Πώς ο Ερνέστος Τσίλλερ μετέτρεψε την Αθήνα από «μεγάλο χωριό» σε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα
Ο άνθρωπος που υπέγραψε εκατοντάδες εμβληματικά κτίρια της Ελλάδας πέθανε πάμφτωχος, αφήνοντας πίσω του μια ανεκτίμητη αρχιτεκτονική κληρονομιά.
Όταν ο 24χρονος Ερνέστος Τσίλλερ αποβιβάστηκε στον Πειραιά τον χειμώνα του 1861, αντίκρισε μια Αθήνα που έμοιαζε περισσότερο με επαρχιακό οικισμό παρά με πρωτεύουσα κράτους. Χωματόδρομοι, έλλειψη υποδομών, λίγα δημόσια κτίρια και μια πόλη που ζούσε ακόμη στη σκιά της ένδοξης αρχαιότητας. Έξι δεκαετίες αργότερα, όταν άφηνε την τελευταία του πνοή, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική. Και σε αυτή τη μεταμόρφωση η δική του υπογραφή βρισκόταν σχεδόν παντού.
Ο Σάξονας αρχιτέκτονας δεν σχεδίασε απλώς κτίρια. Σχεδίασε την αισθητική ταυτότητα του νεότερου ελληνικού κράτους. Έφερε τεχνολογικές καινοτομίες, συνέδεσε την αρχαιότητα με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική και δημιούργησε έργα που ακόμη και σήμερα καθορίζουν την εικόνα της Αθήνας και δεκάδων ελληνικών πόλεων.
Το γράμμα που άλλαξε τη ζωή του
Η ιστορία ξεκινά στη Σαξονία. Ο Ερνέστος Μόριτς Θεόδωρος Τσίλλερ, γιος επιτυχημένου εργολάβου, είχε ήδη ξεχωρίσει για το ταλέντο του στην αρχιτεκτονική όταν δέχθηκε μια επιστολή που θα καθόριζε το μέλλον του.
Ο διάσημος Δανός αρχιτέκτονας Θεόφιλος Χάνσεν τον κάλεσε να συνεργαστεί μαζί του σε ένα από τα μεγαλύτερα έργα της εποχής: την ανέγερση της Σιναίας Ακαδημίας, του πρώτου κτιρίου της μετέπειτα Αθηναϊκής Τριλογίας.
Για τον νεαρό αρχιτέκτονα, η προοπτική να βρεθεί κάτω από τον βράχο της Ακρόπολης και να μελετήσει από κοντά τα μνημεία της αρχαίας Ελλάδας ήταν ακαταμάχητη.
«Η Ελλάδα δεν είναι Ευρώπη, αλλά θα γίνει»
Όταν έφτασε στην Αθήνα, η πρώτη του εντύπωση ήταν αποκαλυπτική.
«Η Αθήνα είναι ένα μεγάλο χωριό που φωτίζει με τη λάμψη του ο βράχος της Ακροπόλεως. Δεν είναι Ευρώπη, αλλά θα γίνει», έγραψε χαρακτηριστικά.
Η φράση αυτή δεν ήταν απλώς μια παρατήρηση. Ήταν σχεδόν ένα προσωπικό στοίχημα.
Ο Τσίλλερ διέκρινε ότι η νέα πρωτεύουσα χρειαζόταν μια αρχιτεκτονική γλώσσα αντάξια της ιστορίας της. Και αποφάσισε να συμβάλει ο ίδιος στη διαμόρφωσή της.
Ο αρχιτέκτονας που έδωσε πρόσωπο στην Αθήνα
Μετά την οριστική εγκατάστασή του στην Ελλάδα το 1868, οι αναθέσεις άρχισαν να καταφθάνουν ασταμάτητα.
Η εύνοια του βασιλιά Γεωργίου Α΄, η διεθνής του εμπειρία και η φήμη που απέκτησε γρήγορα στους αθηναϊκούς κύκλους τον μετέτρεψαν στον πιο περιζήτητο αρχιτέκτονα της εποχής.
Μέσα στις επόμενες δεκαετίες σχεδίασε ή επέβλεψε εκατοντάδες έργα.
Ανάμεσά τους:
- Το Ανάκτορο του Διαδόχου, σημερινό Προεδρικό Μέγαρο
- Το Ιλίου Μέλαθρον, σημερινό Νομισματικό Μουσείο
- Το Βασιλικό Θέατρο, σημερινό Εθνικό Θέατρο
- Το Μέγαρο Σταθάτου
- Το Μέγαρο Μελά
- Το Μέγαρο Ανδρέα Συγγρού, σημερινό Υπουργείο Εξωτερικών
- Τα ξενοδοχεία Μπάγκειον και Μέγας Αλέξανδρος στην Ομόνοια
- Το Δημοτικό Θέατρο «Απόλλων» της Πάτρας
- Το Δημαρχείο Ερμούπολης
- Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας
Και αυτά αποτελούν μόνο ένα μέρος ενός έργου που εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 500 ή ακόμη και τα 600 κτίρια.
Ο άνθρωπος που έφερε τη νεωτερικότητα - Οι καινοτομίες που έφερε
Η συμβολή του δεν περιορίστηκε στην αισθητική.
Ο Τσίλλερ εισήγαγε στην Ελλάδα τον τεχνητό εξαερισμό και την κεντρική θέρμανση, χρησιμοποίησε πρώτος σιδηρά υποστυλώματα στις οικοδομές, αντικατέστησε τα παραδοσιακά παντζούρια με ρολά στα καταστήματα και αξιοποίησε χυτοσιδηρά διακοσμητικά στοιχεία που παρέπεμπαν στη μυθολογία.
Ήταν ένας αρχιτέκτονας που παρακολουθούσε τις ευρωπαϊκές εξελίξεις και τις προσάρμοζε στις ελληνικές συνθήκες, χωρίς να χάνει την επαφή με το τοπικό περιβάλλον και την ιστορική μνήμη.
Αυτή ακριβώς η ικανότητα σύνθεσης ήταν που τον έκανε μοναδικό.
Από την Πάτρα και το Αίγιο έως τη Θεσσαλονίκη
Η δράση του δεν περιορίστηκε στην Αθήνα.
Στην Πάτρα δημιούργησε το Δημοτικό Θέατρο «Απόλλων», ένα από τα σημαντικότερα θεατρικά κτίρια της χώρας, εμπνευσμένο από τη Σκάλα του Μιλάνου.
Στο Αίγιο άφησε έντονο αποτύπωμα με τη Δημοτική Αγορά, τη Φανερωμένη, τον ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου και άλλα έργα που συνδύαζαν βυζαντινά, αναγεννησιακά και ρωμανικά στοιχεία.
Παράλληλα σχεδίασε κτίρια στη Σύρο, στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη, στον Πύργο, στο Γύθειο, στην Τρίπολη, στη Ζάκυνθο, στη Μήλο και σε πολλές ακόμη περιοχές της χώρας.
Αρχιτέκτονας, καθηγητής και αρχαιολόγος
Ο Τσίλλερ δεν ήταν μόνο δημιουργός κτιρίων. Υπήρξε καθηγητής στο Σχολείο των Τεχνών, πρόδρομο του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, ενώ ασχολήθηκε ενεργά με την αρχαιολογία.
Συνέβαλε στον εντοπισμό της θέσης του Παναθηναϊκού Σταδίου, συμμετείχε σε σημαντικές ανασκαφές και μελέτησε συστηματικά τα μνημεία της αρχαιότητας.
Ιδιαίτερη σημασία απέκτησε η έρευνά του για τις καμπυλότητες του Παρθενώνα, υποστηρίζοντας ότι οι αρχαίοι Έλληνες αρχιτέκτονες τις σχεδίασαν σκόπιμα για να επιτυγχάνεται η οπτική αίσθηση της τέλειας ευθείας.
Ο Τσίλλερ υπήρξε από τις σημαντικότερες μορφές της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση του ώριμου ελληνικού κλασικισμού. Εμπνευσμένος από την αρχαία ελληνική παράδοση, περιόρισε την κυριαρχία των ρωμαϊκών μορφολογικών στοιχείων και ανέδειξε ένα ύφος που συνέδεε δημιουργικά το κλασικό ιδεώδες με τις ανάγκες της σύγχρονης εποχής. Μέσα από το έργο του διαμόρφωσε μια ξεχωριστή αρχιτεκτονική ταυτότητα, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο μελέτης, αναγνώρισης και θαυμασμού μέχρι σήμερα.
Πολλά από τα έργα του συνδύαζαν στοιχεία της Αναγέννησης, του ελληνικού κλασικισμού και του νεομπαρόκ, ενσωματώνοντας παράλληλα πρωτοποριακές τεχνικές και συμβολισμούς που εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν μέχρι σήμερα. Τα κτίριά του διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την αρχιτεκτονική ταυτότητα της νεότερης Ελλάδας και παραμένουν σημεία αναφοράς για την αισθητική και την ιστορία του τόπου.
Ωστόσο, από τα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έως και τη δεκαετία του 1990, πολλά από τα αριστουργήματά του κατεδαφίστηκαν ή αλλοιώθηκαν ανεπανόρθωτα, σε μια περίοδο που θεωρείται από πολλούς ως μία από τις μεγαλύτερες απώλειες της ελληνικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Έλληνας από επιλογή
Ο Σάξονας αρχιτέκτονας δεν παρέμεινε ένας ξένος που εργαζόταν στην Ελλάδα.
Παντρεύτηκε την Ελληνίδα πιανίστα Σοφία Δούδου, δημιούργησε οικογένεια, πολιτογραφήθηκε Έλληνας και συνέδεσε οριστικά τη ζωή του με τη χώρα.
Η Αθήνα έγινε το σπίτι του. Και η Ελλάδα το πεδίο όπου ξεδίπλωσε ολόκληρο το δημιουργικό του όραμα.
Η πικρή κατάληξη ενός μεγάλου δημιουργού
Η μοίρα, ωστόσο, επιφύλασσε ένα σκληρό φινάλε.
Η οικονομική κρίση των αρχών του 20ού αιώνα περιόρισε δραματικά τα δημόσια έργα και τις ιδιωτικές αναθέσεις. Ο Τσίλλερ επένδυσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του σε μια επιχειρηματική προσπάθεια που απέτυχε.
Σταδιακά έχασε τα σπίτια του, ανάμεσά τους και το εντυπωσιακό αρχοντικό της οδού Μαυρομιχάλη που είχε σχεδιάσει για την οικογένειά του.
Όταν πέθανε το 1923, σε ηλικία 86 ετών, η οικογένειά του βρισκόταν σε οικονομική δυσχέρεια και δεν διέθετε ούτε τα έξοδα της κηδείας του.
Ο άνθρωπος που είχε χτίσει τη νεότερη Ελλάδα έφυγε σχεδόν λησμονημένος.
Η πόλη που φέρει ακόμη την υπογραφή του
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά τον θάνατό του, το έργο του εξακολουθεί να καθορίζει την εικόνα της χώρας.
Όποιος περπατά στο κέντρο της Αθήνας, στην Ομόνοια, στη Βασιλίσσης Σοφίας, στην Πανεπιστημίου ή στην Ηρώδου Αττικού, συναντά διαρκώς τη σφραγίδα του. Το ίδιο συμβαίνει στην Πάτρα, στο Αίγιο, στη Σύρο, στον Πειραιά και σε δεκάδες ακόμη πόλεις.
Ο Ερνέστος Τσίλλερ δεν υπήρξε απλώς ένας επιτυχημένος αρχιτέκτονας. Υπήρξε ο άνθρωπος που έδωσε μορφή στο όραμα μιας ευρωπαϊκής Ελλάδας, μετατρέποντας μια πρωτεύουσα που ο ίδιος χαρακτήρισε «μεγάλο χωριό» σε πόλη με αυτοπεποίθηση, ταυτότητα και μνημεία που άντεξαν στον χρόνο.