Σαν σήμερα, στις 28 Δεκεμβρίου 1895, οι αδελφοί Ογκύστ και Λουί Λυμιέρ πραγματοποίησαν στο Παρίσι την πρώτη δημόσια προβολή εικόνων εν κινήσει με εισιτήριο, γράφοντας ιστορία χωρίς –τραγική ειρωνεία– να το πάρουν χαμπάρι!
Η προβολή πραγματοποιήθηκε στο υπόγειο του Grand Café, στο Salon Indien du Grand Café, παρουσία περίπου 30–35 θεατών. Το εισιτήριο κόστιζε ένα φράγκο και το πρόγραμμα περιλάμβανε δέκα μικρές ταινίες, διάρκειας από 40 έως 50 δευτερολέπτων η καθεμία. Εκείνο το βράδυ θεωρείται σήμερα η επίσημη γέννηση του κινηματογράφου ως δημόσιου θεάματος.
Παρά τη σημασία του γεγονότος, οι ίδιοι οι δημιουργοί του δεν έδειχναν ιδιαίτερα αισιόδοξοι. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, οι αδελφοί Λυμιέρ χαρακτήριζαν τον κινηματογράφο «μια εφεύρεση χωρίς μέλλον», θεωρώντας ότι οι κινούμενες ασπρόμαυρες εικόνες δεν είχαν σοβαρή εμπορική ή καλλιτεχνική προοπτική.
Από τη φωτογραφία στο φιλμ
Οι Λυμιέρ προέρχονταν από οικογένεια φωτογράφων. Ο πατέρας τους, Αντουάν Λυμιέρ, διατηρούσε αρχικά φωτογραφικό στούντιο στη νότια Γαλλία και αργότερα ίδρυσε εργοστάσιο παραγωγής φωτογραφικών πλακών στη Λιόν. Τα πρώτα χρόνια το εργοστάσιο αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και βρέθηκε επανειλημμένα στο χείλος της χρεοκοπίας.
Οι δύο αδελφοί, ήδη από την εφηβεία τους, εργάζονταν αμισθί στο εργοστάσιο, δείχνοντας έντονη κλίση στη μηχανική και την καινοτομία. Σχεδίασαν μηχανές που αυτοματοποίησαν την παραγωγή φωτογραφικών πλακών και ανέπτυξαν μια νέα, εξαιρετικά επιτυχημένη φωτογραφική πλάκα, η οποία αποδείχθηκε εμπορικό ορόσημο και έσωσε την επιχείρηση.
Αυτή η τεχνολογική βάση τούς επέτρεψε να πειραματιστούν με το φιλμ. Ο Cinématographe, η συσκευή που παρουσίασαν το 1895, ήταν ταυτόχρονα κάμερα, μηχανή εμφάνισης και προβολέας, κάτι μοναδικό για την εποχή. Ήταν ελαφρύτερη, πιο πρακτική και τεχνικά ανώτερη από ανταγωνιστικές λύσεις, όπως το Kinetoscope του Τόμας Έντισον, το οποίο επέτρεπε μόνο ατομική θέαση.
Η πρώτη ταινία και το κοινό που αιφνιδιάστηκε
Η πρώτη ταινία που προβλήθηκε εκείνο το βράδυ είχε τίτλο La Sortie de l’Usine Lumière à Lyon («Έξοδος των εργατών από το εργοστάσιο Λυμιέρ στη Λιόν»). Είχε διάρκεια 46 δευτερολέπτων και είχε κινηματογραφηθεί την άνοιξη του 1895 έξω από το εργοστάσιο της οικογένειας.
Ακολούθησαν σκηνές καθημερινότητας: παιδιά που παίζουν, εργάτες, ένα τρένο που φτάνει στον σταθμό. Ιδιαίτερα η ταινία L’Arrivée d’un train en gare de La Ciotat φέρεται –σύμφωνα με δημοφιλείς αφηγήσεις– να προκάλεσε πανικό σε μέρος του κοινού, που πίστεψε ότι το τρένο ερχόταν καταπάνω του. Αν και οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν τις αντιδράσεις αυτές υπερβολικές, είναι βέβαιο ότι η εμπειρία της κινούμενης εικόνας ήταν πρωτόγνωρη και καθηλωτική.
Η ειρωνεία της ιστορίας
Παρά την επιτυχία των προβολών, οι αδελφοί Λυμιέρ δεν είδαν τον κινηματογράφο ως μέσο αφήγησης ή τέχνης. Δεν επένδυσαν σε μυθοπλασία ούτε στην εξέλιξη της κινηματογραφικής γλώσσας. Περίπου το 1905-1906 εγκατέλειψαν οριστικά τον κινηματογράφο, στρέφοντας όλη τους την προσοχή στην έγχρωμη φωτογραφία.
Το 1907 παρουσίασαν τη Autochrome Lumière, την πρώτη πρακτική και εμπορικά επιτυχημένη μέθοδο έγχρωμης φωτογραφίας, η οποία κυριάρχησε διεθνώς για δεκαετίες και επιβεβαίωσε ότι το ένστικτό τους για τη φωτογραφία δεν ήταν λανθασμένο.
Η απαρχή της Έβδομης Τέχνης
Αν και δεν ήταν οι μόνοι που πειραματίζονταν με κινούμενες εικόνες στα τέλη του 19ου αιώνα, οι προβολές των αδελφών Λυμιέρ στις 28 Δεκεμβρίου 1895 θεωρούνται από τους ιστορικούς η απαρχή του κινηματογράφου ως δημόσιας, συλλογικής εμπειρίας – και όχι απλώς ως τεχνολογικό πείραμα.
Έτσι, μια εφεύρεση που οι ίδιοι οι δημιουργοί της θεώρησαν «χωρίς μέλλον», εξελίχθηκε σε μία από τις πιο ισχυρές μορφές τέχνης και αφήγησης του 20ού και 21ου αιώνα.
Και όλα ξεκίνησαν… σαν σήμερα, σε ένα καφέ στο Παρίσι.