Μιχάλης Ρέππας: «Ήμουν ένα μπασταρδεμένο πράγμα και στην ουσία έπρεπε να βρω κι εγώ τον εαυτό μου»
Ο ηθοποιός και σεναριογράφος αποκάλυψε πως ο σεισμός του 1981 άλλαξε εντελώς την πορεία της ζωής του!
«Κρύβεται» πίσω από μερικές από τις πιο αστείες στιγμές που έχουμε ζήσει στην ελληνική τηλεόραση, στο θέατρο, στο σινεμά. «Τρεις Χάριτες», «Το δις εξαμαρτείν», «Safe Sex», «Το Κλάμα βγήκε από τον Παράδεισο», «Βίρα τις Άγκυρες», «Μπαμπάδες με ρούμι». Ο Μιχάλης Ρέππας αφηγήθηκε την ιστορία της ζωής του στη LiFO. «Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Λουτράκι. Είναι άλλο το να είσαι από μια αυτόνομη και αυτάρκη πόλη ή χωριό ή κωμόπολη και εντελώς διαφορετικό το να κατάγεσαι από τουριστικό μέρος. Είναι εντελώς άλλη ζωή».
Τάσεις φυγής
«Το ότι υπήρχαν άνθρωποι που είχαν διαφορετική νοοτροπία από εμάς το καταλάβαινα κάνοντας παρέα με παιδάκια που ήταν από την Αθήνα και ερχόντουσαν το καλοκαίρι για διακοπές. Είχα τάσεις φυγής και δεν έχω τάσεις επανόδου. Ούτε νοσταλγία. Ήξερα ότι δεν ανήκω σε αυτόν τον κόσμο, το ήξερα μέσα μου πολύ καλά. Όταν μετακόμισα στην Αθήνα, ήταν σαν να ξέχασα από πού προέρχομαι. Τέλειωσα το 5ο Γυμνάσιο Αθηνών, στα Εξάρχεια. Και νομίζω ότι ήταν σαν να βρέθηκα εκεί όπου πραγματικά έπρεπε να είμαι. Αρχικά δήλωσα και πέρασα Μαθηματικό για να μην έχω τη γκρίνια των γονιών μου.
Βέβαια οφείλω να ομολογήσω ότι η μεγαλύτερη χαρά που έχω πάρει στη ζωή μου, κι έχω ζήσει και πρεμιέρες και ρεκόρ, η πιο συμπυκνωμένη χαρά ήταν όταν άκουσα το όνομά μου στο ραδιόφωνο, γιατί τότε οι εισαχθέντες στο πανεπιστήμιο ανακοινώνονταν από το ραδιόφωνο. Εννοείται πως με ενδιέφερε το θέατρο, αλλά ντρεπόμουν να το εκφράσω. Μου φαινόταν πολύ ψωνίστικο να πεις θέλω να κάνω θέατρο».
Τα πάνω κάτω
«Το 1981 έγινε ένας σεισμός με επίκεντρο τις Αλκυονίδες Νήσους. Με καλεί ο μπαμπάς μου και μου λέει «Μιχάλη παιδί μου, εγώ δεν μπορώ πλέον να πληρώνω για τις σπουδές σου, πρέπει να δουλέψεις. Το πρώτο διάστημα όσο μπορώ θα σου πληρώνω το ενοίκιο της γκαρσονιέρας σου». Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι από το βάρος θα σκιζόταν το καραβόπανο της καρέκλας που καθόμουν και θα πέσω κάτω. Δεν έδειξα κάτι, είπα απλώς «Ναι, μπαμπά». Μετά από αυτό ένιωσα πως με πέταξαν πρόσφυγα στον δρόμο. Κι αντί να κάνω κάτι συντηρητικό, να πάω να τελειώσω το Μαθηματικό και βλέπουμε, εκείνη την ώρα ήταν σαν να μου είπε κάποιος: «Μιχάλη, μέχρι πότε θα υποκρίνεσαι κάτι που δεν είσαι; Πόσες ζωές νομίζεις ότι θα ζήσεις;».
Και τότε είπα «πήδημα στο κενό». Γιατί αυτό είναι η δουλειά μας. Μπήκα στο Εθνικό το 1982, στα είκοσι τρία μου, και επιτέλους βρέθηκα στα νερά μου. Εννοείται ότι για να ζήσω σέρβιρα σε διάφορα μπαρ, μάλιστα σε ένα από αυτά είχα αφεντικό τον Ντίνο Αυγουστίδη, υπέροχος και πάρα πολύ όμορφος άνθρωπος. Ως ηθοποιός δεν ήμουν κάτι το ιδιαίτερο και δεν νομίζω ότι υπήρξε κανείς άδικος μαζί μου. Είχαν δίκιο οι άνθρωποι και δεν μου έδιναν ρόλους. Ζεν πρεμιέ δεν ήμουνα, κωμικός σαν τους μεγάλους κωμικούς σίγουρα δεν ήμουνα, ήμουν ένα μπασταρδεμένο πράγμα και στην ουσία έπρεπε να βρω κι εγώ τον εαυτό μου! Ήμουν πασάμπλ, αλλά όχι και κάτι ιδιαίτερο ώστε να το λιμπιστεί κανείς».
Η τηλεόραση
«Τα παιδιά του Εθνικού ανεβάσαμε στο Περοκέ το «Υπάρχουν και χειρότερα» σε σκηνοθεσία του Δαλιανίδη, το οποίο πήγε άπατο. Εκεί εγώ έγραψα τα πρώτα μου κείμενα. Δηλαδή, η πρώτη μου συγγραφική απόπειρα ήταν για κλάματα, αλλά άρεσε στην Άννα Βαγενά και μου πρότεινε να γράψω κάποια επιθεωρησιακά νούμερα. Μετά ήρθε το «Κανάλι της Βαγγελίτσας» και μετά οι «Τρεις Χάριτες». Η κυρία Ελβίρα -δεν μπορώ να την λέω αλλιώς, κι ας έχει πεθάνει- η μαμά της Φρόσως Ράλλη, αυτή τα έκανε όλα. Οι «Τρεις Χάριτες» απορρίφθηκαν από τα κρατικά κανάλια και από τον ΑΝΤ1 αλλά το πήρε το MEGA. Από εκεί εγώ πάτησα ένα κουμπί και άρχισε να ανεβαίνει το ασανσέρ και το ένα έφερνε το άλλο».
Η μαμά… Μπεμπέκα
«Η μαμά μου ήταν ένα κοριτσάκι απ’ την Περαχώρα που ήρθε νύφη στο Λουτράκι. Ήταν πάρα πολύ ενζενί. Η ξαδέρφη μου η Ειρήνη κάποια στιγμή, κάπως ήρθε η κουβέντα για τη θεία Μπεμπέκα των «Τριών Χαρίτων», και μου είπε: «Δεν ξέρεις ποια είναι η Μπεμπέκα;». «Όχι», λέω, «γιατί, ξέρεις εσύ;», μιας και θεωρούσα ότι είναι ένα πρόσωπο επινοημένο απ’ τη φοβερή θεατρική μου φαντασία. «Η μάνα σου, Μιχάλη», μου απαντά. Πράγματι, είναι μια μετάλλαξη της μαμάς μου. Πολλά δεν συνειδητοποιώ όταν γράφω και μετά καταλαβαίνω ότι είναι καθαρή αντιγραφούρα.
Ο μπαμπάς μου δεν πρόλαβε να δει τίποτε άλλο πέρα από τις «Τρεις Χάριτες». Λίγο πριν πεθάνει μου είπε «Βρε παιδί μου, που να το ήξερα ότι είχες ταλέντο». Κατά κάποιο τρόπο μου ζήτησε συγγνώμη. Για μένα παίζει πολύ σημαντικότερο ρόλο το να διασκεδάζω, γιατί έχω περάσει τα 65 και πραγματικά έχει αρχίσει να μη με νοιάζει. Όχι τόσο το αν θα ανταποκριθεί ο κόσμος. Έχω άλλα προβλήματα τώρα, την υγεία μου και την υγεία των γύρω μου. Αυτό είναι που με απασχολεί. Θέλω να δουλεύω, δεν θέλω να πεθάνω ως ένας άχρηστος γέρος. Θέλω να είμαι παραγωγικός».