Δεν είναι ότι απομονώνεται τυχαία η λεπτομέρεια του τόνου πάνω από το élite. Πρόκειται για μια από εκείνες τις “αθώες” γλωσσικές ιδιοτροπίες που τελικά λειτουργούν σαν αποτύπωμα DNA. Παραμένει στίγμα αμείλικτο για τους εντός New Yorker.
Από τον Άγγελο Κυρούση
Μικροσκοπικό σαράκι ενασχόλησης για τους δημοσιογράφους, γραφίστες, ανταποκριτές, σκιτσογράφους, fact checkers, και όλους όσους βιοπορίζονται από το περιοδικό που έστησε ο Χάρολντ Ρος, πρώτος από τους πέντε μέχρι σήμερα διευθυντές του. Ένας τόνος «υποχρέωση», ακόμη και για τον ανθρωπότυπο που το ξεφυλλίζει στις αναμονές των hi-tech ιατρείων, συνήθως τρίβοντας σκεπτικός το πηγούνι του.
Υπεροπτικό τικ σοβαρότητας το τελευταίο, κουσούρι συγγενές με το ύφος του Eustace Tilley, της εστέτ φιγούρας που κοσμούσε το πρώτο τεύχος του το μακρινό Φεβρουάριο του 1925. Συντονισμένο με τη σοφιστικέ, καίρια, υποδειγματική και συχνά σνομπίστικη προσέγγιση του περιοδικού που έσβησε το τρέχον έτος 100 κεράκια ζωής, και συνεχίζει τα τελευταία 28 χρόνια με το, βραβευμένο με Πούλιτζερ, Ντέιβιντ Ρέμνικ στο τιμόνι. Είναι εντυπωσιακό το πώς μια τέτοια λεπτομέρεια καταλήγει να συνοψίζει ολόκληρη τη μυθολογία ενός εντύπου που χτίστηκε πάνω στην εμμονή στο ύφος και στο καλλιγραφικό στυλ, όχι όμως με λιγότερη ζέση απ’ ό,τι στο περιεχόμενο.
Θα έλεγε κανείς πως φαντάζει παράδοξο για ένα έντυπο που πορεύεται με τον δικό του ιδιοσυγκρασιακό χαβά εδώ κι έναν αιώνα, να φιγουράρει τούτες τις ημέρες της εξαγοράς της Warner Bros ως ανάλαφρο και σχηματικό Netflix-ικο ντοκιμαντέρ. Ένα έντυπο κύρους σε ένα ακόμη φιλτραρισμένο κουτάκι του οικοσυστήματος της πλατφόρμας. Όμως τα πράγματα δεν είναι πάντα άσπρο-μαύρο.
Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο πως το τελευταίο διάστημα, πρώην εργαζόμενοι στο New Yorker (ιδιοκτησίας Condé Nast, βεβαίως-βεβαίως) όπως ο Τζάσπερ Λο που εμφανίζεται στο φιλμ του Μάρσαλ Κάρι (με τον Τζαντ Άπατοου στα χρέη του εκτελεστικού παραγωγού), ύψωσαν φωνή διαμαρτυρίας για τις καταχρηστικές απολύσεις της μητρικής εταιρείας απέναντι στο προσωπικό του Teen Vogue. Την ίδια στιγμή, αρκετοί εξέφρασαν ενστάσεις σχετικά με την κάλυψη της σύγκρουσης Ισραήλ-Παλαιστίνη.
Η Condé Nast έκλεισε τα αυτιά της στις όποιες αιτιάσεις και κήρυξε ουσιαστικά πόλεμο στους συνδικαλιστές, στέλνοντας παράλληλα ένα σαφές μήνυμα για τα ζητούμενα και τις προτεραιότητες του σύγχρονου media-κού τοπίου. Στο κάτω-κάτω, με κάτι τέτοια εκτίθεται η θεμελιώδης εγγύτητα των φαινομενικά αισθητικών χασμάτων μεταξύ εταιρικών πρακτικών και “δημοσιογραφικών αποστολών”.
Πρόκειται για την αιώνια ιστορία στα αποψιλωμένα πια ΜΜΕ, εκεί που δεν έχει πια σημασία αν σε λένε Tρούμαν Καπότε, Τζέιμς Μπόλντουιν ή Τζον Χέρσεϊ, ή αν είσαι παρακολούθημα των τάσεων ξερνώντας ακατάσχετο content. Στο τέλος της ημέρας, τον καιρό που o Ματ Μπέρνινγκερ των National φτάνει να τραγουδά Tέιλορ Σουίφτ για τους τίτλους τέλους της εν λόγω ιστορίας, η κηδεμονία των μικρών ή μεγάλων ιδεών χρεώνεται τυπικά σε αυτούς που βάζουν το χέρι στην τσέπη και διευθύνουν την ορχήστρα. Κι οποίοι, πρωτίστως προσδοκούν μέσω των επενδύσεών τους να κρατούν μια σταθερή ROI (Return on Investment) παρτιτούρα.
Επομένως, κάθε άλλο παρά αντιφατική είναι τελικά η συγκυρία της αληθινής ζωής και το πλαράρισμα μέσω του netflix-ικου εξωραϊσμού. Όλα καλώς καμωμένα για να παραμένουν και να πληθαίνουν οι αναγνώστες-πελάτες, αυτό είναι το κεντρικό ντεσού, κάτω από το ουδιώδες διακύβευμα στο οποίο δεν υπεισέρχεται το ντοκιμαντέρ. Στο αν τελικά ένα μέσο που όρισε κομμάτια της κουλτούρας του 20ου αιώνα μπορεί να επιβιώσει χωρίς να χάσει τον ηθικό και αισθητικό του πυρήνα μέσα στον 21ο, υπό τους νέους όρους του παιχνιδιού. Με ή χωρίς Montblanc πένες ανά χείρας.
Έτσι έχουν τα πράγματα, για αυτό ας θυμηθούμε και πως τελείωνε εκείνο το τραγουδάκι των Χειμερινών Κολυμβητών: «Το Ντιντιτί, το Ντιντιτί είναι ένα φάρμακο πολύ εξαιρετικό/Μας το 'στειλε ο Μεγάλος απ' την Αμερική/Το βάζουμε στην τρόμπα και κάνει φς-φς/Το φάρμακο που λέμε Ντιντιτί, το Ντιντιτί/Το Ντιντιτί, είναι ένα φάρμακο καπιταλιστικό.» Αυτό ακριβώς σιγομουρμούρισα βλέποντας τo The New Yorker at 100 στη συνδρομητική πλατφόρμα, στεκόμενος στο σκέλος που περιέγραφε το θεμελιώδες άρθρο της Ρέιτσερλ Κάρσον, το οποίο δημοσιεύτηκε διαδοχικά το 1962 με τον τίτλο "Silent Spring".
Tα γραφόμενα της βιολόγου αφορούσαν τους κινδύνους των φυτοφαρμάκων όπως το DDT, και χάρη σε αυτά, αφενός πάρθηκαν κυβερνητικά μέτρα για τα χημικά και παρασιτοκτόνα, αφετέρου μπήκε ο σπόρος για την έναρξη του σύγχρονου περιβαλλοντικού κινήματος, αμφισβητώντας τη χημική βιομηχανία και προωθώντας την οικολογική συνείδηση.
Σε αντίθεση λοιπόν με όσα υποστηρίζονται από τους New Yorker-s στο ντοκιμαντέρ, με μια εσκεμμένη δόση συστολής, ας κρατήσουμε κυρίως το μείζον, παρά τα εταιρικά παζάρια, τους υποφωτισμένους σκόπιμους ελιγμούς και τις επικοινωνιακές στρατηγικές που αλλάζουν με την ίδια ευκολία που μεταβάλλονται οι αλγόριθμοι.
Τελικά, δεν είναι λίγες οι ιστορικές συγκυρίες που έντυπα σαν το New Yorker μέσα από τις επίμονες αράδες τους, κατόρθωσαν όχι μόνο να αντικατοπτρίσουν την πραγματικότητα ως καθρέφτες αυτής, αλλά τελικώς να τη διαμορφώσουν ως μοχλοί εξέλιξης πέρα και πάνω από τους μηχανισμούς που τα περιβάλλουν.