Πόσο «αθώα» είναι τα Viber Groups που ενημερώνουν για τα μπλόκα της τροχαίας; Δικηγόρος εξηγεί
Δικηγόρος απαντά για την νομιμότητα των Viber Groups και τη συμμετοχή των χρηστών
Τα Viber Groups που οργανώνονται από πολίτες και προσφέρουν ενημέρωση για τα μπλόκα της τροχαίας (αλκοτέστ, ταχύτητα) είναι ιδιαίτερα δημοφιλή τα τελευταία χρόνια. Ειδικά, δε, μετά την αυστηροποίηση του ΚΟΚ, πολλοί συμπολίτες μας στρέφονται προς αυτές τις λύσεις για να αποφύγουν τον έλεγχο των Αρχών.
Πόσο ασφαλής είναι όμως η συμμετοχή σε ένα τέτοιο group και τι κινδύνους διατρέχουν όσοι συμμετέχουν; Ο Flash μίλησε με τον δικηγόρο Μόδεστο Βιδάλη του γραφείου PVKM για να πάρει τις απαντήσεις που ψάχνουν όλοι, με τις κατάλληλες νομικές συμβουλές.
1. Μπορεί ένα Viber group που δημιουργείται από πολίτες για ενημέρωση πολιτών για μπλόκα και ελέγχους της αστυνομίας να θεωρηθεί νόμιμο; Υπάρχει κάποιος γενικός κανόνας που ορίζει πότε μετατρέπεται από «πληροφόρηση» σε κάτι πέραν αυτού;
Η δημιουργία μιας ομάδας στο Viber για την ανταλλαγή πληροφοριών δεν είναι παράνομη per se. Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ πολιτών αποτελεί κατ’ αρχήν προστατευόμενη από το Σύνταγμα μας δραστηριότητα (άρθρο 5, παρ.1: ελεύθερη ανάπτυξη προσωπικότητας και άρθρο 14: αρχή της ελευθερίας έκφρασης και διάδοσης πληροφοριών). Ωστόσο, οι ελευθερίες αυτές δεν είναι απόλυτες, διότι περιορίζονται από την ποινική νομοθεσία όταν η συμπεριφορά προσβάλλει έννομα αγαθά. Το να λέει ένας πολίτης στον άλλον «Πρόσεχε, διενεργείται τροχονομικός έλεγχος στην οδό Χ» δεν διαφέρει νομικά από το να αναβοσβήνει κάποιος τα φώτα του αυτοκινήτου στον απέναντι οδηγό — μια πρακτική που, αν και τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο (ΚΟΚ), σπάνια στοιχειοθετεί ποινικό αδίκημα.
Ο «γενικός κανόνας» που αλλάζει το παιχνίδι είναι ο σκοπός. Όσο η πληροφορία εξαντλείται στην απλή ενημέρωση, είμαστε εντός πλαισίου. Αν όμως η πληροφόρηση μετατραπεί σε εργαλείο για τη συστηματική αποφυγή βεβαίωσης αξιόποινων πράξεων, που προσομοιάζει σε φυγάδευση εγκληματιών ή αν παρεμποδίζεται το έργο της Αρχής σε βαθμό που να ακυρώνεται η αποστολή της, τότε περνάμε στην γκρίζα ζώνη της παρακώλυσης. Επομένως, η δημιουργία και λειτουργία ομάδας ενημέρωσης περί αστυνομικών ελέγχων δεν είναι αυτοτελώς παράνομη, καθώς η απλή μετάδοση πραγματικών πληροφοριών εμπίπτει στην προστατευόμενη ελευθερία έκφρασης. Ποινική ευθύνη μπορεί να ανακύψει μόνον εφόσον η δραστηριότητα υπερβεί το επίπεδο ουδέτερης πληροφόρησης και αποκτήσει χαρακτήρα υποκίνησης, συγκεκριμένης διευκόλυνσης εγκληματικής συμπεριφοράς, ή οργανωμένης παρεμπόδισης κρατικής λειτουργίας. Καθοριστικός παράγοντας είναι η ύπαρξη συγκεκριμένης πράξης και δόλου, όχι η απλή συμμετοχή σε ψηφιακό μέσο επικοινωνίας.
2. Στο Ελληνικό Ποινικό Δίκαιο, υπάρχει κάποιο άρθρο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να προσδιοριστεί πότε η συμμετοχή σε ένα τέτοιο γκρουπ γίνεται αντικείμενο ποινικής διώξης;
Το κρίσιμο σημείο εδώ είναι η πρόθεση. Για να ασκηθεί δίωξη, πρέπει να αποδειχθεί ότι ο χρήστης είχε δόλο να ματαιώσει έναν συγκεκριμένο αστυνομικό έλεγχο. Είναι εξαιρετικά δύσκολο νομικά να στοιχειοθετηθεί ποινικό αδίκημα μόνο και μόνο επειδή κάποιος έγραψε «έχει μπλόκο στην παραλιακή», καθώς η αστυνομική παρουσία είναι, από τη φύση της, δημόσια. Αρχικά, πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν υφίσταται ειδική ποινική διάταξη που να τυποποιεί ως αδίκημα τη συμμετοχή σε ψηφιακή ομάδα ενημέρωσης περί αστυνομικών ελέγχων. Επομένως, η ποινική αξιολόγηση πραγματοποιείται βάσει των γενικών διατάξεων του Ποινικού Κώδικα περί συμμετοχής, συνέργειας και προσβολής κρατικής λειτουργίας, ανάλογα με τη συμπεριφορά, το σκοπό και το αποτέλεσμα της πράξης.
Η συμμετοχή γίνεται αντικείμενο ποινικής διερεύνησης όχι λόγω του μέσου επικοινωνίας, αλλά όταν η δράση μέσα στο γκρουπ συνδέεται με συγκεκριμένο αδίκημα. Καταρχάς, μπορεί να εξεταστεί το άρθρο 169 ΠΚ (Απείθεια), όταν υπάρχει συνειδητή και επαναλαμβανόμενη αποφυγή νόμιμων αστυνομικών ελέγχων κατόπιν συντονισμού. Αν τα μηνύματα δεν είναι απλή ενημέρωση, αλλά ενθαρρύνουν συστηματική παράκαμψη νόμιμων εντολών, τότε ενδέχεται να στοιχειοθετηθεί απείθεια, ιδιαίτερα αν συνδέεται με συγκεκριμένες πράξεις. Σχετική μπορεί να είναι και η διάταξη του άρθρου 183 ΠΚ (Διέγερση σε ανυπακοή), όταν κάποιος προτρέπει δημόσια άλλους να μην συμμορφώνονται με νόμους ή αποφάσεις αρχών. Αν, για παράδειγμα, μέσα στο γκρουπ υπάρχουν μηνύματα που καλούν άλλους να αποφεύγουν ελέγχους ή να αντιδρούν συλλογικά, τότε η πράξη μπορεί να μετατραπεί από απλή συμμετοχή, σε ενεργή προτροπή.
Σε περιπτώσεις όπου η δραστηριότητα συνδέεται με πραγματική διατάραξη της δημόσιας τάξης, μπορεί να εξεταστεί το άρθρο 292 ΠΚ (Παρακώλυση συγκοινωνιών), εφόσον ο συντονισμός οδηγεί σε μπλοκαρίσματα δρόμων ή παρεμπόδιση ελέγχων. Εδώ κρίσιμο είναι το αποτέλεσμα: αν το γκρουπ συμβάλλει ουσιαστικά σε πράξη που διαταράσσει τη συγκοινωνία ή τη δημόσια λειτουργία. Ακόμη, σημαντική είναι η έννοια της συνέργειας (άρθρο 47 ΠΚ). Ακόμα κι αν κάποιος δεν τελεί ο ίδιος την κύρια πράξη, μπορεί να θεωρηθεί συνεργός αν αποδειχθεί ότι παρείχε ουσιώδη βοήθεια - π.χ. συστηματική ενημέρωση που διευκολύνει την αποφυγή ελέγχων από τρίτους. Η ευθύνη εδώ είναι εξατομικευμένη και εξαρτάται από τη συμβολή του κάθε συμμετέχοντα. Σε πιο ακραίες και σπάνιες περιπτώσεις, εφόσον υπάρχει σταθερή δομή, διαρκής δράση και κοινός παράνομος σκοπός, θα μπορούσε θεωρητικά να εξεταστεί και το άρθρο 187 ΠΚ (Εγκληματική οργάνωση). Ωστόσο, αυτό απαιτεί απόδειξη εξειδικευμένων χαρακτηριστικών και προϋποθέσεων (δομημένη ομάδα, διάρκεια, σοβαρά εγκλήματα) και δύσκολα εφαρμόζεται σε απλά ψηφιακά γκρουπ χωρίς σαφή οργανωμένη εγκληματική δραστηριότητα. Συμπερασματικά, η συμμετοχή σε τέτοιο γκρουπ γίνεται αντικείμενο ποινικής δίωξης όχι αυτοτελώς, αλλά όταν πληρούνται τα στοιχεία συγκεκριμένων αδικημάτων: πρόθεση, ενεργός συμβολή και σύνδεση με παράνομο αποτέλεσμα. Τα δικαστήρια εξετάζουν εξατομικευμένα τη συμπεριφορά κάθε χρήστη, τη συχνότητα συμμετοχής, το περιεχόμενο των μηνυμάτων και το βαθμό συντονισμού. Η ποινική ευθύνη, δηλαδή, δεν προκύπτει από την απλή παρουσία, αλλά από την αποδεδειγμένη εμπλοκή σε παράνομη δράση.
3. Ποια είναι η διαφορά -από νομικής σκοπιάς- μεταξύ «πληροφόρησης πολιτών» για την ύπαρξη μπλόκων και «οργανωμένης αντίστασης» ή «πρόκλησης συνάθροισης/συγκέντρωσης» μέσω του ίδιου γκρουπ;
Από νομικής σκοπιάς, η βασική διαφορά μεταξύ «πληροφόρησης πολιτών» και «οργανωμένης αντίστασης» βρίσκεται στην πρόθεση, τον βαθμό συντονισμού και το αποτέλεσμα. Η απλή πληροφόρηση αφορά παθητική μετάδοση δεδομένων ή μιας υφιστάμενης κατάστασης -π.χ. ότι υπάρχει μπλόκο σε συγκεκριμένο σημείο- χωρίς προτροπή για συγκεκριμένη συμπεριφορά. Σε αυτή την περίπτωση, η δραστηριότητα παραμένει στο πεδίο της συνταγματικής προστασίας, διότι καλύπτεται από την ελευθερία έκφρασης και επικοινωνίας, εφόσον δεν υπάρχει δόλος αποφυγής του νόμου.
Η νομική φύση μεταβάλλεται ουσιωδώς όταν το περιεχόμενο και ο σκοπός του γκρουπ μετατοπίζονται από την περιγραφή στην παρέμβαση. Όταν δηλαδή το ίδιο γκρουπ χρησιμοποιείται για να δοθούν οδηγίες, να οργανωθούν κινήσεις, να υπάρξει κάλεσμα συγκέντρωσης ή συντονισμός αντίδρασης απέναντι σε Αρχές, τότε αλλάζει ο νομικός χαρακτήρας. Εκεί δεν μιλάμε πλέον για ουδέτερη ενημέρωση, αλλά για ενεργή συμβολή σε συλλογική δράση, η οποία μπορεί να αξιολογηθεί με βάση διατάξεις περί διέγερσης σε ανυπακοή, συνέργειας ή διατάραξης δημόσιας τάξης. Το κριτήριο που χρησιμοποιούν τα Δικαστήρια είναι αν υπάρχει οργανωμένος σκοπός και πραγματική δυνατότητα πρόκλησης αποτελέσματος, όχι απλώς ανταλλαγή πληροφοριών.
4. Μπορεί κάποιος που απλώς παρακολουθεί και δεν συμμετέχει ενεργά σε ένα τέτοιο Viber group να έχει κάποιες κυρώσεις; Ο ρόλος του παθητικού χρήστη μετράει ή η ευθύνη ξεκινάει μόνο από την ενεργή συμμετοχή;
Σε σχέση με τον παθητικό χρήστη, το ελληνικό ποινικό δίκαιο βασίζεται στην αρχή της προσωπικής ευθύνης και της πράξης. Στο Ποινικό Δίκαιο, η ευθύνη είναι προσωποπαγής και απαιτεί πράξη (ή παράλειψη όπου υπάρχει νομική υποχρέωση). Δηλαδή, κατά κανόνα, ευθύνη γεννάται από ενεργή συμπεριφορά - ανάρτηση, διαχείριση, προτροπή, αναπαραγωγή περιεχομένου ή άλλου είδους συμβολή. Κάποιος που απλώς παρακολουθεί, χωρίς να συμμετέχει ενεργά, έχει σημαντικά μικρότερο νομικό κίνδυνο και συνήθως δεν αποτελεί αντικείμενο δίωξης. Η απλή παρουσία σε μια ψηφιακή ομάδα, χωρίς αποδεδειγμένη συμβολή σε παράνομη δραστηριότητα, δύσκολα επαρκεί για ποινική ευθύνη. Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο ρόλος του παθητικού μέλους μπορεί να εξεταστεί αν συνδυάζεται με άλλα στοιχεία, όπως γνώση παράνομης δράσης και αποδεδειγμένη σιωπηρή υποστήριξη ή μεταγενέστερη εμπλοκή. Στην πράξη, πάντως, η ποινική αξιολόγηση ξεκινά κυρίως από την ενεργή συμμετοχή και την αποδεδειγμένη συμβολή σε παράνομο αποτέλεσμα.
5. Πότε (και αν) κινδυνεύει περισσότερο κάποιος νομικά, όταν ανεβάζει πληροφορίες για μπλόκα/ελέγχους ή όταν προωθεί αυτές τις πληροφορίες (π.χ. μέσω screenshots ή μηνυμάτων);
Από νομικής απόψεως, μεγαλύτερο κίνδυνο έχει συνήθως εκείνος που ανεβάζει πρωτογενώς πληροφορίες, ιδίως όταν αυτό γίνεται συστηματικά και με σκοπό να διευκολύνει την αποφυγή νόμιμων ελέγχων. Ο αρχικός «πομπός» θεωρείται ότι έχει ισχυρότερη αιτιώδη συμβολή, γιατί δημιουργεί το περιεχόμενο και ενδέχεται να κατευθύνει τη συμπεριφορά άλλων. Παρ’ όλα αυτά και η προώθηση μέσω screenshots ή μηνυμάτων μπορεί να έχει νομικές συνέπειες, αν είναι επαναλαμβανόμενη και αποδεικνύεται ότι ενισχύει ενεργά μια παράνομη πρακτική, οπότε μπορεί να αξιολογηθεί ως συνέργεια. Στην πράξη, το ποινικό δίκαιο δεν στέκεται μόνο στο «ποιος το είπε πρώτος», αλλά στο πόσο ουσιαστικά συνέβαλε κάθε πράξη στο αποτέλεσμα και αν υπήρχε πρόθεση ενίσχυσης αποφυγής του νόμου.
6. Μπορούν οι Αρχές να ζητήσουν τη δικαστική διερεύνηση των στοιχείων των συμμετεχόντων σε ένα τέτοιο Viber γκρουπ και ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται (π.χ. ένταλμα, κατηγορία, ύποπτος για έγκλημα);
Όσον αφορά τις Αρχές, μπορούν να ζητήσουν δικαστική διερεύνηση στοιχείων συμμετεχόντων, αλλά μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Το απόρρητο των επικοινωνιών προστατεύεται από το Σύνταγμα (άρθρο 19) και η πρόσβαση σε στοιχεία ή περιεχόμενο επικοινωνιών απαιτεί εισαγγελική ή δικαστική διάταξη και τήρηση της ειδικής νομοθεσίας για την άρση απορρήτου (π.χ. ν. 2225/1994 όπως ισχύει). Συνήθως απαιτείται σοβαρή υπόνοια τέλεσης αδικήματος και να πληρούνται οι αρχές της αναγκαιότητας και αναλογικότητας. Η άρση απορρήτου ως προς το περιεχόμενο επικοινωνιών επιτρέπεται κατά κανόνα για σοβαρά εγκλήματα, ενώ για λιγότερο σοβαρές υποθέσεις, οι Αρχές μπορεί να κινηθούν με ηπιότερα μέσα (π.χ. δημόσια διαθέσιμα στοιχεία ή καταγγελίες). Συνεπώς, δεν γίνεται «αυτόματα» έλεγχος όλων των μελών, αλλά απαιτείται συγκεκριμένη νομική βάση και δικαστικός έλεγχος. Πρακτικά, οι Αρχές συνήθως εστιάζουν στους διαχειριστές και όχι στους πολυάριθμους απλούς χρήστες.
7. Ποιο είναι το όριο που οδηγεί ένα τέτοιο γκρουπ από την απλή μετάδοση πληροφορίας σε «συνωμοσία που στοχεύει στην παράκαμψη νομίμων ελέγχων ή μπλόκων»; Υπάρχει σαφές δικαστικό προηγούμενο;
Δεν υπάρχει ακόμη ένα ξεκάθαρο δικαστικό προηγούμενο που να βαφτίζει κάθε τέτοιο γκρουπ «οργανωμένη παράκαμψη νόμιμων ελέγχων», γι’ αυτό και τούτο κρίνεται κατά περίπτωση. Στην πράξη, τα Δικαστήρια εξετάζουν πραγματολογικά στοιχεία: αν υπάρχει κοινός σκοπός αποφυγής του νόμου, αν η δράση είναι συστηματική και διαρκής, αν υπάρχουν συντονιστικές οδηγίες (όχι απλή ενημέρωση), αν εμφανίζεται κατανομή ρόλων (π.χ. διαχειριστές, «ενημερωτές») και κυρίως αν προκύπτει απτό και ουσιαστικό αποτέλεσμα (π.χ. συστηματική ματαίωση ελέγχων ή διατάραξη λειτουργιών).
Όσο περισσότερο το γκρουπ λειτουργεί ως εργαλείο οργάνωσης και όχι ως ουδέτερη ενημέρωση, τόσο αυξάνει η πιθανότητα νομικής αξιολόγησης με βάση γενικές διατάξεις περί συνέργειας, διέγερσης σε ανυπακοή ή άλλων συναφών αδικημάτων. Ήδη το 2025 είδαμε συλλήψεις διαχειριστών μεγάλων ομάδων (με πάνω από 200.000 μέλη) με κατηγορίες για παρακώλυση συγκοινωνιών. Το δικαστήριο εκεί εξέτασε αν η δράση τους καθιστούσε τους δρόμους πιο επικίνδυνους, επιτρέποντας σε μεθυσμένους οδηγούς να κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα. Επομένως, δεν υπάρχει μέχρι σήμερα ένα σαφώς παγιωμένο, ειδικό νομολογιακό προηγούμενο στην Ελλάδα, που να αφορά αποκλειστικά Viber (ή αντίστοιχα) groups με αυτό το αντικείμενο. Τα Δικαστήρια εφαρμόζουν γενικές αρχές του ποινικού δικαίου για τη συμμετοχή και τη συνεργία, προσαρμόζοντάς τες στο εκάστοτε ψηφιακό περιβάλλον. Συνεπώς, η κρίση είναι έντονα περιστασιακή: το ίδιο μέσο μπορεί να θεωρηθεί αθώο ή επιλήψιμο ανάλογα με τον σκοπό, το περιεχόμενο και το αποδεικτικό υλικό.
8. Τι μπορεί να κάνει ένας πολίτης που θέλει να παραμείνει σε ένα τέτοιο γκρουπ, αλλά θέλει να προστατεύσει τον εαυτό του; Υπάρχουν συγκεκριμένα πρακτικά βήματα που μπορεί να ακολουθήσει (π.χ. διαγραφή ιστορικού, αποχώρηση, αποσυνδέσεις από τα προσωπικά προφίλ);
Για έναν πολίτη που θέλει να παραμείνει σε τέτοιο γκρουπ, αλλά να περιορίσει παράλληλα τον νομικό του κίνδυνο, η βασική αρχή είναι η ελαχιστοποίηση ενεργής εμπλοκής και η παραμονή σε καθεστώς απόλυτης παθητικότητας. Η αποφυγή ανάρτησης ή προώθησης πληροφοριών, η μη συμμετοχή σε συζητήσεις που ενθαρρύνουν αποφυγή νόμων ή συντονισμό δράσεων και η αποστασιοποίηση από περιεχόμενο με προτροπές, είναι καθοριστικά. Επίσης, η παρακολούθηση του χαρακτήρα της ομάδας έχει σημασία: αν ένα γκρουπ αλλάζει ύφος και γίνεται πιο συντονιστικό ή επιθετικό, η αποχώρηση είναι ένα λογικό προληπτικό βήμα.
Σε πρακτικό επίπεδο, χρήσιμα μέτρα αυτοπροστασίας είναι η μη διατήρηση ενεργού ρόλου (όχι administrator, όχι πρωτογενείς αναρτήσεις), η προσοχή στα ψηφιακά ίχνη (ό,τι γράφεται μπορεί να ανακτηθεί) και η αποφυγή σύνδεσης της συμμετοχής με δημόσια προφίλ ή δημόσιες τοποθετήσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευθούν ως υποστήριξη παράνομης δράσης. Η διαγραφή ιστορικού δεν εγγυάται νομική προστασία, καθώς άλλα μέλη μπορεί να έχουν αντίγραφα, αλλά και σε περίπτωση δικαστικής έρευνας στους servers της εταιρείας, αυτό έχει περιορισμένη αξία. Η γενική αρχή είναι ότι όσο μικρότερη είναι η ενεργή συμβολή και η έκθεση, τόσο μειώνεται ο πιθανός νομικός κίνδυνος.
9. Μπορεί η ίδια πράξη να θεωρηθεί διαφορετική νομικά ανάλογα με το πώς χρησιμοποιείται το γκρουπ (π.χ. για προστασία πολιτών vs για πρόκληση παράνομης προσέλευσης σε μπλόκα);
Ναι, η ίδια πράξη μπορεί να αξιολογηθεί διαφορετικά νομικά ανάλογα με το πλαίσιο χρήσης του γκρουπ. Στο ποινικό δίκαιο δεν εξετάζεται μόνο η πράξη καθαυτή, αλλά και ο σκοπός, το περιεχόμενο και το αποτέλεσμα. Η απλή ενημέρωση που αποσκοπεί στην προσοχή ή την ασφάλεια (π.χ. ενημέρωση για κυκλοφοριακές συνθήκες) μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερη, εφόσον δεν υπάρχει πρόθεση αποφυγής νόμου. Αν όμως το ίδιο μήνυμα εντάσσεται σε περιβάλλον όπου υπάρχει συντονισμός, προτροπή ή οργανωμένη αποφυγή ελέγχων, τότε η νομική αξιολόγηση αλλάζει. Τα Δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη στοιχεία όπως ο δόλος, η συστηματικότητα, η ύπαρξη οδηγιών ή ρόλων και το αν προκύπτει πραγματικό αποτέλεσμα. Με άλλα λόγια, η Δικαιοσύνη δεν κρίνει απομονωμένα το μήνυμα, αλλά το σύνολο της συμπεριφοράς και του πλαισίου.
10. Τι συμβουλές θα δίνατε σε έναν απλό πολίτη που θέλει να παραμείνει ενημερωμένος αλλά το ίδιο προστατευμένος, όσον αφορά συμμετοχή σε τέτοια γκρουπ; Υπάρχει ένας πρακτικός οδηγός ασφάλειας που μπορεί να ακολουθεί;
Μείνετε ως «θεατές». Μην γίνεστε εσείς η πηγή της πληροφορίας. Ο «ανταποκριτής» είναι πάντα ο πρώτος που θα εξεταστεί σε μια πιθανή έρευνα. Όσο πιο περιορισμένη είναι η ενεργή εμπλοκή, τόσο μικρότερη είναι η πιθανότητα έκθεσης σε κίνδυνο νομικών επιπλοκών. Ποτέ μην γράψετε κάτι που μπορεί να εκληφθεί ως οδηγία για παράνομη πράξη (π.χ. «σπάστε το μπλόκο» ή «πηγαίνετε από τα στενά για να τους αποφύγετε»). Μη συμμετοχή σε διαχείριση ή ενεργό ρόλο. Αποφυγή δημιουργίας ή διάδοσης περιεχομένου. Επίγνωση ότι τα ψηφιακά ίχνη παραμένουν και μπορεί να ανακτηθούν. Η διαγραφή μηνυμάτων ή ιστορικού δεν αποτελεί πλήρη εγγύηση, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω. Αποφυγή δημόσιας ταύτισης με τέτοιες ομάδες.