Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Σον Κόνερι: Ο 007 που έγινε θρύλος
Σαν σήμερα, 25 Αυγούστου 1930, γεννήθηκε ο Σον Κόνερι, ο ηθοποιός που έκανε τον 007 κινηματογραφικό μύθο.
Σον Κόνερι...Ο ηθοποιός που γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 25 Αυγούστου 1930 στο Εδιμβούργο δεν περιορίστηκε ποτέ στον ρόλο του θρυλικού πράκτορα 007. Τον έκανε δικό του, του έδωσε τη χαρακτηριστική σκωτσέζικη φωνή του, το ειρωνικό χαμόγελο, το αινιγματικό βλέμμα και εκείνη την αβίαστη κομψότητα που δεν χρειαζόταν προσπάθεια.
Όταν έφυγε από τη ζωή, στις 31 Οκτωβρίου 2020, σε ηλικία 90 ετών, είχε αφήσει πίσω του μια καριέρα έξι δεκαετιών και περισσότερες από 70 κινηματογραφικές εμφανίσεις.
Αλλά η διαδρομή μέχρι εκεί κάθε άλλο παρά προδιαγεγραμμένη ήταν.
Από τις φτωχογειτονιές του Εδιμβούργου στον κόσμο
Ο Τόμας Σον Κόνερι μεγάλωσε σε εργατική οικογένεια του Εδιμβούργου και εγκατέλειψε νωρίς το σχολείο. Για να επιβιώσει, έκανε σχεδόν τα πάντα: εργάστηκε ως γαλατάς, οδηγός φορτηγού, υπάλληλος, μοντέλο, ναύτης, ενώ ασχολήθηκε και με το bodybuilding.
Υπηρέτησε στο Βασιλικό Ναυτικό και για ένα διάστημα έδειχνε να εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.
Η υποκριτική μπήκε στη ζωή του σχεδόν τυχαία.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 συμμετείχε στη θεατρική παραγωγή «South Pacific». Εκεί άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι η σκηνή ίσως ήταν ο δρόμος που αναζητούσε. Και τελικά πράγματι ήταν αυτός.
Το βλέμμα που είδαν οι παραγωγοί του 007
Η μεγάλη ευκαιρία ήρθε το 1962. Οι παραγωγοί Albert R. Broccoli και Harry Saltzman αναζητούσαν τον πρωταγωνιστή για την κινηματογραφική μεταφορά του Dr. No, του μυθιστορήματος του Ίαν Φλέμινγκ.
Ο Κόνερι δεν ήταν τότε μεγάλος σταρ. Είχε όμως κάτι που οι παραγωγοί θεώρησαν ανεκτίμητο: παρουσία.
Η επίσημη ιστορία του James Bond αναφέρει ότι οι Broccoli και Saltzman τον είχαν παρατηρήσει να περπατά και εντυπωσιάστηκαν από τον τρόπο με τον οποίο κινούνταν, σαν «αγριόγατα».
Το 1962, λοιπόν, ο Σον Κόνερι κοίταξε την κάμερα και είπε: «Bond. James Bond». Έκτοτε ο κινηματογράφος δεν θα ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος.
Έξι ταινίες και ένας ρόλος που έγινε συνώνυμό του
Ακολούθησαν με καταιγιστικό ρυθμό οι ταινίες:
- From Russia with Love (1963)
- Goldfinger (1964)
- Thunderball (1965)
- You Only Live Twice (1967)
- Diamonds Are Forever (1971)
Το 1983 επέστρεψε για μία τελευταία φορά ως 007 στο Never Say Never Again, εκτός της επίσημης σειράς της Eon Productions.
Ο Κόνερι δεν έδωσε στον Μποντ μόνο το κοστούμι, το μαρτίνι, την Aston Martin και τις κατασκοπευτικές περιπέτειες. Του έδωσε σκληρότητα, χιούμορ, σεξουαλικότητα, αυτοπεποίθηση και μια αίσθηση κινδύνου. Και κυρίως, του έδωσε ανθρώπινη διάσταση.
Δεν ήθελε να μείνει για πάντα ο 007
Η μεγαλύτερη ίσως απόδειξη του μεγέθους του ήταν ότι κατάφερε να ξεφύγει από τον ρόλο που θα μπορούσε να τον καταδικάσει σε μια ολόκληρη ζωή.
Ο Κόνερι αναζήτησε επίμονα διαφορετικούς χαρακτήρες και συνεργάστηκε με σπουδαίους σκηνοθέτες.
Στο Marnie συνεργάστηκε με τον Άλφρεντ Χίτσκοκ. Στο The Man Who Would Be King με τον Τζον Χιούστον. Στο The Name of the Rose έγινε ο Γουλιέλμος του Μπάσκερβιλ. Στο The Hunt for Red October υποδύθηκε τον Μαρκo Ράμιους.
Και στο Indiana Jones and the Last Crusade βρέθηκε απέναντι στον Χάρισον Φορντ, ως ο πατέρας του Indiana Jones.
Το Όσκαρ που ήρθε όταν είχε ήδη γίνει θρύλος
Το 1988 ήρθε η κορυφαία επιβεβαίωση. Για τον ρόλο του αστυνομικού Jim Malone στους Αδιάφθορους του Μπράιαν Ντε Πάλμα, ο Κόνερι κέρδισε το Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου.
Ήταν μια ειρωνική στιγμή: ο ηθοποιός που είχε ήδη γίνει παγκόσμιος σταρ χάρη στον Μποντ βραβευόταν πλέον για έναν χαρακτήρα που βρισκόταν όσο πιο μακριά γινόταν από τον 007.
Το 2000, η Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ τον έχρισε ιππότη. Ο Σον Κόνερι έγινε πλέον και επίσημα Sir Sean Connery.
Η Αθήνα, ο Καβάφης και ο Βαγγέλης
Κι όμως, μια από τις πιο ιδιαίτερες στιγμές της ζωής του δεν συνδέθηκε ούτε με το Χόλιγουντ ούτε με τον Τζέιμς Μποντ.
Ήταν η «Ιθάκη» του Κωνσταντίνου Καβάφη.
Το 2004 ο Κόνερι βρέθηκε στην Αθήνα και ηχογράφησε στα αγγλικά το εμβληματικό ποίημα, με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου να δημιουργεί τη μουσική.
Οι δύο άνδρες ήταν φίλοι και η συνεργασία τους είχε μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα.
Οι πρόβες δεν γίνονταν σε κάποιο πολυτελές στούντιο ή σε ένα εντυπωσιακό ξενοδοχείο. Γίνονταν στο σπίτι του Βαγγέλη, πίσω από το Προεδρικό Μέγαρο, ακόμη και γύρω από ένα μικρό, στενόμακρο τραπέζι στην κουζίνα.
Εκεί, δύο παγκόσμιες προσωπικότητες δούλευαν πάνω σε ένα ποίημα που μιλά για το ταξίδι, την εμπειρία και τον προορισμό.
Και η εικόνα έχει σχεδόν συμβολική δύναμη.
Ο Κόνερι, ο άνθρωπος που έγινε παγκόσμιος σταρ, να απαγγέλλει Καβάφη. Και ο Βαγγέλης να ντύνει τη φωνή του με ηλεκτρονικούς ήχους.
Μια «Ιθάκη» που έγινε προσωπικό κειμήλιο
Η ηχογράφηση κυκλοφόρησε σε συλλεκτική έκδοση που συνόδευε το βιβλίο ζωγραφικής της συζύγου του Κόνερι, Micheline Roquebrune, A Journey in Colour.
Τα έσοδα διατέθηκαν για φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Η συγκεκριμένη συνεργασία έχει και μια πολύ προσωπική διάσταση: η συνύπαρξη του Κόνερι και του Παπαθανασίου αποτυπώθηκε σε ένα συλλεκτικό CD με τις υπογραφές και των δύο.
Ένα μικρό αντικείμενο που σήμερα αποκτά σχεδόν μυθική αξία, όχι μόνο ως ενθύμιο δύο τεράστιων καλλιτεχνών, αλλά και ως συνάντηση του Καβάφη, του Βαγγέλη και του Κόνερι.
Ο άνθρωπος πίσω από τον μύθο
Ο Κόνερι είχε πάντα μια περίπλοκη σχέση με τη δημοσιότητα.
Παρά την τεράστια αναγνωρισιμότητά του, δεν αγαπούσε τις συνεντεύξεις και απέφευγε τις συχνές δημόσιες εμφανίσεις. Προτιμούσε να κρατά αποστάσεις από τον κόσμο των σταρ.
Η προσωπική του ζωή, πάντως, δεν ήταν χωρίς σκοτεινές σελίδες. Παντρεύτηκε δύο φορές, αρχικά με την ηθοποιό Diane Cilento, με την οποία απέκτησε τον γιο του Jason Connery, και στη συνέχεια με τη ζωγράφο Micheline Roquebrune, με την οποία παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Η σχέση του με την Cilento υπήρξε ταραχώδης και εκείνη είχε κάνει δημόσιες καταγγελίες για κακοποιητική συμπεριφορά, τις οποίες ο Κόνερι είχε αρνηθεί.
Η Σκωτία ήταν πάντα μέσα του
Παρά το γεγονός ότι έγινε ένας από τους μεγαλύτερους σταρ της Βρετανίας, ο Κόνερι δεν έκρυψε ποτέ την ισχυρή σκωτσέζικη ταυτότητά του.
Υποστήριζε την ανεξαρτησία της Σκωτίας και είχε μάλιστα το χαρακτηριστικό τατουάζ «Scotland Forever».
Ακόμη και όταν έγινε Sir, παρέμεινε βαθιά συνδεδεμένος με την πατρίδα του.
Ίσως τελικά αυτή η σκωτσέζικη καταγωγή να ήταν και μέρος της γοητείας του: ο Μποντ του Κόνερι δεν έμοιαζε ποτέ με έναν κατασκευασμένο υπερήρωα. Είχε κάτι τραχύ, αυθεντικό και ανθρώπινο.
Η δική του Ιθάκη
Ο Σον Κόνερι αποσύρθηκε από την υποκριτική το 2006 και τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, στις Μπαχάμες, μαζί με τη σύζυγό του.
Πέθανε στις 31 Οκτωβρίου 2020, σε ηλικία 90 ετών.
Αν η ζωή του μπορούσε να χωρέσει σε μία μόνο εικόνα, ίσως να μην ήταν εκείνη του Μποντ με το πιστόλι στο χέρι.
Ίσως να ήταν η φωνή του να απαγγέλλει Καβάφη:
«Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη…»
Γιατί ο Κόνερι είχε ήδη κάνει το δικό του ταξίδι.
Ξεκίνησε από μια φτωχή γειτονιά του Εδιμβούργου, πέρασε από το Βασιλικό Ναυτικό, τα γήπεδα, τις μικρές δουλειές και το θέατρο, για να καταλήξει στην κορυφή του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Έγινε ο πρώτος Τζέιμς Μποντ. Έγινε Όσκαρ, έγινε Sir, έγινε κινηματογραφικός θρύλος. Αλλά η πραγματική του «Ιθάκη» δεν ήταν ο Μποντ. Ήταν η ίδια η διαδρομή.