Ντικ Τσέινι: Ο πιο ισχυρός και αμφιλεγόμενος Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ
Ο Τσέινι υπήρξε ο ενορχηστρωτής ενός κόσμου όπου η ασφάλεια δικαιολογούσε τα πάντα. Μια φιγούρα πανίσχυρη, ψυχρή και υπολογιστική, το απόλυτο σύμβολο της πολιτικής κυνικότητας της εποχής του.
Ο Ρίτσαρντ «Ντικ» Τσέινι, ο άνθρωπος που ενσάρκωσε όσο λίγοι την αδίστακτη όψη της αμερικανικής εξουσίας, πέθανε τη Δευτέρα (03/11) σε ηλικία 84 ετών από επιπλοκές πνευμονίας και καρδιοαγγειακής νόσου, αφήνοντας πίσω του μια βαριά σκιά πάνω στην πολιτική ιστορία των ΗΠΑ. Από τα παρασκήνια των κυβερνήσεων Νίξον και Φορντ έως το απόγειο της επιρροής του δίπλα στον Τζορτζ Μπους τον νεότερο, ο Τσέινι υπήρξε ο ενορχηστρωτής ενός κόσμου όπου η ασφάλεια δικαιολογούσε τα πάντα. Η εκστρατεία κατά της τρομοκρατίας που ακολούθησε τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ο πόλεμος στο Ιράκ, τα βασανιστήρια στο Γκουαντάναμο, οι παρακολουθήσεις, η διαπλοκή πολιτικής και επιχειρήσεων — όλα φέρουν τη σφραγίδα του. Μια φιγούρα πανίσχυρη, ψυχρή και υπολογιστική, το απόλυτο σύμβολο της πολιτικής κυνικότητας της εποχής του.
Μια πολιτική καριέρα γεμάτη εξουσία και σκιές
Ο Τσέινι, γεννημένος στις 30 Ιανουαρίου 1941 στο Λίνκολν της Νεμπράσκα, ήταν μια κεντρική και άκρως αμφιλεγόμενη προσωπικότητα στην αμερικανική πολιτική σκηνή για περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες. Η πολιτική του διαδρομή ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν εργάστηκε στο πλευρό του Ντόναλντ Ράμσφελντ κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Ρίτσαρντ Νίξον.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 ανέλαβε Προσωπάρχης του Λευκού Οίκου (1975-1977) υπό τον Πρόεδρο Τζέραλντ Φορντ, διαδεχόμενος τον ίδιο τον Ράμσφελντ και καθιστάμενος ο νεότερος στην ιστορία των ΗΠΑ σε αυτή τη θέση. Αργότερα, υπηρέτησε ως μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων (1979-1989), εκπροσωπώντας την πολιτεία του Ουαϊόμινγκ, και στη συνέχεια ως Υπουργός Άμυνας (1989-1993) στην κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου, συμμετέχοντας στην ηγεσία των ΗΠΑ την περίοδο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Το 2000 επιλέχθηκε από τον Τζορτζ Μπους τον νεότερο ως υποψήφιος αντιπρόεδρος και ανέλαβε καθήκοντα 46ου Αντιπροέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών στις 20 Ιανουαρίου 2001, θέση που διατήρησε έως το 2009. Η εμπειρία του και η συνεργασία του με προσωπικότητες όπως ο Ράμσφελντ τον έκαναν έναν εξαιρετικά έμπειρο, αλλά και σκληροπυρηνικό εκπρόσωπο της ρεπουμπλικανικής νεοσυντηρητικής πτέρυγας.
Το «γεράκι» με τα «ατσάλινα νύχια»
Οι πολιτικές του απόψεις ήταν σταθερά συντηρητικές, με έμφαση στην ισχυρή εθνική ασφάλεια, τη μείωση της κυβερνητικής παρέμβασης στην οικονομία και την επιθετική εξωτερική πολιτική. Ο Τσέινι εκπροσωπούσε μια γραμμή σκληρής ασφάλειας και ενεργά παρεμβατικού ρόλου των ΗΠΑ στον κόσμο, με έμφαση στην υπεροχή της αμερικανικής στρατιωτικής και εξουσιαστικής παρουσίας, ακόμη και σε περιοχές με έλλειψη σαφούς νομιμότητας.
Θεωρούνταν θερμός υποστηρικτής της θεωρίας του «Ενιαίου Εκτελεστικού» (Unitary Executive Theory), η οποία υποστηρίζει την εκτεταμένη ισχύ του Προέδρου. Η ιδέα του «προληπτικού πλήγματος» και της επέκτασης της αμερικανικής εξουσίας ήταν κεντρική στη φιλοσοφία του. Σε εσωτερική πολιτική, υπερασπίστηκε την εκτελεστική εξουσία έναντι περιορισμών και τη χρήση μηχανισμών ασφάλειας για την αντιμετώπιση απειλών — κάτι που πολλοί θεωρούσαν επίδικο σημείο για το Σύνταγμα των ΗΠΑ.
Ο αντιπρόεδρος που κίνησε τα νήματα στον «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας»
Ως Αντιπρόεδρος του Τζορτζ Μπους του νεότερου, ο Τσέινι χρησιμοποίησε την εκτεταμένη του εμπειρία και επιρροή για να καταστεί ο πλέον ισχυρός αντιπρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ. Πολλοί αναλυτές τον χαρακτήρισαν ως τον πολιτικό που αναδιαμόρφωσε το ρόλο του αντιπροέδρου σε ουσιαστική εξουσία, πέρα από το «παραδοσιακό» καθήκον της θέσης.
Ήταν η κινητήρια δύναμη πίσω από τον «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας» μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Η εποχή που ακολούθησε την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους θεωρήθηκε ιδιαίτερα «σκοτεινή» για τα πράγματα στο εσωτερικό της Αμερικής. Το πλήγμα στο ηθικό της υπερδύναμης μετά την πρωτόγνωρη στη σύλληψη και εκτέλεσή της τρομοκρατική επίθεση ήταν τόσο βαρύ που η ίδια η Δημοκρατία και οι θεσμοί της δοκιμάστηκαν.
Δραστικές επεμβάσεις στους θεσμούς της αμερικανικής δημοκρατίας, αυστηροποίηση των δικλείδων ασφαλείας, μια γενική αίσθηση φόβου και διεύρυνση της εκτελεστικής εξουσίας έναντι της νομοθετικής φέρουν φαρδιά πλατιά την υπογραφή και επιρροή του Τσέινι. Τότε ο κόσμος έμαθε και το περιβόητο Γκουαντάναμο — μια απομακρυσμένη περιοχή στην Κούβα του Κάστρο, που ήταν αμερικανική βάση σε κομμουνιστικό προπύργιο. Εκεί η Αμερική του Μπους και του Τσέινι μετέφερε όσους συλλάμβανε σε Αφγανιστάν, Πακιστάν ή όπου αλλού στον κόσμο για να διαπιστώσει — ακόμα και μέσα από μεσαιωνικά βασανιστήρια — αν και σε ποιο βαθμό είχαν σχέσεις με την Αλ Κάιντα.
Ο Τσέινι υποστήριξε αμφιλεγόμενες πρακτικές όπως η χρήση «ενισχυμένης ανάκρισης» (waterboarding) και παρακολούθησης χωρίς εγκεκριμένες διαδικασίες, ενισχύοντας φόβους για κατάχρηση εξουσίας.
Ένας πόλεμος για όπλα που δεν υπήρχαν
Η πλέον αμφιλεγόμενη στιγμή της θητείας του Τσέινι δεν είχε έρθει ακόμα. Ενώ ο «Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας» συνεχιζόταν, Μπους, Τσέινι και Μπλερ είχαν βάλει στο στόχαστρό τους έναν άλλο παλιό αντίπαλο, που είχε πολεμήσει και ο Μπους ο πρεσβύτερος: είχε έρθει η ώρα να κλείσουν οι λογαριασμοί με τον Σαντάμ Χουσεΐν.
Το 2003, μετά από απίστευτες προσπάθειες στον ΟΗΕ να δικαιολογηθεί μια εκστρατεία επιπέδου «Καταιγίδα της Ερήμου», ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο εξαπέλυσαν μια ακόμα χερσαία εισβολή στο Ιράκ, έπειτα από έναν μήνα αεροπορικών βομβαρδισμών. Η Βαγδάτη έπεσε στις 9 Απριλίου 2003.
Ο Τσέινι ήταν ένας από τους βασικούς αρχιτέκτονες και πιο ένθερμους υποστηρικτές του πολέμου, προωθώντας την ιδέα ότι το Ιράκ κατείχε όπλα μαζικής καταστροφής — ισχυρισμός που αποδείχθηκε ψευδής — και ότι είχε δεσμούς με την Αλ Κάιντα. Η εισβολή, που βασίστηκε σε παραπλανητικά στοιχεία, επηρέασε βαθιά τη διεθνή εικόνα των ΗΠΑ.
Ο πόλεμος στο Ιράκ ήταν η μεγαλύτερη κηλίδα στην πολιτική καριέρα του Ντικ Τσέινι. Οι επικριτές του τον κατηγόρησαν ότι σκηνοθέτησε τον πόλεμο για να επωφεληθούν οικονομικά εταιρείες όπως η Halliburton, στην οποία είχε διατελέσει διευθύνων σύμβουλος (1995-2000). Παρόλο που ο Τσέινι είχε αποχωρήσει, η εταιρεία έλαβε στη συνέχεια εκατομμύρια δολάρια σε συμβόλαια ανοικοδόμησης στο Ιράκ, ενισχύοντας τις κατηγορίες περί σύγκρουσης συμφερόντων. Το γεγονός αυτό ενίσχυσε την αντίληψη πως η εξωτερική του πολιτική συνδυάστηκε με ιδιωτικά κέρδη — ένας συνδυασμός που πυροδότησε έντονη κριτική.
Η κινηματογραφική απεικόνιση στο "Vice"
Η αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Ντικ Τσέινι αποτέλεσε το θέμα της σατιρικής βιογραφικής ταινίας του 2018, Vice (Ο Αντιπρόεδρος: Το Χρονικό της Εξουσίας). Ο Κρίστιαν Μπέιλ, στον ρόλο του Τσέινι, υποδύθηκε έναν πολιτικό που κινούνταν με θολούς και ύπουλους τρόπους στο παρασκήνιο της εξουσίας, επιδιώκοντας την προσωπική και πολιτική του ενδυνάμωση.
Η ταινία παρουσιάζει τον Τσέινι ως έναν εξαιρετικά φιλόδοξο και κυνικό χειριστή, που αναδιαμόρφωσε τον ρόλο του Αντιπροέδρου, συγκεντρώνοντας άνευ προηγουμένου εξουσία και επηρεάζοντας βαθιά την ιστορία των ΗΠΑ. Η ταινία συνόψισε την κοινή αντίληψη για τον Τσέινι: έναν δρακόντειο — σε βαθμό που τον συνέκριναν με τον Νταρθ Βέιντερ — και αποφασιστικό πολιτικό, που ήταν έτοιμος να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο για να επιβάλει τη νεοσυντηρητική του ατζέντα, αφήνοντας πίσω του ένα διασπαστικό πολιτικό αποτύπωμα.