Το οικονομικό αποτύπωμα της πανδημίας δεν έχει σβήσει. Έξι χρόνια μετά την εμφάνιση της COVID-19, η λεγόμενη «μακρά COVID» συνεχίζει να επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους και να επιβαρύνει σημαντικά τις οικονομίες.
Σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης), το κόστος της μακροχρόνιας νόσου θα μπορούσε να φτάσει έως και 115,3 δισ. ευρώ ετησίως την επόμενη δεκαετία στις χώρες-μέλη, συμπεριλαμβανομένων 21 κρατών της ΕΕ.
Βαρύ αποτύπωμα σε οικονομία και εργασία
Η μακρά COVID δεν πλήττει μόνο την υγεία, αλλά και την αγορά εργασίας. Υπολογίζεται ότι οδηγεί σε διαταραχή της απασχόλησης περίπου έναν στους πέντε εργαζομένους που νοσούν.
Το συνολικό ετήσιο κόστος εκτιμάται μεταξύ 58,5 και 115,3 δισ. ευρώ, κυρίως λόγω μειωμένης παραγωγικότητας και αποχώρησης από την εργασία.
Παράλληλα, οι προβλέψεις έως το 2035 δείχνουν ότι, ακόμη και σε ρεαλιστικά σενάρια, οι απώλειες στο ΑΕΠ θα παραμείνουν μόνιμες, κυμαινόμενες μεταξύ 0,1% και 0,2%.
Πίεση στα συστήματα υγείας
Το βάρος για τα συστήματα υγείας παραμένει υψηλό, με τις άμεσες δαπάνες περίθαλψης να υπολογίζονται σε περίπου 9,5 δισ. ευρώ ετησίως μέχρι το 2035.
Την ίδια στιγμή, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι οι πραγματικές συνέπειες μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερες, καθώς δεν έχουν αποτυπωθεί πλήρως όλες οι επιπτώσεις της νόσου.
Η λοίμωξη από τον ιό SARS-CoV-2 συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης χρόνιων παθήσεων, όπως καρδιαγγειακά νοσήματα, διαβήτης, νευρολογικές βλάβες και αυτοάνοσα, αναφέρει σε δημοσίευμα του το Euronews.
Τι είναι η μακρά COVID
Η μακροχρόνια COVID μπορεί να επηρεάσει σχεδόν κάθε σύστημα του οργανισμού. Συχνά συμπτώματα είναι η έντονη κόπωση, η «εγκεφαλική ομίχλη» και οι χρόνιοι πόνοι.
Αν και στο μέλλον εκτιμάται ότι θα αφορά λιγότερο από το 1% του πληθυσμού στις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, το 2021 περίπου 75 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως είχαν εμφανίσει τη νόσο.
Ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά καταγράφηκαν σε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Βουλγαρία, η Ουγγαρία και η Τσεχία.
Εκτός αγοράς εργασίας χιλιάδες ασθενείς
Πέντε χρόνια μετά την έναρξη της πανδημίας, πολλοί ασθενείς είτε αποχωρούν από την εργασία είτε υποαπασχολούνται λόγω προβλημάτων υγείας.
Ωστόσο, μόνο λίγες χώρες —όπως η Αυστρία, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Γερμανία, το Λουξεμβούργο και οι Κάτω Χώρες— διαθέτουν οργανωμένα σχέδια διαχείρισης της νόσου.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η ενίσχυση της διάγνωσης και της φροντίδας, αλλά και η κοινωνική υποστήριξη, είναι κρίσιμες για την επιστροφή των ασθενών στην εργασία.
Η ευελιξία στην εργασία ως «κλειδί»
Έρευνες δείχνουν ότι πρακτικές όπως η τηλεργασία και το ευέλικτο ωράριο μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά τους ασθενείς με μακρά COVID.
Η δημιουργία ενός υποστηρικτικού εργασιακού περιβάλλοντος θεωρείται βασικός παράγοντας για τη διατήρηση της παραγωγικότητας.
Πώς συγκρίνεται το κόστος με άλλες ασθένειες
Αν συγκριθεί με άλλες χρόνιες παθήσεις, το οικονομικό βάρος είναι τεράστιο.
Για παράδειγμα, η επιβάρυνση είναι αντίστοιχη με:
- τη σκλήρυνση κατά πλάκας (δισ. ευρώ ετησίως σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία)
- ή ακόμη και το κόστος των εγκεφαλικών επεισοδίων στην Ευρώπη, που φτάνει περίπου τα 60 δισ. ευρώ
Ωστόσο, σε αντίθεση με άλλες ασθένειες, το μεγαλύτερο κόστος της μακράς COVID δεν προέρχεται από την περίθαλψη, αλλά από τη μειωμένη συμμετοχή στην εργασία και την πτώση της παραγωγικότητας.