Τεχνητά γλυκαντικά: Στέβια και σουκραλόζη προκαλούν αλλαγές στον οργανισμό και δεν είναι αθώα
Οι επιπτώσεις από γλυκαντικά ίσως δεν σταματούν σε μία γενιά, σύμφωνα με νέα δεδομένα.
Τα αναψυκτικά χωρίς ζάχαρη και τα προϊόντα έχουν φέρει στο προσκήνιο ερωτήματα για το κατά πόσο τα τεχνητά γλυκαντικά είναι πράγματι αθώα. Έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Frontiers in Nutrition δείχνει ότι ουσίες όπως η σουκραλόζη και η στέβια μπορεί να επηρεάζουν όχι μόνο τον οργανισμό, αλλά και —υπό προϋποθέσεις— τις επόμενες γενιές.
Η χρήση των γλυκαντικών
Τα λεγόμενα «μη θερμιδικά» γλυκαντικά χρησιμοποιούνται ευρέως ως υποκατάστατα της ζάχαρης, προσφέροντας γλυκιά γεύση χωρίς θερμίδες. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια οι επιστήμονες εξετάζουν αν αυτή η αντικατάσταση είναι πραγματικά ουδέτερη για τον οργανισμό. Ορισμένες μελέτες έχουν ήδη δείξει ότι μπορεί να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το σώμα ρυθμίζει την ενέργεια και το σάκχαρο στο αίμα.
Η νέα έρευνα προσθέτει σε αυτή τη συζήτηση, εστιάζοντας στο μικροβίωμα του εντέρου — δηλαδή το σύνολο των μικροοργανισμών που ζουν στο πεπτικό μας σύστημα. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η κατανάλωση τεχνητών γλυκαντικών μπορεί να μεταβάλλει τη σύνθεση αυτών των μικροοργανισμών, κάτι που με τη σειρά του επηρεάζει βασικές λειτουργίες του οργανισμού, όπως ο μεταβολισμός και η φλεγμονή.
Τι δείχνουν τα πειράματα σε ζώα
Για να εξετάσουν τις επιπτώσεις, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν πειραματικά μοντέλα σε ποντίκια. Τα ζώα χωρίστηκαν σε ομάδες που κατανάλωναν είτε απλό νερό είτε νερό με προσθήκη σουκραλόζης ή στέβιας σε ποσότητες αντίστοιχες με την ανθρώπινη κατανάλωση. Στη συνέχεια, παρακολούθησαν όχι μόνο τα ίδια τα ζώα, αλλά και τις επόμενες γενιές τους, ακόμη κι όταν αυτές δεν εκτέθηκαν άμεσα στα γλυκαντικά.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι αλλαγές δεν περιορίζονται στην πρώτη γενιά. Παρατηρήθηκαν διαφοροποιήσεις στη ρύθμιση του σακχάρου, με ορισμένα ζώα να εμφανίζουν ενδείξεις μειωμένης ευαισθησίας στην ινσουλίνη — έναν παράγοντα που σχετίζεται με τον διαβήτη. Παράλληλα, καταγράφηκαν αλλαγές στη δραστηριότητα γονιδίων που συνδέονται με τη φλεγμονή και τον μεταβολισμό.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα αφορά τα λιπαρά οξέα βραχείας αλυσίδας, ουσίες που παράγονται από το μικροβίωμα και θεωρούνται σημαντικές για την υγεία του εντέρου. Στα ζώα που εκτέθηκαν σε γλυκαντικά, τα επίπεδα αυτών των ουσιών ήταν μειωμένα, ένδειξη ότι η ισορροπία του μικροβιώματος είχε διαταραχθεί. Αυτή η αλλαγή φάνηκε να διατηρείται και στις επόμενες γενιές.
Ωστόσο, δεν είχαν όλα τα γλυκαντικά την ίδια επίδραση. Η σουκραλόζη φάνηκε να προκαλεί πιο έντονες και πιο μακροχρόνιες αλλαγές, επηρεάζοντας τόσο τη σύνθεση των βακτηρίων του εντέρου όσο και τη γονιδιακή δραστηριότητα για περισσότερες γενιές. Η στέβια, αντίθετα, είχε πιο ήπιες επιδράσεις, οι οποίες δεν διατηρήθηκαν στον ίδιο βαθμό στον χρόνο.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για τον άνθρωπο
Το βασικό μήνυμα της μελέτης δεν είναι ότι τα τεχνητά γλυκαντικά είναι επικίνδυνα, αλλά ότι η επίδρασή τους στον οργανισμό είναι πιο πολύπλοκη απ’ όσο πιστεύαμε. Η ιδέα ότι κάτι «χωρίς θερμίδες» είναι και βιολογικά ουδέτερο φαίνεται να μην ισχύει πάντα.