Η πλημμύρα του 1953 που άλλαξε για πάντα τη Βρετανία - Προάγγελος του τι μπορεί να φέρει το μέλλον
Στις 31 Ιανουαρίου 1953 η Βρετανία χτυπήθηκε από μία από τις χειρότερες φυσικές καταστροφές της ιστορίας της, με συνέπειες που ακόμη απασχολούν.
Καθώς η παγκόσμια θερμοκρασία αυξάνεται, οι αρκτικοί πάγοι υποχωρούν και η στάθμη των θαλασσών ανεβαίνει, το παρελθόν μας παρέχει μία σαφή εικόνα για το τί μας επιφυλάσσει το μέλλον. Σαν σήμερα, στις 31 Ιανουαρίου 1953, η Βρετανία και γειτονικές της χώρες βίωσαν μία από τις φονικότερες φυσικές καταστροφές του 20ού αιώνα: τη Μεγάλη Πλημμύρα της Βόρειας Θάλασσας.
Στα τέλη Ιανουαρίου του 1953, ένα εξαιρετικά βαθύ βαρομετρικό χαμηλό σχηματίστηκε πάνω από τη Σκανδιναβία. Οι θυελλώδεις βορειοδυτικοί άνεμοι έσπρωξαν τεράστιους όγκους θαλασσινού νερού προς τις ακτές της Ολλανδίας, του Βελγίου και της ανατολικής Αγγλίας. Η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά από τον συνδυασμό πολύ χαμηλής ατμοσφαιρικής πίεσης και ισχυρής εαρινής παλίρροιας, δημιουργώντας ένα φαινόμενο θαλάσσιας πλημμυρίδας (storm surge) χωρίς ιστορικά καταγεγραμμένο προηγούμενο.
Βιβλικές καταστροφές
Στη Βρετανία, το νερό υπερχείλισε τα ανεπαρκή αντιπλημμυρικά αναχώματα και εισέβαλε στην ενδοχώρα σε μήκος ακτογραμμής άνω των 1.600 χιλιομέτρων. Περισσότερα από 30.000 σπίτια πλημμύρισαν, ενώ περίπου 35.000 άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Τουλάχιστον 307 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στο Ηνωμένο Βασίλειο – με το νησί Κάνβεϊ (Canvey Island) στο Έσεξ να πληρώνει το βαρύτερο τίμημα, καθώς εκεί πνίγηκαν πάνω από 50 κάτοικοι.
Σε περιοχές όπως το Σκέγκνες και το ανατολικό Λονδίνο, τα νερά προχώρησαν χιλιόμετρα μέσα στη στεριά. Ηλικιωμένοι και παιδιά διασώζονταν με πρόχειρες σχεδίες ή μεταφέρονταν από στρατιωτικά οχήματα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις το ύψος του νερού ξεπερνούσε το ένα μέτρο. Με σημερινούς οικονομικούς όρους, το κόστος των ζημιών εκτιμάται ότι ξεπερνούσε το 1 δισεκατομμύριο λίρες.
Οι αλλαγές που προκάλεσε η πλημμύρα
Η καταστροφή αυτή λειτούργησε ως καταλύτης. Η βρετανική κυβέρνηση προχώρησε σε ριζική αναθεώρηση της πολιτικής αντιπλημμυρικής προστασίας, ενισχύοντας τα αναχώματα και δρομολογώντας την κατασκευή του Thames Barrier. Το φράγμα του Τάμεση εγκαινιάστηκε το 1984, με σκοπό την προστασία του Λονδίνου από παλιρροϊκές πλημμύρες.
Αρχικά, το φράγμα σχεδιάστηκε ώστε να κλείνει σπάνια – περίπου μία φορά τον χρόνο. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες η χρήση του αυξήθηκε θεαματικά. Μόνο τον χειμώνα 2017–2018, χρειάστηκε να ενεργοποιηθεί τρεις φορές, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες των επιστημόνων για το μέλλον ελέω της κλιματικής κρίσης.
Σήμερα, ειδικοί προειδοποιούν ότι το φράγμα του Τάμεση ενδέχεται να μην επαρκεί μετά το 2050, εάν συνεχιστεί η άνοδος της στάθμης των θαλασσών. Η πλημμύρα του 1953 δεν αποτελεί απλώς ένα τραγικό κεφάλαιο της ιστορίας, αλλά μια σαφή υπενθύμιση: η κλιματική κρίση δεν είναι θεωρητική απειλή – έχει ήδη γραφτεί στο παρελθόν μας και απειλεί να καθορίσει το μέλλον μας.