Ήταν Φεβρουάριος του 1969, όταν η χώρα θα γνώριζε δύο από τους πιο στυγερούς δολοφόνους που έχουν περάσει ποτέ από την Ελλάδα. Για δεκαετίες, η Ελλάδα βρισκόταν εκτός του χάρτη των μαζικών εγκλημάτων που συγκλόνιζαν άλλες χώρες. Η έννοια του κατά συρροή δολοφόνου έμοιαζε ξένη, σχεδόν αδιανόητη.
Αυτό όμως άλλαξε απότομα στα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν δύο Γερμανοί τουρίστες κατάφεραν σε μόλις 40 μέρες να αιματοκυλίσουν τη χώρα γράφοντας ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της ελληνικής εγκληματολογικής ιστορίας. Ο Χέρμαν Ντουφτ και ο Χανς Μπασενάουερ δεν σκότωναν παρορμητικά. Κινούνταν με σχέδιο, ψυχρότητα και απόλυτη απουσία συναισθήματος, αφήνοντας πίσω τους νεκρούς, τρόμο και αναπάντητα ερωτήματα.
Μια Mercedes γεμάτη όπλα και ένα ψεύτικο άλλοθι
Στις 17 Φεβρουαρίου του 1969, οι δύο Γερμανοί περνούν τα ελληνικά σύνορα με μια λαδί Mercedes γεμάτη όπλα. Δηλώνουν τουρίστες. Στην πραγματικότητα, κουβαλούν μαζί τους ένα βεβαρημένο εγκληματικό παρελθόν.
Ο Χέρμαν Ντουφτ, 32 ετών, άγαμος και δηλωμένος υδραυλικός, είχε υπηρετήσει για δύο χρόνια στη Λεγεώνα των Ξένων στον πόλεμο της Αλγερίας. Το όνομά του είχε συνδεθεί με παράνομες πράξεις σε πόλεις της Γερμανίας, στη Μασσαλία και στη Νάπολη.
Ο συνομήλικός του Χανς Μπασενάουερ, επίσης υδραυλικός, παντρεμένος και πατέρας τριών παιδιών, είχε περάσει από αναμορφωτήριο και διατηρούσε σχέσεις με το ναζιστικό κίνημα. Εκείνος, όπως αποδείχθηκε αργότερα, ήταν ο «εγκέφαλος». Ο Ντουφτ το εκτελεστικό όργανο. Μαζί είχαν επιτεθεί ακόμη και σε στρατιωτική βάση στη Γερμανία, αποσπώντας οπλισμό.
Όταν οι γερμανικές αρχές άρχισαν να τους πλησιάζουν επικίνδυνα, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τη χώρα. Μέσω Έλληνα μετανάστη συνδέθηκαν με την οικογένεια Μεντέ και εμφανίστηκαν στην Ελλάδα ως εύποροι επιχειρηματίες.
Το πρώτο αίμα στην εθνική οδό
Στις 6 Μαρτίου ξεκινά η δολοφονική τους διαδρομή. Κλέβουν αυτοκίνητο από το αεροδρόμιο στο Ελληνικό και κινούνται προς Θήβα. Αργά τη νύχτα σταματούν σε βενζινάδικο.
Ο 35χρονος ιδιοκτήτης Νίκος Κανάρης τους εξυπηρετεί, ενώ στο σημείο βρίσκεται και ο 22χρονος στρατιώτης Κωνσταντίνος Κούλης, που αναζητά μεταφορά για το στρατόπεδο. Αφού τελειώσει ο ανεφοδιασμός, οι δύο Γερανοί με καραμπίνα στα χέρια, οδηγούν τον Κανάρη και τον Κούλη μέσα στο κατάστημα και απαιτούν τα χρήματα του ταμείου.
Παρά τη συμμόρφωση, τους εκτελούν και τους δύο. Καθώς επιχειρούν να διαφύγουν, εμφανίζεται ο 34χρονος υπάλληλος Αναστάσιος Γκιζίνος. Τον πυροβολούν πισώπλατα και ο Ντουφτ τον μαχαιρώνει για να βεβαιωθεί ότι είναι νεκρός. Εκείνος όμως τελικά επιζεί.
Ο Γκιζίνος επιβιώνει και γίνεται ο μοναδικός άνθρωπος που γλιτώνει από τους δύο δολοφόνους. Εφόσον ήταν ο μόνος που τους είχε δει, δίνει σημαντικές πληροφορίες στη Χωροφυλακή, λέγοντας ότι επρόκειτο για ξένους άνδρες που εμφανίστηκαν στον τόπο του εγκλήματος φορώντας στολές παραλλαγής.
Η παγίδα στη βίλα της Βούλας
Στις 13 Μαρτίου του 1969 έρχεται η σειρά του δεύτερου στυγερού εγκλήματος. Οι Ντουφτ και Μπασενάουερ στοχοποιούν τον 50χρονο επιχειρηματία Παντελή Αθηναίο που διέμενε σε μία βίλα στη Βούλα. Παρακολουθούν τη βίλα του και εισβάλλουν όταν εκείνος λείπει για να τον ληστέψουν. Ωστόσο, δεν βρίσκουν χρήματα και αποφασίζουν να περιμένουν τον χρηματιστή.
Όταν επιστρέφει και συναντά τους δύο δράστες, εκείνοι τον οδηγούν στο μπάνιο και τον σκοτώνουν με χτύπημα στο κεφάλι χρησιμοποιώντας μεγάλο ξύλο. Παίρνουν τα χρήματα που είχε πάνω του, ένα δαχτυλίδι και τα κλειδιά του αυτοκινήτου του και φεύγουν.
Πολυτελής ζωή και νέα θύματα
Χωρίς εμφανή σύνδεση μεταξύ των εγκλημάτων, οι δράστες «παγώνουν» προσωρινά τη δράση τους μέχρι να ηρεμήσουν οι έρευνες της Αστυνομίας. Με τα χρήματα της ληστείας, νοικιάζουν διαμέρισμα στο Κολωνάκι και ζουν πολυτελώς.
Στις 7 Απριλίου, Μεγάλη Δευτέρα, αφήνουν το αυτοκίνητό τους κοντά στην περιοχή του Χίλτον και μπαίνουν σε ταξί. Ο οδηγός, ο 34χρονος Ιωάννης Φραγκιαδάκης, τους μεταφέρει σε ένα ερημικό μέρος στο Καβούρι. Εκεί τον βγάζουν έξω από το αυτοκίνητο και τον μαχαιρώνουν πισώπλατα. Στη συνέχεια, κρύβουν το πτώμα σε κάποιους θάμνους και φεύγουν με το ταξί παίρνοντας τα μερικά χρήματα που είχε πάνω του ο 34χρονος.
Η σφαγή στη Μαλακάσα
Το επόμενο χτύπημα ήρθε ξανά σε βενζινάδικο στις 9 Απριλίου του 1969, στη Μαλακάσα. Εκεί εντόπισαν τον 42χρονο Ιωάννη Τσουτσάνη και αφού άδειασαν το ταμείο, τον ανάγκασαν να τους ακολουθήσει σε ένα κοντινό δασάκι, όπου τον δολοφόνησαν με 14 μαχαιριές, με τρόπο που μαρτυρούσε ιδιαίτερη αγριότητα και απόλυτη απουσία οίκτου.
Δύο ημέρες αργότερα, στις 11 Απριλίου του 1969, με την Αστυνομία να έχει ήδη εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό, οι δύο Γερμανοί παίρνουν τον δρόμο προς την Πάτρα. Κατά τη διαδρομή εμπλέκονται σε ατύχημα, με αποτέλεσμα να σπάσει το μπροστινό φανάρι του αυτοκινήτου τους, γεγονός που τους αναγκάζει να επιστρέψουν. Λίγο πριν τον Ισθμό, τους προσπερνά μια BMW και ζητούν βοήθεια από τον οδηγό της.
Ο οδηγός ήταν ο 40χρονος Γιώργος Παπαγεωργίου, ο οποίος είχε έρθει από τη Γερμανία για να επισκεφθεί την οικογένειά του ενόψει των ημερών του Πάσχα. Ανταποκρίνεται στο αίτημά τους, όμως στο ύψος της Κακιάς Σκάλας οι δύο Γερμανοί τον εκτελούν με δύο πυροβολισμούς στον αυχένα. Του αφαιρούν τα λίγα χρήματα που είχε πάνω του και, οδηγώντας και τα δύο αυτοκίνητα, επιστρέφουν στην Αθήνα.
Το λάθος που τους πρόδωσε
Ωστόσο, εκεί διαπράττουν ένα μοιραίο λάθος. Το ίδιο βράδυ παρκάρουν τη Mercedes σε ένα απομονωμένο δρομάκι στο Χαϊδάρι. Στη συνέχεια κατευθύνονται ξανά προς την Πάτρα, μεταφέροντας το πτώμα του Παπαγεωργίου, το οποίο σκεπάζουν πρόχειρα στην άκρη του δρόμου πριν πάρουν τον δρόμο της επιστροφής. Δεν υπολόγισαν όμως μια απρόσμενη εξέλιξη.
Ο εκτελωνιστής Παναγιώτης Ταμπουράκης, επιστρέφοντας από επίσκεψη στη μητέρα του, Μαρία Ταμπουράκη, πρόσεξε τη σταθμευμένη Mercedes. Οι εμφανείς κηλίδες αίματος στο όχημα του προκάλεσαν έντονη ανησυχία και τον οδήγησαν να ειδοποιήσει αμέσως την αστυνομία.
Οι αστυνομικές αρχές έστησαν ενέδρα και στις 16 Απριλίου κατάφεραν να συλλάβουν αρχικά τον Χέρμαν Ντουφτ και λίγο αργότερα τον Χανς Μπασενάουερ. Οι ανακριτές έμειναν άναυδοι από την απάθεια και τον κυνισμό με τον οποίο περιέγραφαν τις πράξεις τους, ενώ από τις καταθέσεις τους προέκυψε ότι υπήρχαν και άλλα άτομα που είχαν γλιτώσει στο παρά πέντε από τη δράση τους. Παράλληλα αποκαλύφθηκε ότι σχεδίαζαν να χτυπήσουν ένα μεγάλο κοσμηματοπωλείο τη νύχτα της Ανάστασης και στη συνέχεια να εγκαταλείψουν την Ελλάδα.
Το τέλος του φονικού διδύμου
Ο τρόπος δράσης τους ήταν ιδιαίτερα ύπουλος: πλησίαζαν τα θύματά τους με ευγένεια, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη τους. Το γεγονός ότι ήταν αλλοδαποί τους διευκόλυνε ακόμη περισσότερο, καθώς δεν υπήρχε καταγεγραμμένο μητρώο τους στις ελληνικές αρχές.
Η δίκη ξεκίνησε στις 21 Ιουλίου του 1969 και διήρκεσε τρεις ημέρες. Οι δύο κατηγορούμενοι επιχείρησαν να εμφανιστούν μεταμελημένοι, ελπίζοντας ότι θα αποφύγουν την εσχάτη των ποινών. Το δικαστήριο όμως δεν πείστηκε. Καταδικάστηκαν πέντε φορές σε θάνατο, χωρίς ελαφρυντικά. Οι αιτήσεις αναίρεσης στον Άρειο Πάγο και χάριτος προς το Συμβούλιο Χαρίτων απορρίφθηκαν.
Η υπόθεση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη Γερμανία και εξελίχθηκε σε διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ των δύο χωρών. Η χούντα στην Ελλάδα, επιδιώκοντας να προβάλει εικόνα τάξης και ασφάλειας, δεν υποχώρησε στις πιέσεις. Στις 15 Δεκεμβρίου του 1969, ο Χέρμαν Ντουφτ εκτελέστηκε στην Κέρκυρα και ο Χανς Μπασενάουερ στην Αίγινα. Ήταν οι πρώτοι αλλά και οι τελευταίοι αλλοδαποί που στάθηκαν ποτέ μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα στην Ελλάδα.