητας. Κινείσαι σε έναν δρόμο διπλής λωρίδας με όριο 90 χλμ/ώρα, και ξαφνικά «πετάγεται» μια πινακίδα για 30. Το όριο αυτό επιμένει για ένα χιλιόμετρο και μετά απλά… ξεχνιέται, μέχρι να φτάσεις στο επόμενο φανάρι.
Τι καλείσαι να κάνεις ως οδηγός; Να κοκαλώσεις το αυτοκίνητο από τα 90 στα 30; Σκέφτηκε ποτέ εκείνος που τοποθέτησε την πινακίδα αν είναι φυσικώς και οδηγικά δυνατόν να υπακούσει κανείς; Υπάρχει κάποιο σχολείο κοντά, κάποια διάβαση μαθητών; Ακόμη κι αν υπάρχει, μια πινακίδα καρφωμένη στο χώμα είναι το τελευταίο πράγμα που θα κόψει την ταχύτητα των οχημάτων. Η πραγματική ασφάλεια απαιτεί υποδομές: Δρόμους που σχεδιαστικά σε «αναγκάζουν» να επιβραδύνεις ή υποδομές που κρατούν τους πεζούς και τα παιδιά ασφαλείς, μακριά από αρτηρίες ταχείας κυκλοφορίας.
Σακούλες που ξεφτίζουν και ένα κακό προηγούμενο με τις κάμερες
Τη στιγμή που η κοινωνία δείχνει ώριμη να αποδεχθεί ότι δεν μπορούμε να ζούμε σε καθεστώς «Άγριας Δύσης» στους δρόμους, η Πολιτεία επέλεξε πάλι τον εύκολο δρόμο. Αντί για σοβαρές μελέτες, είδαμε να φυτεύονται παντού νέες πινακίδες με εξίσου τυχαία όρια. Πολλές από αυτές παραμένουν καλυμμένες με μαύρες σκουπιδοσακούλες, οι οποίες όμως έχουν αρχίσει να σκίζονται, αποκαλύπτοντας το παράλογο μέλλον: Όρια 50 χλμ/ώρα σε βασικές αρτηρίες του επαρχιακού δικτύου όπου κανείς δεν κινούνταν κάτω από 70. Ακόμη και στην Αττική Οδό, τα όρια έπεσαν στα 100 χλμ/ώρα από 120-130 — αν και πλέον, με το καθημερινό μποτιλιάρισμα, τα 100 χλμ/ώρα φαντάζουν μακρινή ανάμνηση.
Η εμπιστοσύνη των οδηγών, όμως, έχει ήδη κλονιστεί. Θυμόμαστε όλοι το κακό προηγούμενο με τις κάμερες τεχνητής νοημοσύνης (AI) που γέμισαν ξαφνικά την Αθήνα. Αντί να λύσουν προβλήματα, προκάλεσαν οργή λόγω των συχνών λανθασμένων καταγραφών και της εισπρακτικής τους νοοτροπίας.
Το μάθημα της Ιταλίας και η διεθνής αντίδραση
Η τακτική «γεμίζουμε τον τόπο με κάμερες και χαμηλώνουμε τα όρια» δεν είναι ελληνική πατέντα, ούτε έμεινε χωρίς αντιδράσεις διεθνώς. Στη Γαλλία και τη Βρετανία, οι πολίτες αντέδρασαν σθεναρά απέναντι στην αλόγιστη εξάπλωση των ραντάρ, θεωρώντας τα εισπρακτικά μέτρα και όχι εργαλεία πρόληψης.
Χαρακτηριστικότερο όλων είναι το παράδειγμα της Ιταλίας. Η γειτονική χώρα γέμισε τους δρόμους της με χιλιάδες κάμερες (Autovelox), φτάνοντας στο σημείο να διαθέτει το μεγαλύτερο δίκτυο στην Ευρώπη. Η αντίδραση των Ιταλών πολιτών και των τοπικών αρχών ήταν τόσο σφοδρή —με κύματα δυσφορίας αλλά και σαμποτάζ— που ανάγκασε την κυβέρνηση να αναδιπλωθεί. Πλέον, αυστηροποιήθηκε το πλαίσιο: Εκατοντάδες κάμερες ξηλώθηκαν ή απενεργοποιήθηκαν, και επιτράπηκε η παραμονή τους μόνο σε αποδεδειγμένα επικίνδυνα σημεία («μαύρα σημεία») του οδικού δικτύου.
Γιατί οι κάμερες δεν είναι (η μόνη) λύση
Αν τα όρια ταχύτητας πριν ήταν ανύπαρκτα ή ελάχιστα, τώρα που υποτίθεται ότι αποκτάμε «σύστημα», γίνονται όλα πρόχειρα. Η τακτική θυμίζει το γνωστό: Σάλιωσε το δάχτυλο, σήκωσέ το στον αέρα κι όπου φυσάει ο άνεμος κάρφωσε ένα 50άρι για να είμαστε καλυμμένοι. Θες να πηγαίνουν αργά; Βάζεις ένα 30άρι σε μια ευθεία 100 μέτρων χωρίς διάβαση, απλά επειδή ένα τετράγωνο πιο κάτω υπάρχει παιδική χαρά.
Προφανώς, όλα αυτά δεν αποτελούν άλλοθι για την ατομική μας ευθύνη, ούτε αμφισβητούν τη σκληρή πραγματικότητα των στατιστικών: Η υπερβολική ταχύτητα σκοτώνει και η παρουσία αυστηρών ελέγχων είναι απαραίτητη, αφού στα 30 χλμ/ώρα ένας πεζός έχει 90% πιθανότητες επιβίωσης σε παράσυρση, ενώ στα 50 χλμ/ώρα οι πιθανότητες εκμηδενίζονται. Ωστόσο, η αλλαγή της επιθετικής νοοτροπίας μας στο τιμόνι δεν θα έρθει με εισπρακτικές παγίδες και παράλογες ταμπέλες. Για να απαιτήσει η Πολιτεία από τον πολίτη να σεβαστεί απόλυτα τον νόμο, πρέπει πρώτα ο ίδιος ο νόμος —και η εφαρμογή του— να εκπέμπει σοβαρότητα, λογική και σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή.
Η οδική ασφάλεια δεν επιτυγχάνεται επειδή το κόστος μιας μεταλλικής πινακίδας είναι μηδαμινό. Απαιτούνται μελέτες: Πόσα αυτοκίνητα περνούν, με τι ταχύτητες, ποιες ώρες. Απαιτείται αλλαγή του οδοστρώματος, σωστή διαμόρφωση των δρόμων και ασφαλείς διαβάσεις για τους πεζούς. Όσο ο οδηγός αντιλαμβάνεται ότι τα όρια είναι προϊόν προχειροδουλειάς, θα συνεχίσει να τα αγνοεί. Και όχι, οι κάμερες από μόνες τους δεν πρόκειται να δώσουν τη λύση.