Στατίνες: Οι περισσότερες παρενέργειες είναι μύθος - Τι δείχνει νέα έρευνα
Ανάλυση 23 μελετών δείχνει ότι οι περισσότερες παρενέργειες των στατινών ίσως δεν οφείλονται στο ίδιο το φάρμακο.
Οι στατίνες συγκαταλέγονται εδώ και δεκαετίες στα πιο συχνά συνταγογραφούμενα φάρμακα παγκοσμίως, καθώς μειώνουν τη «κακή» LDL χοληστερόλη και προστατεύουν από εμφράγματα και εγκεφαλικά. Παρ’ όλα αυτά, γύρω από την ασφάλειά τους έχει αναπτυχθεί ένα επίμονο κλίμα καχυποψίας, κυρίως λόγω της μακράς λίστας πιθανών παρενεργειών που αναγράφονται στα φύλλα οδηγιών. Μια νέα, εκτεταμένη ανάλυση έρχεται τώρα να αμφισβητήσει πολλές από αυτές τις ανησυχίες, υποστηρίζοντας ότι τα περισσότερα συμπτώματα που αποδίδονται στις στατίνες πιθανότατα δεν οφείλονται στο ίδιο το φάρμακο.
Όπως διαβάζουμε στο SciTechDaily, η καρδιαγγειακή νόσος παραμένει η πρώτη αιτία θανάτου διεθνώς, με περίπου 20 εκατομμύρια θανάτους κάθε χρόνο. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ευθύνεται για περίπου έναν στους τέσσερις θανάτους. Οι στατίνες αποτελούν βασικό όπλο πρόληψης, ιδίως για άτομα με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Ωστόσο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που διακόπτουν ή αποφεύγουν τη θεραπεία, επειδή φοβούνται ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδιαίτερα όταν εμφανίζουν κάποιο σύμπτωμα λίγο μετά την έναρξη της αγωγής.
Τι έδειξαν οι συγκρίσεις με placebo
Για να διερευνηθεί αν οι στατίνες ευθύνονται πράγματι για το πλήθος προβλημάτων που συχνά τους αποδίδονται, ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 23 μεγάλες τυχαιοποιημένες μελέτες, στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας Cholesterol Treatment Trialists’ Collaboration. Συνολικά εξετάστηκαν στοιχεία από περισσότερους από 150.000 συμμετέχοντες. Οι περισσότερες μελέτες συνέκριναν στατίνη με εικονικό φάρμακο (placebo), ενώ σε άλλες συγκρίθηκε η πιο εντατική με τη λιγότερο εντατική θεραπεία. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης άγγιζε τα πέντε έτη.
Τα αποτελέσματα ήταν αποκαλυπτικά. Για σχεδόν όλες τις καταστάσεις που αναφέρονται στα ενημερωτικά φυλλάδια ως πιθανές παρενέργειες, τα ποσοστά εμφάνισης ήταν παρόμοια μεταξύ όσων λάμβαναν στατίνη και όσων έπαιρναν placebo. Για παράδειγμα, προβλήματα μνήμης ή συγκέντρωσης αναφέρθηκαν σε ποσοστό 0,2% ετησίως και στις δύο ομάδες. Αντίστοιχα, δεν διαπιστώθηκε ουσιαστική αύξηση στον κίνδυνο για κατάθλιψη, διαταραχές ύπνου, στυτική δυσλειτουργία, αύξηση βάρους, ναυτία, κόπωση ή πονοκεφάλους.
Εξαιρετικά σπάνιες οι σοβαρές επιπλοκές
Οι ερευνητές εντόπισαν μια μικρή αύξηση σε παθολογικές τιμές ηπατικών ενζύμων, που αφορούσε περίπου το 0,1% των ασθενών. Ωστόσο, αυτή η μεταβολή δεν συνοδευόταν από αύξηση σοβαρών ηπατικών νοσημάτων, όπως ηπατίτιδα ή ηπατική ανεπάρκεια. Με άλλα λόγια, οι ήπιες εργαστηριακές αποκλίσεις σπάνια μεταφράζονταν σε κλινικά σημαντικό πρόβλημα. Η συνολική εικόνα δείχνει ότι οι σοβαρές επιπλοκές είναι εξαιρετικά σπάνιες.
Επικεφαλής της μελέτης, η αναπληρώτρια καθηγήτρια Christina Reith από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης τόνισε ότι τα οφέλη των στατινών σαφώς υπερτερούν των κινδύνων για τη μεγάλη πλειονότητα των ασθενών. Όπως σημείωσε, οι ανησυχίες γύρω από την ασφάλεια έχουν αποτρέψει άτομα υψηλού κινδύνου από το να λάβουν μια θεραπεία που μπορεί να τους σώσει τη ζωή. Τα νέα δεδομένα, σύμφωνα με την ίδια, προσφέρουν ισχυρή διαβεβαίωση ότι οι περισσότερες φοβίες δεν στηρίζονται σε αξιόπιστα στοιχεία.
Η ίδια ερευνητική ομάδα έχει δείξει και στο παρελθόν ότι τα μυϊκά συμπτώματα – από τα πιο συχνά παράπονα – οφείλονται στις στατίνες μόνο σε περίπου 1% των ασθενών κατά τον πρώτο χρόνο θεραπείας, χωρίς περαιτέρω αύξηση στη συνέχεια. Έχει επίσης καταγραφεί μια μικρή άνοδος στα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, γεγονός που μπορεί να επισπεύσει την εμφάνιση διαβήτη σε άτομα που ήδη βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο. Ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, το καθαρό όφελος στην πρόληψη εμφραγμάτων και εγκεφαλικών παραμένει μεγαλύτερο.
Ο καθηγητής Bryan Williams από το British Heart Foundation χαρακτήρισε τα ευρήματα ιδιαίτερα σημαντικά, επισημαίνοντας ότι από τις 66 πιθανές παρενέργειες που εξετάστηκαν, μόνο τέσσερις έδειξαν κάποια συσχέτιση με τη λήψη στατίνης – και μάλιστα σε πολύ μικρό ποσοστό ασθενών. Κατά την άποψή του, τα στοιχεία αυτά αποτελούν ουσιαστική απάντηση στην παραπληροφόρηση που κυκλοφορεί και μπορεί να οδηγήσει σε άσκοπες διακοπές θεραπείας.
Η ανάγκη για αλλαγές στα φυλλάδια
Οι συγγραφείς της μελέτης θέτουν πλέον και ζήτημα αναθεώρησης των πληροφοριών που συνοδεύουν τα σκευάσματα. Πολλές προειδοποιήσεις στο ενημερωτικό φυλλάδιο βασίστηκαν σε μη τυχαιοποιημένες μελέτες, γεγονός που αύξησε τον κίνδυνο μεροληψίας και παρερμηνείας εκ μέρους των χρηστών. Αντίθετα, οι τυχαιοποιημένες διπλά τυφλές δοκιμές – όπου ούτε οι ασθενείς ούτε οι γιατροί γνωρίζουν ποιος λαμβάνει τι – θεωρούνται το «χρυσό πρότυπο» αξιολόγησης. Με βάση τα νεότερα δεδομένα, υποστηρίζουν ότι χρειάζεται επικαιροποίηση του φύλλου οδηγιών, ώστε ασθενείς και γιατροί να λαμβάνουν αποφάσεις με πιο σαφή εικόνα κινδύνου και οφέλους.
Η μελέτη δημοσιεύεται στο περιοδικό The Lancet.