Νέα στοιχεία από το ναυάγιο του «Μέντωρ» στα Κύθηρα - Το εύρημα που συνδέεται με την Ακρόπολη
Νέα ευρήματα έφερε στο φως η υποβρύχια αρχαιολογική έρευνα στο ιστορικό ναυάγιο του «Μέντωρ» στα Κύθηρα.
Κατά το 2025 συνεχίστηκε η συστηματική υποβρύχια αρχαιολογική έρευνα της Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων στο ιστορικό ναυάγιο του μπρικιού «Μέντωρ». Την ανασκαφή διηύθυνε ο αρχαιολόγος Δρ. Δημήτριος Κουρκουμέλης-Ροδοστάμος, αναπληρωτής προϊστάμενος της υπηρεσίας, όπως δημοσίευσε το Υπουργείο Πολιτισμού.
Το πλοίο βυθίστηκε τον Σεπτέμβριο του 1802 έξω από το λιμάνι του Αβλέμονα, στα νοτιοανατολικά των Κυθήρων. Το «Μέντωρ» ήταν ιδιόκτητο πλοίο του Τόμας Μπρους, 7ος κόμης του Έλγιν και χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά αρχαιοτήτων, μεταξύ των οποίων και τμήματα του γλυπτού αρχιτεκτονικού διακόσμου των μνημείων της Ακρόπολης της Αθήνας.
Κατά τη φετινή ανασκαφική περίοδο οι αρχαιολόγοι διερεύνησαν περιοχές δυτικά και βόρεια από το σωζόμενο τμήμα του σκαριού του πλοίου.
Το μαρμάρινο θραύσμα που συνδέεται με την Ακρόπολη
Ξεχωριστή σημασία έχει ο εντοπισμός ενός μαρμάρινου διακοσμητικού στοιχείου. Πρόκειται για θραύσμα πλάκας με διακοσμητική «σταγόνα», το οποίο πιθανότατα ανήκει είτε σε κανόνα επιστυλίου είτε σε πρόμοχθο γείσου.
Το εύρημα έχει μέγιστες διαστάσεις 9,3 εκατοστά σε μήκος και 4,7 εκατοστά σε πλάτος, ενώ η διακοσμητική σταγόνα έχει διάμετρο 6,51 εκατοστά και ύψος 2,2 εκατοστά. Οι διαστάσεις αυτές μπορούν να συγκριθούν με τις μετρήσεις που είχε πραγματοποιήσει ο αρχαιολόγος Αναστάσιος Ορλάνδος για τις αντίστοιχες διακοσμητικές σταγόνες του επιστυλίου του Παρθενώνα.
Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, είναι η πρώτη φορά που εντοπίζεται τμήμα γλυπτού διακόσμου από το πολύτιμο φορτίο που μετέφερε το «Μέντωρ». Το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου είχε ήδη ανελκυστεί κατά την πρώτη επιχείρηση το 1802.
Η ολοκλήρωση των εργασιών συντήρησης και η περαιτέρω επιστημονική μελέτη του ευρήματος αναμένεται να δώσουν περισσότερα στοιχεία για το μνημείο από το οποίο προέρχεται.
Η πρώτη ανασκαφική τομή και η απουσία καταλοίπων
Η πρώτη ανασκαφική τομή, που ονομάστηκε συμβατικά Τομή 1/2025, πραγματοποιήθηκε περίπου πέντε μέτρα δυτικά από το σωζόμενο σκαρί. Στόχος ήταν να διαπιστωθεί αν είχαν διατηρηθεί τμήματα του πλοίου στον συγκεκριμένο χώρο.
Ωστόσο, η ανασκαφή δεν έφερε στο φως ίχνη του σκαριού. Το εύρημα αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι το πλοίο παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα εκτεθειμένο στον βυθό μετά τη βύθισή του, με αποτέλεσμα να αποσυντεθεί σχετικά γρήγορα.
Σημαντικό ρόλο φαίνεται να έπαιξε και η πρώτη επιχείρηση ανέλκυσης του φορτίου το 1802. Οι σφουγγαράδες που συμμετείχαν στην επιχείρηση, λόγω της δυσκολίας πρόσβασης στο αμπάρι, άνοιξαν είσοδο στο πλοίο από το εξωτερικό πέτσωμα. Πρόκειται για το σημείο από το οποίο είχε προκληθεί η εισροή υδάτων μετά την πρόσκρουση του πλοίου στα βράχια, όπως περιγράφεται στις επιστολές του γραμματέα του Έλγιν, Ουίλιαμ Χάμιλτον, ο οποίος συντόνιζε τη διαδικασία ανέλκυσης.
Η παρέμβαση αυτή φαίνεται πως συνέβαλε στην εκτεταμένη καταστροφή του σκαριού. Η ανασκαφή ολοκληρώθηκε σε βάθος περίπου ενός μέτρου από την επιφάνεια του πυθμένα, δηλαδή στα 21,9 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, χωρίς να εντοπιστούν υπολείμματα του πλοίου.
Ευρήματα από τον εξαρτισμό και την καθημερινότητα του πλοίου
Η δεύτερη ανασκαφική τομή (Τομή 2/2025) πραγματοποιήθηκε βόρεια του σωζόμενου τμήματος της τρόπιδας, με σκοπό να εξεταστεί αν υπήρχε διασπορά τμημάτων του σκαριού προς αυτή την κατεύθυνση.
Αν και δεν εντοπίστηκαν ξύλινα τμήματα από το πέτσωμα του πλοίου, οι αρχαιολόγοι βρήκαν αντικείμενα που σχετίζονται με τον εξαρτισμό του, καθώς και θραύσματα από σκεύη καθημερινής χρήσης του πληρώματος.
Παράλληλα εντοπίστηκαν κομμάτια από την εξωτερική επιχάλκωση του πλοίου, η οποία χρησιμοποιούνταν για την προστασία των υφάλων τμημάτων. Φαίνεται μάλιστα ότι το κατώτερο τμήμα του σκάφους και κυρίως η τρόπιδα ενισχυόταν επιπλέον με φύλλα μολύβδου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα τμήμα επιχάλκωσης που εντοπίστηκε ακριβώς στο σημείο σύνδεσης των φύλλων χαλκού με τα φύλλα μολύβδου. Μεταξύ των ευρημάτων ξεχωρίζει επίσης ένα τμήμα πήλινης πλάκας, πιθανότατα σχετιζόμενο με τη μόνωση της εστίας του πλοίου, το οποίο βρέθηκε κοντά στην τρόπιδα.