Μητρική θνησιμότητα: Η βία και τα ναρκωτικά κύριες αιτίες και όχι ιατρικοί λόγοι
Νέα αμερικανική ανάλυση φέρνει στο προσκήνιο υπερδοσολογία και βία.
Για δεκαετίες υπήρχε η πεποίθηση πως η μητρική θνησιμότητα οφείλεται σε αιμορραγίες, υπέρταση ή επιπλοκές στον τοκετό. Ωστόσο, μια νέα μεγάλη ανάλυση στις Ηνωμένες Πολιτείες δείχνει ότι η πραγματικότητα έχει αλλάξει και οι συχνότερες αιτίες θανάτου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και αμέσως μετά τον τοκετό σχετίζονται με τραυματισμούς και βία.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο New England Journal of Medicine, αναφέρει ότι η τυχαία υπερδοσολογία από ναρκωτικές ουσίες, η ανθρωποκτονία και η αυτοκτονία ευθύνονται για περισσότερους θανάτους εγκύων και λεχώνων σε σύγκριση με παραδοσιακές επιπλοκές.
Τι έδειξαν τα εθνικά στοιχεία
Όπως αναφέρεται στο PsyPost, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από πιστοποιητικά θανάτου για την περίοδο 2018–2023. Εντόπισαν όλες τις γυναίκες που πέθαναν ενώ ήταν έγκυες ή μέσα σε 42 ημέρες από τον τοκετό. Η υπερδοσολογία καταγράφηκε ως η πρώτη αιτία, με 5,2 θανάτους ανά 100.000 γεννήσεις. Ακολούθησαν η ανθρωποκτονία και η αυτοκτονία, που μαζί αντιστοιχούσαν σε 3,9 θανάτους ανά 100.000 γεννήσεις. Πρόκειται για αριθμούς που ξεπερνούν αρκετές από τις κλασικές ιατρικές αιτίες.
Ανισότητες και κοινωνικοί παράγοντες
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι φυλετικές ανισότητες που αποτυπώθηκαν στα δεδομένα. Η υπερδοσολογία και η αυτοκτονία εμφανίζονταν συχνότερα σε λευκές γυναίκες, ενώ οι ανθρωποκτονίες ήταν πιο συχνές σε μαύρες γυναίκες. Στις περιπτώσεις βίαιων θανάτων, τα πυροβόλα όπλα εμπλέκονταν σε περισσότερα από τα τρία τέταρτα των περιστατικών. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν τη σύνθετη αλληλεπίδραση κοινωνικών ανισοτήτων, πρόσβασης σε υπηρεσίες και περιβαλλοντικών κινδύνων.
Συνολικά, η μητρική θνησιμότητα παρέμεινε σχετικά σταθερή κατά την εξαετία της μελέτης, με εξαίρεση μια αύξηση την περίοδο της πανδημίας COVID-19. Ωστόσο, η σύνθεση των αιτιών φαίνεται να μεταβάλλεται. Ενώ καρδιαγγειακά νοσήματα, λοιμώξεις, υπέρταση και αιμορραγία παραμένουν σημαντικές αιτίες, τείνουν να εμφανίζονται κυρίως στην άμεση λοχεία, δηλαδή λίγο μετά τον τοκετό. Αντίθετα, πάνω από τους μισούς θανάτους που σχετίζονται με υπερδοσολογία και βία σημειώθηκαν ήδη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Το εύρημα αυτό εγείρει κρίσιμα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η προγεννητική φροντίδα. Τα τελευταία 20 χρόνια έχουν ενισχυθεί σημαντικά τα πρωτόκολλα για την πρόληψη και αντιμετώπιση ιατρικών επιπλοκών. Παράλληλα, όμως, η κατάχρηση ουσιών και η ενδοοικογενειακή βία φαίνεται να καταλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο στη μητρική θνησιμότητα. Η αποτύπωση αυτής της μετατόπισης δεν ήταν πάντα εύκολη, καθώς η κατάσταση εγκυμοσύνης δεν καταγραφόταν με συνέπεια σε όλα τα πιστοποιητικά θανάτου, περιορίζοντας την ακρίβεια των εθνικών στοιχείων.
Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα δεδομένα υποδεικνύουν κενά στον προληπτικό έλεγχο. Ενώ οι επαγγελματίες υγείας είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι απέναντι σε επιπλοκές όπως την προεκλαμψία ή την αιμορραγία, ενδέχεται να μην γίνεται το ίδιο συστηματικός έλεγχος για χρήση ουσιών ή για βία από σύντροφο. Η εγκυμοσύνη, ωστόσο, αποτελεί μια περίοδο συχνής επαφής της γυναίκας με το σύστημα υγείας, προσφέροντας ευκαιρίες για έγκαιρη ανίχνευση και παρέμβαση.
Η ανάγκη για ολιστική πρόληψη
Το βασικό μήνυμα της μελέτης είναι σαφές: η πρόληψη της μητρικής θνησιμότητας απαιτεί ολιστική προσέγγιση. Η αναγνώριση της βίας και της εξάρτησης από ουσίες ως κεντρικών παραγόντων κινδύνου αποτελεί αναγκαίο βήμα για τη χάραξη πιο αποτελεσματικών πολιτικών. Σε μια περίοδο που η μητρική υγεία απασχολεί έντονα τη δημόσια συζήτηση, τα δεδομένα αυτά υπενθυμίζουν ότι η προστασία της ζωής των εγκύων προϋποθέτει συντονισμένη δράση σε πολλαπλά επίπεδα.