• Facebook
  • Instagram
  • TikTok
  • Youtube
  • Ροή Ειδήσεων
  • Ελλάδα
  • Πολιτική
  • Οικονομία
  • Επιχειρήσεις
  • Κόσμος
  • Σπορ
  • Showbiz
  • Weekend
  • ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΤΩΡΑ

    • Ελληνοτουρκικά
    • Γιάννης Παναγόπουλος
    • Τσικνοπέμπτη
    • Αφιερώματα
    • Σας είναι χρήσιμα
  • ΕΙΔΗΣΕΙΣ

    • Τελευταίες ειδήσεις
    • Πολιτική
    • Ελλάδα
    • Γνώμες
    • Ανιχνευτής
    • Οικονομία
    • Επιχειρήσεις
    • Κόσμος
    • Σπορ
    • Τεχνολογία
    • Flash Forward
    • Showbiz
    • Περιβάλλον
    • Auto & Moto
  • ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

    • Καιρός Καιρός
    • Κίνηση Κίνηση
    • Πρωτοσέλιδα Πρωτοσέλιδα
    • Videos Videos
    • Ζώδια Ζώδια
  • Facebook
  • Instagram
  • TikTok
  • Youtube
Caption

Η υπόθεση του Δράκου του Σέιχ Σου και μια εκτέλεση που δίχασε την Ελλάδα

Μαρία Κατρινάκη avatar
Μαρία Κατρινάκη
22.02.2026 09:30
  • Facebook

Για περισσότερες από έξι δεκαετίες η υπόθεση του «Δράκου του Σέιχ Σου» παραμένει μία από τις πιο σκοτεινές και αμφιλεγόμενες σελίδες της ελληνικής εγκληματολογικής ιστορίας. Το όνομα Αριστείδης Παγκρατίδης συνδέθηκε με τρόμο, φόβο και φημολογία όταν η Θεσσαλονίκη στα τέλη της δεκαετίας του ’50 βρέθηκε αντιμέτωπη με μια σειρά βίαιων επιθέσεων σε δάση, μοναχικές τοποθεσίες και ζευγάρια που απολάμβαναν την ηρεμία του δάσους του Σέιχ Σου.

Η περίπλοκη αυτή υπόθεση, γεμάτη αντιφάσεις, κατασκευασμένα στοιχεία και δικαστικές αμφιβολίες, συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης μέχρι σήμερα.

Χρόνια μετά τα εγκλήματα, η υπόθεση επανήλθε στο προσκήνιο με νομικούς και ερευνητές να επισημαίνουν αντιφάσεις σε μαρτυρίες, προβληματισμούς και ελλείψεις σε αποδεικτικά στοιχεία, κενά που με τα σημερινά εγκληματολογικά εργαλεία θα ήταν καθοριστικά. Οι δεύτερες αυτές σκέψεις και εξετάσεις της υπόθεσης έκανε αμφίβολη τη βεβαιότητα της αρχικής καταδίκης.

Οι πρώτες επιθέσεις και ο τρόμος στη Θεσσαλονίκη

Ήταν Μάρτιος του 1957, όταν μια καθηγήτρια του Αμερικανικού Κολεγίου Θεσσαλονίκης κάνει περίπατο στο περιαστικό δάσος του Σέιχ Σου, όταν ξαφνικά δέχεται επίθεση από έναν άγνωστο άνδρα. Νεαρός, σωματώδης, με βίαιες προθέσεις, επιχειρεί να τη βιάσει. Η γυναίκα καταφέρνει την τελευταία στιγμή να ξεφύγει. Το περιστατικό καταγράφεται, όμως αντιμετωπίζεται ως ένα μεμονωμένο συμβάν. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τι θα ακολουθήσει.

Τον Φεβρουάριο του 1958 η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ίδια περιοχή, ίδιο σκηνικό. Ένας νεαρός άνδρας επιτίθεται σε γυναίκα, αυτή τη φορά κρατώντας πέτρα. Η επίθεση διακόπτεται τυχαία, όταν από το σημείο περνά αυτοκίνητο και ο οδηγός σταματά για να δει τι συμβαίνει. Ο δράστης τρέπεται σε φυγή. Και πάλι, η υπόθεση δεν προκαλεί συναγερμό. Θεωρείται ένα ακόμη «μεμονωμένο» περιστατικό.

Το φθινόπωρο του 1958 τα χτυπήματα πληθαίνουν. Τον Οκτώβριο, σύζυγος στρατιωτικού και ο οδηγός-εραστής της δέχονται επίθεση στο ίδιο δάσος. Τον Νοέμβριο σημειώνεται νέα επίθεση σε ζευγάρι. Τότε, για πρώτη φορά, ο διοικητής Αστυνομίας Θεσσαλονίκης, Νίκος Μουσχουντής, συνδέει τα περιστατικά. Η ομοιότητα στον τρόπο δράσης είναι εμφανής. Δίνει εντολή για εντατικοποίηση των περιπολιών στο Σέιχ Σου. Η πόλη αρχίζει να ψιθυρίζει για έναν άγνωστο επιτιθέμενο που καραδοκεί στο σκοτάδι.

Φεβρουάριος 1959. Ο 35χρονος λεβητοποιός Αθανάσιος Παναγιώτου και η φίλη του Ελεωνόρα Βλάχου δέχονται άγρια επίθεση. Ο δράστης τους χτυπά επανειλημμένα στο κεφάλι με μυτερή πέτρα, με πρόθεση να τους σκοτώσει. Στη συνέχεια βιάζει την κοπέλα και φεύγει, θεωρώντας πως και οι δύο είναι νεκροί. Ωστόσο, το ζευγάρι επιζεί. Το έντονο κρύο της νύχτας φαίνεται πως περιορίζει την αιμορραγία και τους κρατά στη ζωή μέχρι να βρεθούν. Όταν συνέρχονται, οι αστυνομικοί επιχειρούν να αποσπάσουν στοιχεία για τον δράστη. Όμως κανείς από τους δύο δεν θυμάται λεπτομέρειες που να μπορούν να οδηγήσουν στη σύλληψή του.

Στις 6 Μαρτίου 1959 η υπόθεση παίρνει ακόμη πιο σκοτεινή τροπή. Ο ίλαρχος Κώστας Ραΐσης, 33 ετών, και η 23χρονη Ευδοξία Παληογιάννη εντοπίζονται νεκροί στην περιοχή της Μίκρας. Ο ιατροδικαστής διαπιστώνει ότι το φονικό όπλο ήταν, ξανά, μια μυτερή πέτρα. Η νεαρή γυναίκα έχει βιαστεί με πρωτοφανή αγριότητα. Το αυτοκίνητο του ζευγαριού βρίσκεται περίπου 60 μέτρα μακριά. Στο εσωτερικό του εντοπίζεται αίμα τριών ατόμων: του ίλαρχου, της Ευδοξίας και ενός τρίτου, άγνωστου. Οι Αρχές εκτιμούν ότι πρόκειται για τον δράστη που τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια της επίθεσης.

Στις 3 Απριλίου 1959, λίγες εβδομάδες αργότερα, ο φόβος μεταφέρεται από το δάσος στην καρδιά της πόλης. Ένας άνδρας, περίπου 25 ετών, εισβάλλει στον περίβολο του Δημοτικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης και δολοφονεί με πέτρα την 25χρονη νοσηλεύτρια Μελπομένη Πατρικίου. Στα χέρια του θύματος εντοπίζονται τρίχες του δράστη. Αυτή τη φορά δεν σημειώνεται βιασμός. Φεύγοντας, ο δράστης συναντά τη συγκάτοικο της άτυχης νοσηλεύτριας, Φανή Τσαμπάζη. Επιχειρεί να της επιτεθεί, όμως οι φωνές της τον αναγκάζουν να τραπεί σε φυγή.

Η Τσαμπάζη γίνεται η πρώτη αυτόπτης μάρτυρας που περιγράφει τον ύποπτο: μελαχρινός, ύψους περίπου 1,70-1,72, με στρογγυλό πρόσωπο, πλούσια μαλλιά, μεγάλες πλάτες και δυνατά χέρια. Η περιγραφή αυτή κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα, ενισχύοντας τον πανικό.

Πλέον δεν υπάρχει αμφιβολία. Στο Σέιχ Σου δρα ένας εξαιρετικά επικίνδυνος κακοποιός. Οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης ζουν σε καθεστώς τρόμου. Ζευγάρια αποφεύγουν το δάσος, οικογένειες κλειδώνονται νωρίς στα σπίτια τους. Οι εφημερίδες βαφτίζουν τον άγνωστο δράστη «Δράκο του Σέιχ Σου». Η αστυνομία προχωρά σε επικήρυξη ύψους 100.000 δραχμών, ποσό τεράστιο για την εποχή.

Ο μύθος του «Δράκου» έχει πλέον γεννηθεί. Και η πόλη περιμένει την αποκάλυψη της ταυτότητάς του.

Η σύλληψη και οι κατηγορίες

Ξημερώματα 7 Δεκεμβρίου 1963. Ένας άνδρας σε κατάσταση μέθης σκαρφαλώνει τη μάντρα του ορφανοτροφείου «Μέγας Αλέξανδρος» στη Θεσσαλονίκη. Καταφέρνει να μπει στο εσωτερικό του ιδρύματος και ξαπλώνει δίπλα σε ένα 12χρονο κορίτσι. Λίγο αργότερα αποκοιμιέται. Η μικρή ξυπνά, αντιλαμβάνεται την παρουσία του και αρχίζει να ουρλιάζει τρομοκρατημένη. Εκείνος επιχειρεί να τη θωπεύσει, όμως μπροστά στις φωνές της υποχωρεί: «Μη φωνάζεις, φεύγω», φέρεται να της λέει πριν τραπεί σε φυγή. Μέσα σε λίγες ώρες η αστυνομία εντοπίζει και συλλαμβάνει στο σπίτι του τον Αριστείδη Παγκρατίδη.

Για τις Αρχές, η σύλληψη αυτή μοιάζει με ευκαιρία. Παρά το γεγονός ότι ο Παγκρατίδης δεν ταίριαζε με τις περιγραφές του «Δράκου του Σέιχ Σου», δεν ήταν 25 ετών, ούτε σωματώδης όπως είχαν καταθέσει μάρτυρες, έπειτα από πολυήμερες ανακρίσεις ομολογεί ότι είναι ο άνθρωπος που αναζητούσαν. Η Θεσσαλονίκη έχει πλέον «δράστη».

Λίγες ημέρες αργότερα, μέσω των συνηγόρων του, ο Παγκρατίδης ανακαλεί. Υποστηρίζει ότι η ομολογία του αποσπάστηκε έπειτα από εξαντλητική πίεση. «Δεν άντεχα άλλο. Ήμουν μέρες νηστικός και χωρίς νερό», φέρεται να είπε. Οι ανακρίσεις έγιναν από αστυνομικούς που τα επόμενα χρόνια, επί δικτατορίας, θα συνδέονταν με σκληρές μεθόδους. Όμως η ζημιά είχε ήδη γίνει: το όνομά του είχε ταυτιστεί με τον «Δράκο».

Τον Οκτώβριο του 1964 καταδικάζεται σε εννέα χρόνια κάθειρξη για την υπόθεση της απόπειρας εις βάρος της 12χρονης, με επιπλέον στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων και χρηματική αποζημίωση. Ωστόσο, το μεγάλο βάρος πέφτει στη δίκη για τα εγκλήματα του Σέιχ Σου.

Τα αβέβαια στοιχεία

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, στο εδώλιο δεν κάθεται μόνο ένας κατηγορούμενος, αλλά και η ίδια η εικόνα του. Μάρτυρες περιγράφουν έναν νεαρό που από μικρή ηλικία ζούσε στα όρια της απόλυτης φτώχειας. Ένα παιδί που μεγάλωσε χωρίς στήριξη, επιβιώνοντας όπως μπορούσε. Άνδρες με τους οποίους είχε συνευρεθεί ερωτικά, έναντι αμοιβής, καταθέτουν πως δεν τον θεωρούν ικανό για τέτοια εγκλήματα. «Δεν θα πείραζε ούτε μυρμήγκι», λένε.

Την περίοδο των φόνων ο Παγκρατίδης ήταν μόλις 17 ετών. Μικροκαμωμένος, με αδύνατη σωματική διάπλαση. Οι περιγραφές των επιζώντων μιλούσαν για σωματώδη άνδρα, πιθανόν άνω των 25 ετών. Η απόσταση ανάμεσα στα στοιχεία και στην εικόνα του κατηγορούμενου είναι εμφανής.

Επιπλέον, κατά την απολογία του δείχνει να αγνοεί κρίσιμες λεπτομέρειες των εγκλημάτων. Δεν γνωρίζει ακριβώς τα σημεία όπου εντοπίστηκαν τα θύματα, ούτε συγκεκριμένα στοιχεία που είχαν δημοσιοποιηθεί. Όπως προκύπτει από καταθέσεις, οι ανακριτές του υπεδείκνυαν πληροφορίες και εκείνος τις αποδεχόταν.

Στη διάρκεια της δίκης, αρκετοί θεωρούν ότι η εικόνα του «ψυχρού δολοφόνου» δεν ταιριάζει στον κατηγορούμενο. Ακόμη και ο ιατροδικαστής Καψάσκης, ο οποίος είχε διαδραματίσει ρόλο και σε άλλες πολύκροτες υποθέσεις της εποχής, εμφανίζεται επιφυλακτικός ως προς τη σύνδεσή του με τα εγκλήματα. Η κατάθεσή του διακόπτεται, γεγονός που προκαλεί συζητήσεις.

Υπάρχουν όμως και τα λεγόμενα «αντικειμενικά» στοιχεία. Η μοναδική αυτόπτης μάρτυρας που είχε δει πρόσωπο με πρόσωπο τον δράστη, η Φανή Τσαμπάζη, δηλώνει στο δικαστήριο ότι δεν αναγνωρίζει τον Παγκρατίδη ως τον άνδρα που της επιτέθηκε. Στη διπλή δολοφονία στη Μίκρα είχε εντοπιστεί αίμα τρίτου προσώπου στο αυτοκίνητο των θυμάτων. Οι εξετάσεις της εποχής το ταυτοποιούν με τον Παγκρατίδη, όμως η αξιοπιστία των μεθόδων εκείνης της περιόδου αμφισβητείται έντονα τις επόμενες δεκαετίες.

Παράλληλα, το αυτοκίνητο του ζευγαριού είχε μετακινηθεί αρκετά μέτρα από το σημείο της δολοφονίας. Ο Παγκρατίδης, σύμφωνα με όσα προέκυψαν, δεν γνώριζε να οδηγεί.

Η καταδίκη

Η δεύτερη δίκη άρχισε στις 11 Φεβρουαρίου του 1966 ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παρά τις ελλείψεις και τις αμφιβολίες στην υπόθεση, το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για όλες τις κατηγορίες και τον καταδίκασε τετράκις εις θάνατον ως επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια.

Η υπεράσπιση επιχείρησε να ακυρώσει την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι η δίκη δεν ήταν δίκαιη, ότι οι ανακρίσεις ήταν προβληματικές και ότι η ίδια η ομολογία του Παγκρατίδη ήταν προϊόν σωματικής και ψυχολογικής πίεσης από τις αρχές.

Ωστόσο, η έφεση απορρίφθηκε και η καταδίκη επικυρώθηκε. Για πολλούς, η δίκη υπήρξε ενδεικτική μιας εποχής όπου η κοινωνική πίεση, ο πανικός και οι ελλιπείς διαδικασίες δικαιοσύνης συνδύασαν την εικόνα ενός ανθρώπου με μια σειρά από ανεξιχνίαστα εγκλήματα.

Κατά την αγόρευσή του, ο εισαγγελέας τάχθηκε υπέρ της ενοχής του Παγκρατίδη, ωστόσο δεν ζήτησε την επιβολή θανατικής ποινής, αλλά ισόβια κάθειρξη. Παράλληλα, υποστήριξε ότι το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν ήταν αρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση και πρότεινε την παραπομπή της στο Κακουργιοδικείο.

Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα. Όπως απέρριψε και τις ενστάσεις της υπεράσπισης. Οι συνήγοροι του Παγκρατίδη κατέθεσαν διαδοχικά αιτήματα και ενστάσεις – περισσότερα από δέκα συνολικά – τα οποία απορρίφθηκαν το ένα μετά το άλλο. Σύμφωνα με όσα καταγγέλθηκαν, ο πρόεδρος της έδρας διέκοπτε συστηματικά τις τοποθετήσεις τους, γεγονός που οδήγησε τελικά τους συνηγόρους σε παραίτηση.

Στο κλίμα που είχε διαμορφωθεί, πολλοί εκτιμούσαν πως δεν αρκούσε μια απλή καταδίκη. Η κοινωνία απαιτούσε οριστικό τέλος. Για ορισμένους, η θανατική καταδίκη έμοιαζε προδιαγεγραμμένη, ώστε να κλείσει αμετάκλητα ο φάκελος της υπόθεσης και να σβήσει κάθε σκιά γύρω από τον «Δράκο του Σέιχ Σου».

«Μανούλα μου, είμαι αθώος»

Την 16η Φεβρουαρίου 1968, ο Αριστείδης Παγκρατίδης οδηγήθηκε στο δάσος του Σέιχ Σου, κοντά στον τόπο όπου είχαν καταγραφεί τα εγκλήματα, και εκτελέστηκε από απόσπασμα της Χωροφυλακής.

Ο Αρίστος, όπως τον έλεγαν οι φίλοι του, μετά από δυο χρόνια στις φυλακές του Γεντί Κουλέ, οδηγήθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Μέχρι την τελευταία του στιγμή επέμενε στην αθωότητά του. «Μανούλα μου γλυκιά είμαι αθώος, αθώος, αθώος…». Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια. Η μητέρα του Παγκρατίδη, όμως, δεν είχε ειδοποιηθεί. Της μετέφερε τα νέα ο δημοσιογράφος Κώστας Τσαρούχας ο οποίος ποτέ δε σταμάτησε να ερευνά την υπόθεση.

Η υπόθεση του Αριστείδη Παγκρατίδη έχει επνεύσει διάφορα έργα. Το πιο γνωστό είναι «Ο γύρος του θανάτου», το μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη (εκδόσεις Άγρα), εμπνευσμένο από τη ζωή και τις δοκιμασίες του Παγκρατίδη, το οποίο έχει βραβευθεί και έχει μεταφερθεί και στο θέατρο.

Ενώ, οι στίχοι του γνωστού τραγουδιού «Αλάνα» των Γιάννη Σπανού και Λευτέρη Παπαδόπουλου, δεν γράφτηκαν, όπως ίσως θα νόμιζε κανείς, για κάποιον εκτελεσμένο πολιτικό κρατούμενο των εμφυλιακών χρόνων, αλλά για τον υποτιθέμενο «Δράκο του Σέιχ Σου», Αριστείδη Παγκρατίδη.

«Σ’ έστησαν σε μια γωνιά κι ήσουνα νέο παλικάρι
Σ’ έστησαν σε μια γωνιά κι ήτανε τέσσερις φαντάροι,
σ’ έστησαν σε μια γωνιά και σημαδεύαν την καρδιά σου
Σ’ έστησαν σε μια γωνιά κι ήταν πρωί και παγωνιά
Σε καρτερούσε η ζωή και μια παραδουλεύτρα μάνα
κι έγινες κείνο το πρωί κόκκινο κρίνο στην αλάνα»

Διάβασε σχετικά

  • Η υπόθεση της «φαρμακούλας» που δηλητηρίασε 7 ανθρώπους για λόγους προξενιού
  • Η υπόθεση των Γερμανών serial killers που αιματοκύλησαν την Ελλάδα σε 40 μέρες

Διάβασε περισσότερα

ΕΛΛΑΔΑ
Έγκλημα Δολοφονίες Σέιχ Σου Θεσσαλονίκη Weekend

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

  • Facebook
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΤΟ FLASH.GR ΣΤΟ GOOGLE NEWS!
ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΣΤΟ FLASH.GR
Loader

Για να μην μένεις στο σκοτάδι... ακολούθησε το Flash.gr

  • Facebook
  • Instagram
  • TikTok
  • Youtube

Flash Logo
  • ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ
  • ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
  • ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Αρχές Δημοσιογραφίας & Δεοντολογίας
MIT Λογότυπο Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232472
ΜΕΛΟΣ ΕΝΩΣΗ ΕΚΔΟΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ

Copyright © Flash.gr 2026

Designed by ANDKO DIGITAL DARKPONY PRODUCTION