Μπιάνκα Σενσόρι: Στην πιο wild φωτογράφιση της ζωής της - Ολόγυμνη πάνω σε ένα μαύρο άλογο
«Ποτέ δεν έχω κλάψει για κάτι αρνητικό που μπορεί να έχει πει κάποιος για εμένα. Το μόνο που θέλω είναι να εκφράζομαι» εξηγεί.
Αναμφισβήτητα η φωτογράφιση που έκανε η Μπιάνκα Σενσόρι για το Vanity Fair είναι από τις πιο ιδιαίτερες που έχει κάνει ποτέ και στη συνέντευξη είναι πιο εξομολογητική από ποτέ.
«Τελείωσα με τις γυμνές εμφανίσεις... σχεδόν» δηλώνει και φωτογραφίζεται ολόγυμνη πάνω σε ένα μαύρο άλογο με φόντο τον γκρίζο, συννεφιασμένο ουρανό. Η σύζυγος του Kanye West επιτέλους μιλάει -για όλο αυτό το γυμνό, για την παιδική της ηλικία και την πρώιμη καριέρα της, για την ψυχική υγεία του συζύγου της και τα αντισημιτικά ξεσπάσματα, αλλά και για το ποιος ακριβώς ελέγχει τη ζωή της.
«Ποτέ δεν μου είπαν να κάνω κάτι» λέει καθώς αναφέρεται στην συνεργασία της με τον Κάνιε Γουέστ για τις εμφανίσεις της. Και συμπληρώνει: «Του ζητάω πάντα την γνώμη του γιατί είναι ιδιοφυΐα. Αν είχες παντρευτεί τον Gianni Versace δεν θα σου έδινε ένα φόρεμα ή κάτι να φορέσεις;». Για να παραδεχθεί: «Είχα μια προφανή εμμονή με το γυμνό».
«Δεν με νοιάζει και πολύ», λέει η Σενσόρι για το τι σκεφτόμαστε γι' αυτήν. «Πάντα σκέφτομαι απλώς, «θα το καταλάβουν κάποια μέρα. Και αν δεν το καταλάβουν, δεν θα το καταλάβουν». Όσο μπορώ να εκφράζομαι στο έπακρο των δυνατοτήτων μου, αυτό είναι το μόνο που έχει σημασία για μένα. Ποτέ δεν έχω πάει σπίτι και δεν έχω κλάψει μέχρι να κοιμηθώ για οτιδήποτε έχει πει κάποιος για μένα».
Παιδικά χρόνια
Για τα παιδικά της χρόνια θα αποκαλύψει ότι η οικογένειά της ήταν «υπερ-ελληνορθόδοξη» και εξακολουθεί να είναι «πολύ θρησκευόμενη». Όταν η Censori ήταν παιδί, διάβαζε βιβλία με πληροφορίες, ώστε να έχει κάτι να πει για οποιοδήποτε θέμα προέκυπτε. «Όταν κάποιος έθετε ένα θέμα, ήξερα πάντα κάτι να πω για αυτό το θέμα. Είμαι ερευνήτρια» λέει χαρακτηριστικά και αποκαλύπτει ότι είχε λατρεία στα λούτρινα ζωάκια, γι' αυτό και ακόμα μέχρι σήμερα κάποιες φορές κουβαλάει μαζί της διάφορα λούτρινα ζωάκια.
Στον πατέρα της είχε ιδιαίτερη αδυναμία και όπως αποκαλύπτει, οι γονείς της έπρεπε να βγάζουν το τηλέφωνο από το σαλόνι τους επειδή τηλεφωνούσε ασταμάτητα στον πατέρα της στη δουλειά, απαιτώντας να μάθει πότε θα επέστρεφε σπίτι. Αν το ρολόι πήγαινε ένα λεπτό μετά την ώρα άφιξής του, τού τηλεφωνούσε και του έλεγε. «Είσαι ψεύτης: Δεν είσαι εδώ! Γιατί μου το κάνεις αυτό;».
Μιλώντας για τους εφηβικούς έρωτές της εξηγεί ότι ως κορίτσι, καθόταν δίπλα στον φράχτη και έκλαιγε όταν δεν μπορούσε να είναι με τον νεαρό γείτονά της και με αφορμή αυτή την ανάμνηση μιλάει για τον άντρα της και επαναλαμβάνει συνεχώς: «Τον αγαπώ... Τον αγαπώ τόσο πολύ. Μου έφερε μόνο χαρά στη ζωή. Απλώς αγαπώ αυτό το άτομο τόσο βαθιά, τόσο έντονα, που θέλω να είμαι κοντά του συνέχεια. Αυτός είναι και ο λόγος που τον παντρεύτηκα».
Όπως εξηγεί, θέλει να αποκτήσει παιδί αλλά δεν είναι σίγουρη για το πότε. Μάλιστα το επόμενο πρότζεκτ της τέχνης της θα αφορά τα παιδιά, και συγκεκριμένα το πώς η κοινωνία τα «καταναλώνει». Την ενδιαφέρει επίσης ο τρόπος που παρουσιάζουν τα παιδιά οι γονείς τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Προφανώς υπάρχει παιδική εργασία, η οποία είναι ένα ακραίο σημείο χρήσης των παιδιών για το όφελος άλλων ανθρώπων. Νιώθω άβολα με την ιδέα ότι ένα παιδί γίνεται μέρος μιας μηχανής... Η υπερβολική έκθεση σε νεαρή ηλικία πιθανώς κάνει ζημιά».