Η ιστορία του serial killer των Κυθήρων που έναν αιώνα πριν θέρισε ένα ολόκληρο χωριό
Το μακελειό που συγκλόνισε ένα νησί, άφησε 15 νεκρούς και γέννησε τον πρώτο καταγεγραμμένο μαζικό δολοφόνο της Ελλάδας.
Ήταν Αύγουστος του 1909 όταν τα Κύθηρα βυθίστηκαν σε έναν από τους πιο σκοτεινούς εφιάλτες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Ένα μακελειό που σημάδεψε ανεξίτηλα το νησί, άφησε πίσω του δεκαπέντε νεκρούς, γυναίκες, παιδιά, ακόμη και μια έγκυο, και χάρισε στην Ελλάδα τον πρώτο καταγεγραμμένο μαζικό δολοφόνο της: τον Αντώνη Αρώνη, γνωστό ως Λαγωνάρη ή «Καπετάν Δεκάξι».
Η σφαγή στις Καλοκαιρινές δεν ήταν απλώς ένα έγκλημα. Ήταν ένα γεγονός που μετατράπηκε σε θρύλο, τραγούδι, συλλογικό τραύμα και, περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, σε αντικείμενο τηλεοπτικής μυθοπλασίας μέσα από τη σειρά 17 Κλωστές.
Ποιος ήταν ο Αντώνης Λαγωνάρης
Ο Αντώνης Αρώνης Λαγωνάρης, γεννημένος το 1878, ζούσε στα Αρωνιάδικα, ένα από τα παλαιά και ωραιότερα χωριά των Κυθήρων. Ήταν τσαγκάρης, μερακλής μάστορας και οργανοπαίκτης, αγαπητός στα πανηγύρια και τις γιορτές του τόπου. Έφτιαχνε χειροποίητα στιβάνια και μέχρι ένα σημείο ζούσε μια ήσυχη, αξιοπρεπή ζωή μέσα σε μια κλειστή αλλά δεμένη κοινωνία.
Όλα κατέρρευσαν όταν μια γυναίκα από γειτονικό χωριό τού παρήγγειλε ένα ζευγάρι στιβάνια και, όταν ήρθε η ώρα της πληρωμής, αρνήθηκε να τον εξοφλήσει. Του ζήτησε να πάνε στο σπίτι της για να του δώσει τα χρήματα, όπου εκεί μάλιστα τον τράταρε, όμως εκεί εμφανίστηκε ο σύζυγός της, ο οποίος παρεξήγησε, ή προσποιήθηκε πως παρεξήγησε, την παρουσία του Λαγωνάρη και τον ξυλοκόπησε άγρια. Κάποιοι θα έλεγαν αργότερα πως η απροθυμία του συζύγου να πληρώσει την υψηλή τιμή για τα στιβάνια ήταν και το πραγματικό κίνητρο για την επίθεση.
Ο Λαγωνάρης έφυγε απλήρωτος και ταπεινωμένος. Το χειρότερο, όμως, ήρθε μετά: στο χωριό άρχισε να διαδίδεται πως παρενοχλούσε παντρεμένες γυναίκες. Η πελατεία του εξαφανίστηκε, η φήμη του καταστράφηκε και ο ίδιος αναγκάστηκε να φύγει από τα Κύθηρα.
Από την αδικία στην απόγνωση
Παρίας πλέον στο ούτως ή άλλως φτωχικό νησί, αποφάσισε να αναζητήσει την τύχη του στον Πειραιά. Εκεί βρήκε δουλειά στο τσαγκαράδικο ενός άλλου Τσιριγώτη από τα Πιτσινιάνικα. Γρήγορα ξεχώρισε για την τέχνη του. Αυτό, όμως, του δημιούργησε νέους εχθρούς. Συνάδελφοί του, κινούμενοι από φθόνο, του έστησαν παγίδα, ρίχνοντάς του κρυφά εργαλεία στο σακούλι, ώστε να κατηγορηθεί για υπεξαίρεση.
Η γυναίκα του αφεντικού του, έχοντας πιστέψει τις φήμες για τα όσα είχαν γίνει στα Κύθηρα, επέμεινε να τον καταγγείλουν. Ωστόσο, παρά την αρχική επιείκεια του αφεντικού, η υπόθεση κατέληξε στη φυλακή. Ο Λαγωνάρης καταδικάστηκε, αποφυλακίστηκε, βρήκε ξανά δουλειά και απολύθηκε. Τρεις φορές εξευτελισμένος, χωρίς να φταίει, κουβαλώντας πίκρα, οργή και, σύμφωνα με μαρτυρίες, εθισμένος πλέον στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά, πήρε την απόφαση να επιστρέψει στα Κύθηρα για να πάρει εκδίκηση για το αφεντικό που τον είχε κλείσει φυλακή.
Το μακελειό στις Καλοκαιρινές
Στις 23 Αυγούστου 1909, ο Αντώνης Λαγωνάρης ξεκίνησε οπλισμένος με ένα μαχαίρι, με προορισμό τα Πιτσινιάνικα, το χωριό του αφεντικού του στον Πειραιά και των ανθρώπων που θεωρούσε υπεύθυνους για την καταστροφή του.
Η δολοφονική του μανία ξεκίνησε εκείνη την ημέρα από την ίδια του την οικογένεια στα Αρωνιάδικα, καθώς επιτέθηκε με μαχαίρι στην αδελφή του, η οποία κατάφερε να ξεφύγει και στη μητέρα του, την οποία σκότωσε.
Αργότερα, ρωτώντας τον δρόμο για τα Πιτσινιάνικα, του είπαν πως πρόκειται για το χωριό με το «ψηλό καμπαναριό». Από λάθος ή από σύγχυση, κατέληξε στις Καλοκαιρινές.
Εκείνη την ημέρα επρόκειτο να τελεστεί βάφτιση στον Άγιο Σπυρίδωνα. Ο Λαγωνάρης χτύπησε τις καμπάνες και οι χωριανοί, νομίζοντας πως ήρθε η ώρα του μυστηρίου, άρχισαν να βγαίνουν από τα σπίτια τους. Τότε ξεκίνησε η σφαγή.
Στο στενό καλντερίμι του χωριού, ανάμεσα σε εξώστες και ταρατσάκια, άρχισε να χτυπά αδιακρίτως όποιον έβρισκε μπροστά του. Οι περισσότεροι άνδρες έλειπαν, καθώς βρίσκονταν στους Πανκυθηραϊκούς αγώνες δρόμου. Τα θύματα ήταν κυρίως γυναίκες και παιδιά.
Δεκαπέντε άνθρωποι έπεσαν νεκροί. Ανάμεσά τους, μια έγκυος γυναίκα και τα δύο ανήλικα παιδιά της.
Η σύλληψη και η καταδίκη
Ο ιερέας του χωριού, παπα-Κοσμάς Λεονταράκης, ήταν εκείνος που κατάλαβε πως δεν επρόκειτο για πειρατική επιδρομή, αλλά για άνθρωπο σε κατάσταση αμόκ. Πήρε το όπλο του και τον πυροβόλησε στην πλάτη, τραυματίζοντάς τον σοβαρά.
Ο Λαγωνάρης κατάφερε να διαφύγει και κρύφτηκε στην ταράτσα του σπιτιού του, όπου έμεινε σχεδόν ένα εικοσιτετράωρο. Μια γειτόνισσα πρόσεξε τα αίματα στην πλάτη του και ειδοποίησε την αστυνομία. Λίγο αργότερα συνελήφθη.
Με χειροπέδες μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο, όπου και δικάστηκε. Ο Λαγωνάρης καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και όχι εις θάνατον. Τότε, με ένα ορισμένο αριθμό θυμάτων ο δράστης προοριζόταν για δήμιος και φαίνεται ότι το Λαγωνάρη τον ήθελαν για αυτή τη δουλειά.
Ο «Καπετάν Δεκάξι» και το τέλος στη φυλακή
Στις φυλακές Ναυπλίου, ο Λαγωνάρης βρέθηκε αντιμέτωπος με το μένος των συγκρατουμένων του. Εκεί σκότωσε ακόμη έναν κρατούμενο, ανεβάζοντας τον αριθμό των θυμάτων του στα δεκαέξι και αποκτώντας το προσωνύμιο «Καπετάν Δεκάξι».
Το τελευταίο του θύμα ήταν Μανιάτης. Αυτό στάθηκε μοιραίο.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, οι Μανιάτες συγκρατούμενοι αποφάσισαν να τον εξοντώσουν. Μια ημέρα, ο κουρέας των φυλακών, βαλτός από εκείνους, αντί να τον ξυρίσει, του έκοψε τον λαιμό με το ξυράφι.
Έτσι έπεσε η αυλαία της πιο σκοτεινής ιστορίας των Κυθήρων.
Ένα έγκλημα που έγινε θρύλος
Το μακελειό του 1909 πέρασε στη λαϊκή μνήμη, στα τραγούδια και στις αφηγήσεις των γερόντων:
«Πάνω στις Καλοκαιρινές τη μέγα πολιτεία
ο Λαγωνάρης έκαμε μέγα ματοχυσία…
Πάνω στις Καλοκαιρινές αγνάντια στον Πονέντε
ο Λαγωνάρης έσφαξε άτομα δεκαπέντε.
Εάν δεν ήταν ο παπάς να του βαρεί ένα σμπάρο»
Η συγκλονιστική ιστορία ήρθε ξανά στην επικαιρότητα χάρη στον συγγραφέα Πάνο Δημάκη που την έκανε best seller μυθιστόρημα με τίτλο «17 κλωστές». Το βιβλίο που αγαπήθηκε ιδιαίτερα έγινε κατόπιν πολύ επιτυχημένο σίριαλ σε σκηνοθεσία του Σωτήρη Τσαφούλια, σε σενάριο των Μιρέλλα Παπαοικονόμου και Κάτια Κισσονέργη, με ομώνυμο τίτλο.
Με πληροφορίες από δημοσίευμα στην εφημερίδα «Κυθηραϊκά».